Ο Τομ Μπάρακ, πρέσβης των ΗΠΑ στη Τουρκία προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην Ουάσιγκτον και το Ισραήλ. Σε συνέντευξή του χαρακτήρισε τα Υψίπεδα του Γκολάν ως «κατεχόμενα συριακά εδάφη», ερχόμενος σε ευθεία αντίθεση με την επίσημη αμερικανική πολιτική που είχε θεσπίσει ο Ντόναλντ Τραμπ το 2019.
Μετά από άμεσες και αυστηρές πιέσεις από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τον Λευκό Οίκο και τον Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο Μπάρακ υποχρεώθηκε σε πλήρη αναδίπλωση. Εξέδωσε διευκρινιστική δήλωση στο Associated Press, ξεκαθαρίζοντας ότι η θέση των ΗΠΑ παραμένει «αμετάβλητη» και αναγνωρίζει την κυριαρχία του Ισραήλ στο Γκολάν.
Η Λόρα Λούμερ, ηγετικό στέλεχος του κινήματος MAGA, χαρακτήρισε τον Μπάρακ ως «μία από τις χειρότερες επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ», προσθέτοντας μάλιστα ότι είναι «εξαγορασμένος από αραβικά χρήματα» («compromised by Arab money») και ότι «παίρνει πάντα το μέρος των κακών»
Με φόντο αυτή την ένταση, οι συσχετισμοί δυνάμεων, οι εσωκομματικές έριδες, η στάση των ισχυρών λόμπι και τα διακυβεύματα της επόμενης ημέρας συνθέτουν ένα εξαιρετικά ρευστό πολιτικό σκηνικό στις ΗΠΑ.
Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2026 αποτελούν το πρώτο μεγάλο crash test για τη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. Σήμερα, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (GOP) απολαμβάνει μια εύθραυστη «Ενοποιημένη Κυβέρνηση», ελέγχοντας τόσο τον Λευκό Οίκο όσο και τα δύο σώματα του Κογκρέσου. Ωστόσο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η διατήρηση αυτού του ελέγχου κρέμεται από μια κλωστή.
Στην πρόθεση ψήφου για το Κογκρέσο (Generic Congressional Ballot), οι Δημοκρατικοί διατηρούν ένα σταθερό προβάδισμα ασφαλείας που κυμαίνεται μεταξύ +5% και +6.6% (σύμφωνα με τις μετρήσεις των Nate Silver και Noble Predictive Insights). Η εικόνα ανά σώμα διαμορφώνεται ως εξής:
Βουλή των Αντιπροσώπων: Οι Ρεπουμπλικάνοι υπερασπίζονται μια οριακή πλειοψηφία. Με βάση την ιστορική παράδοση που θέλει το κυβερνών κόμμα να χάνει έδρες στις ενδιάμεσες εκλογές, οι Δημοκρατικοί θεωρούνται αυτή τη στιγμή το φαβορί για να ανακτήσουν τον έλεγχο του σώματος.
Γερουσία: Εδώ ο εκλογικός χάρτης ευνοεί τους Ρεπουμπλικάνους, καθώς από τις 35 έδρες που κρίνονται, οι 23 ανήκουν ήδη σε αυτούς. Οι Δημοκρατικοί, πρέπει να διατηρήσουν όλες τις δικές τους και μια σχεδόν απόλυτη επικράτηση σε αμφίρροπες Πολιτείες (όπως η Τζόρτζια, η Βόρεια Καρολίνα και το Μίσιγκαν) για να ανατρέψουν την πλειοψηφία 53-47.
Η υπόθεση Μπάρακ φώτισε τις εσωτερικές γραμμές ρήξης που ταλανίζουν και τα δύο στρατόπεδα.
Στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος εξελίσσεται μια μάχη για την κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής. Από τη μία πλευρά, η σκληρή, ακτιβιστική πτέρυγα (με εκφραστές όπως η Λόρα Λούμερ) απαιτεί απόλυτη ιδεολογική ευθυγράμμιση με το Ισραήλ και επιτίθεται σε όποιον επιδεικνύει «ανεκτικότητα» προς την Τουρκία ή τη νέα κυβέρνηση της Συρίας.
Από την άλλη πλευρά, το θεσμικό κατεστημένο (όπως ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο) προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον παραδοσιακό φιλοϊσραηλινό προσανατολισμό και τις ρεαλιστικές ανάγκες της κυβέρνησης Τραμπ να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους με την Άγκυρα. Η πίεση που ασκήθηκε στον Μπάρακ να ανακαλέσει δείχνει ότι η ηγεσία του κόμματος τρέμει μια εσωτερική διάσπαση που θα μπορούσε να αποθαρρύνει τη συντηρητική βάση.
Αν για τους Ρεπουμπλικάνους η εξωτερική πολιτική είναι ζήτημα διαχείρισης, για τους Δημοκρατικούς αποτελεί ανοιχτή πληγή. Ο πόλεμος στη Γάζα έχει μετατοπίσει τη βάση του κόμματος προς μια σαφώς πιο επικριτική στάση απέναντι στο Ισραήλ. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις (AP-NORC) δείχνουν ότι το 52% των Δημοκρατικών θεωρεί τις ενέργειες του Ισραήλ, γενοκτονία. Αυτή η αντι-ισραηλινή στροφή της βάσης έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την ηγεσία του κόμματος και τους μεγάλους δωρητές. Το κόμμα κινδυνεύει είτε να χάσει τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους του κέντρου, είτε να αντιμετωπίσει μαζική αποχή των νέων και των αραβοαμερικανών ψηφοφόρων σε κρίσιμες πολιτείες-κλειδιά, όπως το Μίσιγκαν.
Τα μεγάλα οικονομικά λόμπι αναμένεται να σπάσουν κάθε ρεκόρ δαπανών, με τη στρατηγική τους να καθορίζει τις υποψηφιότητες.
Το Ισραηλινό Λόμπι (AIPAC): Παρά τη νευρικότητα που προκαλεί στην Ιερουσαλήμ η τάση του Τραμπ να ευνοεί τον ρόλο της Τουρκίας στη Συρία, το ισραηλινό λόμπι παραμένει προσηλωμένο στη στήριξη των Ρεπουμπλικάνων. Για το AIPAC, η άνοδος της προοδευτικής, φιλοπαλαιστινιακής πτέρυγας στους Δημοκρατικούς αποτελεί υπαρξιακή απειλή. Έτσι, διοχετεύει πόρους: α) απευθείας σε Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους για να διασφαλίσει τον έλεγχο της Γερουσίας, και β) στις εσωκομματικές εκλογές των Δημοκρατικών, προκειμένου να χρηματοδοτήσει μετριοπαθείς υποψηφίους και να εξοβελίσει τους προοδευτικούς επικριτές του Ισραήλ.
Εταιρικά και Ενεργειακά Λόμπι: Τα λόμπι της Wall Street και της ενέργειας («Big Oil») στηρίζουν σε μεγάλο βαθμό τους Ρεπουμπλικάνους, επενδύοντας στις υποσχέσεις Τραμπ για απορρύθμιση της αγοράς και φοροαπαλλαγές. Ωστόσο, κρατούν ανοιχτές γέφυρες και με τους συστημικούς Δημοκρατικούς, προετοιμαζόμενοι για το ενδεχόμενο μιας διαιρεμένης κυβέρνησης.
Το διακύβευμα των εκλογών του 2026 είναι η ίδια η ικανότητα του Ντόναλντ Τραμπ να κυβερνήσει.
Αν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν έστω και ένα από τα δύο σώματα, οι ΗΠΑ θα εισέλθουν σε καθεστώς «Διαιρεμένης Κυβέρνησης». Αυτό σημαίνει ότι η εγχώρια ατζέντα του Τραμπ (φορολογικές μεταρρυθμίσεις, μεταναστευτικό) θα παγώσει, αναγκάζοντας τον να κυβερνά αποκλειστικά με προεδρικά διατάγματα.
Παράλληλα, μια Δημοκρατική Βουλή θα ξεκινήσει αμέσως εξεταστικές επιτροπές για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, χρησιμοποιώντας υποθέσεις όπως αυτή του Τομ Μπάρακ για να πλήξει το κύρος του Λευκού Οίκου.
Για να κατανοήσουμε την πορεία προς την κάλπη, τρεις είναι οι βασικοί δείκτες:
Οι εσωκομματικές εκλογές των Δημοκρατικών: Πρέπει να δούμε αν οι υποψήφιοι που στηρίζονται από την AIPAC θα επικρατήσουν των προοδευτικών. Οι νίκες ή οι ήττες τους θα δείξουν αν το Δημοκρατικό Κόμμα θα μετατοπιστεί επίσημα σε μια πιο αντι-ισραηλινή κατεύθυνση.
Ο δείκτης της οικονομίας: Παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις, ο μέσος Αμερικανός ψηφίζει με βάση την τσέπη του. Η πορεία του πληθωρισμού και το κόστος ζωής θα κρίνουν αν οι Ρεπουμπλικάνοι θα υποστεί τη συνήθη «τιμωρία» που δέχονται οι κυβερνήσεις στις ενδιάμεσες εκλογές.
Οι ισορροπίες στη Συρία και τη Μεσόγειο: Αν η κυβέρνηση Τραμπ συνεχίσει να ανέχεται την επέκταση της Τουρκίας εις βάρος των ισραηλινών συμφερόντων, η πίεση από τη δεξιά πτέρυγα των Ρεπουμπλικάνων θα αυξηθεί. Νέα διπλωματικά επεισόδια τύπου Μπάρακ θα μπορούσαν να διασπάσουν τη συνοχή του κυβερνώντος κόμματος, την πιο κρίσιμη στιγμή.