της Ιωάννας Λιούτα*
Κάθε φορά που ανακοινώνονται στοιχεία για την αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων, η κυβέρνηση σπεύδει να τα παρουσιάσει ως απόδειξη ότι η οικονομία «πηγαίνει καλά». Η πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική. Οι αριθμοί δεν αποτυπώνουν ευημερία των πολιτών. Αποτυπώνουν τη μεταφορά πλούτου από τις τσέπες των πολλών στα ταμεία των λίγων.
Η εντυπωσιακή μηνιαία αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων κατά 5,3 δισ. ευρώ (στοιχεία ΤτΕ) δεν προήλθε από τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους ή τις ελληνικές οικογένειες. Σχεδόν ολόκληρο το ποσό 4,973 δισ. ευρώ ,κατέληξε στους λογαριασμούς των επιχειρήσεων. Οι εταιρικές καταθέσεις αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό 18,7%, ενώ τα νοικοκυριά παλεύουν να φτάσουν μέχρι το τέλος του μήνα.
Αυτό δεν είναι οικονομικό θαύμα. Είναι η λογιστική καταγραφή μιας τεράστιας αναδιανομής εισοδήματος. Είναι το αποτέλεσμα μιας οικονομίας που λειτουργεί σαν αντλία. Απορροφά χρήμα από τα νοικοκυριά και το διοχετεύει στα εταιρικά ταμεία.
Κάθε ευρώ που πληρώνει ο πολίτης για πανάκριβα τρόφιμα, υπερτιμημένα ενοίκια, λογαριασμούς ενέργειας, τηλεπικοινωνίες και υπηρεσίες μετατρέπεται σε αυξημένο κύκλο εργασιών και υψηλότερα εταιρικά κέρδη. Η ακρίβεια δεν αποτελεί βάσανο επιβίωσης για όλους. Για ορισμένους είναι η πιο κερδοφόρα επιχειρηματική στρατηγική των τελευταίων ετών.
Και ενώ οι ισολογισμοί των επιχειρήσεων γεμίζουν, οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί αδειάζουν. Η Ελλάδα παραμένει σταθερά ουραγός στην Ευρωπαϊκή Ένωση στην καθαρή αποταμίευση των νοικοκυριών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι ελληνικές οικογένειες όχι μόνο δεν μπορούν να αποταμιεύσουν, αλλά ξοδεύουν περισσότερα από όσα εισπράττουν, απλώς για να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη της καθημερινής επιβίωσης. Την ώρα που ο μέσος Ευρωπαίος αποταμιεύει περίπου το 14,3% του εισοδήματός του, ο Έλληνας αναγκάζεται να ζει με δανεικά, αποταμιεύσεις του παρελθόντος ή νέες οφειλές.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόσωπο της ελληνικής οικονομίας. Δεν παράγει πλούτο μέσα από ισχυρή βιομηχανία, καινοτομία ή εξαγωγές υψηλής προστιθέμενης αξίας. Παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα μοντέλο που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στις υπηρεσίες, στον τουρισμό και στην κατανάλωση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο δείκτης τιμών παραγωγού στις υπηρεσίες έχει εκτιναχθεί στις 128,1 μονάδες, πολύ υψηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Η οικονομία παράγει ολοένα ακριβότερες υπηρεσίες, όχι περισσότερη πραγματική παραγωγή.
Το αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτο. Οι πολίτες δεν αποταμιεύουν αλλά χρεώνονται όλο και περισσότερο. Τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την ΑΑΔΕ έχουν ξεπεράσει τα 110 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ υπερβαίνουν τα 50 δισεκατομμύρια. Χιλιάδες νοικοκυριά ανακυκλώνουν το εισόδημά τους μόνο για να πληρώνουν ενοίκια, δόσεις δανείων, φόρους και παλαιότερες υποχρεώσεις. Πρόκειται για μια οικονομία που αναπαράγει το χρέος αντί να δημιουργεί αποταμίευση και προοπτική.
Οι μεγάλες επιχειρήσεις όμως βλέπουν τη ρευστότητά τους να ενισχύεται από τρεις βασικές πηγές: τις αυξημένες τουριστικές εισπράξεις, τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης και τη διόγκωση των ονομαστικών τζίρων που προκάλεσε ο πληθωρισμός. Η αύξηση των καταθέσεων δεν αντανακλά μια κοινωνία που πλούτισε. Αντανακλά μια οικονομία όπου τα οφέλη συγκεντρώνονται ολοένα και περισσότερο στους ισχυρούς.
Το αφήγημα της «ισχυρής οικονομίας» καταρρέει όταν συγκρούεται με την πραγματικότητα των πολιτών. Μια χώρα δεν ευημερεί όταν αυξάνονται μόνο οι εταιρικοί λογαριασμοί και αδειάζουν τα οικογενειακά πορτοφόλια. Δεν είναι ανάπτυξη όταν οι επιχειρήσεις συσσωρεύουν δισεκατομμύρια και οι εργαζόμενοι αδυνατούν να βάλουν έστω λίγα χρήματα στην άκρη. Δεν είναι επιτυχία όταν οι τράπεζες γεμίζουν από εταιρικές καταθέσεις, ενώ οι πολίτες γεμίζουν με χρέη.
Οι θριαμβολογίες για τις τραπεζικές καταθέσεις είναι, στην πραγματικότητα, για τη μεγαλύτερη μεταφορά εισοδήματος από τα νοικοκυριά προς τις επιχειρήσεις που γνώρισε η χώρα τα τελευταία χρόνια. Και όσο αυτή η ανισορροπία βαθαίνει, τόσο περισσότερο θα μεγαλώνει το χάσμα ανάμεσα στην εικόνα της οικονομίας και στη ζωή των ανθρώπων που την κρατούν όρθια με τον κόπο τους.
*Πολιτική και οικονομική αναλύτρια*