Η αγορά της αισθητικής και της ομορφιάς βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του σχεδιασμού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), καθώς θεωρείται ένας από τους κλάδους με υψηλή χρήση μετρητών και σημαντικές δυνατότητες απόκρυψης φορολογητέας ύλης.
Μετά την εφαρμογή του Ψηφιακού Πελατολογίου στον κλάδο του αυτοκινήτου, όπου οι πρώτοι έλεγχοι αποκάλυψαν υψηλά ποσοστά παραβατικότητας, η ΑΑΔΕ σχεδιάζει την επέκταση του μέτρου και σε νέες δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι υπηρεσίες ομορφιάς. Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα στοιχεία, στους κλάδους των υπηρεσιών ομορφιάς και των επιχειρήσεων κοινωνικών εκδηλώσεων η παραβατικότητα προσεγγίζει το 30%, γεγονός που εξηγεί γιατί οι συγκεκριμένες δραστηριότητες μπαίνουν πλέον στο στόχαστρο των ελεγκτικών μηχανισμών.
Η ελληνική αγορά της ομορφιάς αποτελεί έναν ιδιαίτερα δυναμικό κλάδο της οικονομίας. Χιλιάδες επιχειρήσεις – ινστιτούτα αισθητικής, κέντρα laser, nail salons, επιχειρήσεις περιποίησης προσώπου και σώματος, επαγγελματίες μακιγιάζ και αισθητικοί – εξυπηρετούν καθημερινά δεκάδες χιλιάδες πελάτες, ενώ ο ετήσιος κύκλος εργασιών του κλάδου εκτιμάται ότι ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.
Οι συναλλαγές που μπαίνουν στο «ραντάρ»
Οι φορολογικές αρχές δεν περιορίζονται πλέον μόνο στην έκδοση ή μη μιας απόδειξης. Αντίθετα, αξιοποιούν ένα ολοένα και μεγαλύτερο δίκτυο ψηφιακών πληροφοριών προκειμένου να εντοπίσουν αποκλίσεις μεταξύ της πραγματικής δραστηριότητας μιας επιχείρησης και των εσόδων που δηλώνονται στην Εφορία.
Στο επίκεντρο των διασταυρώσεων βρίσκονται:
- οι εισπράξεις μέσω POS,
- οι κινήσεις των επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών,
- τα δεδομένα που διαβιβάζονται στην πλατφόρμα myDATA,
- τα ηλεκτρονικά ραντεβού μέσω εφαρμογών ή ιστοσελίδων,
- οι διαφημίσεις και οι προσφορές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης,
- οι ηλεκτρονικές κρατήσεις και οι online πληρωμές.
Η διασταύρωση όλων αυτών των πληροφοριών δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο ψηφιακό αποτύπωμα της επιχείρησης, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια απόκρυψης εισοδημάτων.
Οι «εκπτώσεις χωρίς απόδειξη»
Ένα από τα συχνότερα φαινόμενα που καταγράφουν οι ελεγκτικές αρχές αφορά την προσφορά καλύτερης τιμής όταν ο πελάτης συμφωνήσει να μη λάβει φορολογικό παραστατικό.
Πρόκειται για μια πρακτική που δεν αφορά αποκλειστικά τον χώρο της αισθητικής, αλλά εμφανίζεται συχνά σε κλάδους παροχής υπηρεσιών όπου οι συναλλαγές πραγματοποιούνται απευθείας με τον καταναλωτή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το τίμημα δεν καταχωρίζεται στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης, δεν αποδίδεται ΦΠΑ και δεν φορολογείται ως εισόδημα.
Η απώλεια δημοσίων εσόδων δεν περιορίζεται μόνο στον φόρο εισοδήματος. Το Δημόσιο στερείται παράλληλα τον αναλογούντα ΦΠΑ, ενώ δημιουργούνται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού εις βάρος των επιχειρήσεων που λειτουργούν με πλήρη φορολογική συμμόρφωση.
Νέα εργαλεία αντί για παραδοσιακούς ελέγχους
Η στρατηγική της ΑΑΔΕ μετατοπίζεται πλέον από τους τυχαίους επιτόπιους ελέγχους στην αξιοποίηση δεδομένων και αλγορίθμων ανάλυσης κινδύνου.
Οι ελεγκτές μπορούν να εντοπίζουν περιπτώσεις όπου, για παράδειγμα, μια επιχείρηση εμφανίζει ιδιαίτερα αυξημένη πελατεία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στις ηλεκτρονικές κρατήσεις, αλλά δηλώνει εξαιρετικά χαμηλό κύκλο εργασιών. Αντίστοιχα, σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ τραπεζικών εισπράξεων, POS και δηλωμένων εσόδων ενεργοποιούν στοχευμένους φορολογικούς ελέγχους.
Όπως επισημαίνουν στη HuffPost στελέχη της ΑΑΔΕ, η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής αποτελεί βασικό πυλώνα της δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς αυξάνει τα φορολογικά έσοδα χωρίς την επιβολή νέων φόρων και ενισχύει τον υγιή ανταγωνισμό στην αγορά.