Αν διαβάσετε την ετήσια έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για το 2026, μάλλον θα απογοητευτείτε ή σίγουρα θα προβληματιστείτε. Γιατί, όπως φαίνεται από την πρώτη μόλις ματιά, το έτος 2025 δεν ήταν απλώς μια ακόμη δύσκολη χρονιά για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ήταν μια χρονιά κατά την οποία έγινε πιο ξεκάθαρο από ποτέ ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα, επικίνδυνη φάση. Και αυτό είναι και το βασικό μήνυμα της έκθεσης, ότι δηλαδή η ισχύς, η δύναμη του ισχυρού, επιστρέφει στο κέντρο της διεθνούς πολιτικής, ενώ ταυτόχρονα οι κανόνες, οι θεσμοί και οι αρχές που οικοδομήθηκαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο υποχωρούν.
Πιο συγκεκριμένα, η ετήσια έκθεσή της Αμνηστίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα για το έτος 2025 αναφέρεται σε πολέμους που κλιμακώθηκαν, κυβερνήσεις που φίμωσαν τη φωνή της αντιπολίτευσης και σε διεθνείς μηχανισμούς, όπως ο ΟΗΕ κλπ., που αποδυναμώθηκαν. Και αποδυναμώθηκαν όπως αναφέρει χαρακτηριστικά γιατί “ισχυροί πολιτικοί ηγέτες και κράτη επιδιώκουν να επιβάλουν πολιτική, στρατιωτική και οικονομική κυριαρχία, αδιαφορώντας για το διεθνές δίκαιο, τους θεσμούς λογοδοσίας και τις καθολικές αρχές των πολιτών”.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, αυτή η νέα πραγματικότητα που αναδύεται σταθερά τα τελευταία χρόνια δεν αφορά μόνο σε πολεμικές συρράξεις και εμφύλιες διαμάχες. Εκδηλώνεται διαχρονικά και συστηματικά με την ποινικοποίηση της διαμαρτυρίας, την υπονόμευση της κοινωνίας των πολιτών, τη ρητορική μίσους απέναντι σε ευάλωτες ομάδες, τη σφοδρή επίθεση στα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, αλλά και τη σταδιακή αποδοχή ενός κόσμου όπου η καταστολή παρουσιάζεται ως σταθερότητα και η βια και η ανισότητα ως αναγκαίο τίμημα της ασφάλειας όλων.
Κανείς και καμία δεν θα αρνηθεί την ανάγκη της ασφάλειας, αλλά με τον ταυτόχρονο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελευθερίας και της δημοκρατίας, όχι χωρίς αυτές. Γιατί το να παρουσιάζεται η ασφάλεια, η δύναμη και η ισχύς ως αναγκαιότητα και ρεαλισμός είναι σοβαρή και επικίνδυνη παραπλάνηση. Είναι παραπλάνηση και μάλιστα ύπουλη. Οι κανόνες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι αρχές και οι διεθνείς συμβάσεις δεν είναι “πολυτέλειες ενός παλαιού κόσμου” που καταρρέει. Αντίθετα, είναι το πλαίσιο, είναι οι αρχές ώστε οι θεσμοί, για να οχυρωθεί η ασφάλεια και η δικαιοσύνη.
Άρα προκύπτει ένα σοβαρό ερώτημα διαβάζοντας την παρούσα έκθεση: Είναι οι κοινωνίες μας διατεθειμένες να παλέψουν για έναν κόσμο στον οποίο ο άνθρωπος δεν θα εξαρτάται από την ισχύ, τη γεωγραφία, το φύλο, τη φυλή και την βούληση μιας ελίτ;
Παρά τη σκοτεινή εικόνα, η έκθεση απαντά στο παραπάνω ερώτημα με σχετική αισιοδοξία. Αφενός γιατί καταγράφει και στοιχεία αντίστασης, όπως κυβερνήσεις που υπερασπίστηκαν το διεθνές δίκαιο, πρωτοβουλίες λογοδοσίας για εγκλήματα πολέμου, κινήσεις για τον έλεγχο της διακίνησης των όπλων, πρόοδο σε ζητήματα κοινωνικής και κλιματικής δικαιοσύνης, καθώς και ισχυρές παρεμβάσεις της κοινωνίας των πολιτών. Από διεθνείς δικαστικές αποφάσεις έως κινητοποιήσεις εργαζομένων και κοινωνικών οργανώσεων, η εικόνα δεν είναι μόνο μια εικόνα αποσύνθεσης, αλλά και μια εικόνα επιμονής και ίσως επαναπροσδιορισμού.
Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο προκύπτει αβίαστα ένα κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα: θα καταγραφεί η σημερινή συγκυρία ως η στιγμή κατά την οποία οι θεσμοί και η κοινωνία πολιτών θα επιλέξουν να δραστηριοποιηθούν και να δράσουν;
Γιατί δεν αρκεί πλέον η παθητική υπεράσπιση όσων έχουν ήδη απομείνει, αλλά χρειάζεται και ένα νέο πολιτικό αφήγημα, ικανό να προσαρμόσει το όραμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις συνθήκες του σημερινού κόσμου, της γεωπολιτικής αστάθειας, της ενεργειακής πρόκλησης, της κλιματικής κρίσης και των νέων τεχνολογικών μετασχηματισμών.