Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Το ουσιώδες ερώτημα στις σημερινές ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν είναι πλέον εάν η Τουρκία αμφισβητεί συγκεκριμένες ελληνικές θέσεις στο Αιγαίο. Αυτό είναι γνωστό, ιστορικά καταγεγραμμένο και ενσωματωμένο εδώ και δεκαετίες στη διμερή αντιπαράθεση. Τοιουτοτρόπως το αξονικό ερώτημα είναι διαφορετικό: κατά πόσον η Άγκυρα επιχειρεί σταδιακά να μεταβάλει τα ίδια τα όρια εντός των οποίων η Ελλάδα μπορεί να ασκεί ανεμπόδιστα τις λειτουργίες της ως κυρίαρχο κράτος. Υπό αυτή την έννοια, η σημερινή φάση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης δεν χαρακτηρίζεται πρωτίστως από την εμφάνιση νέων διεκδικήσεων, αλλά από τη συστηματική επέκταση παλαιότερων αμφισβητήσεων σε ολοένα περισσότερα πεδία δημόσιας πολιτικής⸱ από την άμυνα και τις θαλάσσιες ζώνες έως τον χωροταξικό σχεδιασμό, την περιβαλλοντική προστασία, τις ενεργειακές υποδομές και τις νέες στρατιωτικές τεχνολογίες.

Advertisement
Advertisement

Ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο αποκτά σημασία η τουρκική αντίδραση της 28ης Αυγούστου 2026 στο νέο ελληνικό Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχανία και τις Εφοδιαστικές Αλυσίδες. Ο εκπρόσωπος του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών, Οντζού Κετσελί, υποστήριξε ότι το ελληνικό πλαίσιο δεν παράγει νομικές συνέπειες για την Τουρκία, επαναφέροντας ταυτόχρονα τη θέση περί «γεωγραφικών σχηματισμών» στο Αιγαίο των οποίων η κυριαρχία, σύμφωνα με την τουρκική ερμηνεία, δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα μέσω διεθνών συνθηκών. Η ελληνική απάντηση υπήρξε κατηγορηματική⸱ η επανάληψη ενός αβάσιμου ισχυρισμού δεν του προσδίδει νομικό έρεισμα, ενώ το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο θεμελιώνεται στις ισχύουσες διεθνείς συνθήκες.

Το επεισόδιο είναι σημαντικό όχι επειδή μεταβάλλει αυτοτελώς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά επειδή αποκαλύπτει τον μηχανισμό μέσω του οποίου διευρύνεται η αμφισβήτηση. Ένα ελληνικό εργαλείο εσωτερικού χωροταξικού σχεδιασμού μετατρέπεται σε αφορμή επαναφοράς ζητήματος κυριαρχίας. Με άλλα λόγια, η διαφωνία μετακινείται από το «ποιος κατέχει τι» προς το «ποιος δικαιούται να σχεδιάζει, να ρυθμίζει και να ενεργεί πού». Πρόκειται για κρίσιμη ποιοτική μεταβολή, επειδή αφορά όχι μόνο τον τίτλο της κυριαρχίας αλλά την καθημερινή και λειτουργική άσκησή της.

Η θεωρία των διεθνών σχέσεων προσφέρει ένα χρήσιμο ερμηνευτικό πλαίσιο για αυτή τη δυναμική. Ο αναθεωρητισμός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλός πολιτικός χαρακτηρισμός ούτε ως συνώνυμο της επιθετικότητας. Αναφέρεται στην επιδίωξη τροποποίησης στοιχείων μιας υφιστάμενης τάξης –της κατανομής δικαιωμάτων, των κανόνων, των ορίων ή των αποδεκτών ερμηνειών που προσδιορίζουν τη συμπεριφορά των κρατών. Στην ελληνοτουρκική περίπτωση, το κρίσιμο στοιχείο είναι συνεπώς η προσπάθεια διεύρυνσης του πεδίου όσων παρουσιάζονται ως διαπραγματεύσιμα. Ζητήματα που η Αθήνα θεωρεί ότι απορρέουν από την κυριαρχία ή τα κυριαρχικά της δικαιώματα εντάσσονται από την Άγκυρα σε ένα ευρύτερο σύστημα αλληλένδετων διαφορών.

Η περίπτωση της Ρόδου είναι ενδεικτική αυτής της λογικής. Στις 27 Αυγούστου 2026, η τουρκική πλευρά υποστήριξε ότι πιθανή εγκατάσταση βάσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAV) στο νησί θα παραβίαζε, κατά την ερμηνεία της, το αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς του. Η σημασία της αντίδρασης δεν εξαντλείται στην πάγια διαφωνία περί αποστρατιωτικοποίησης. Αγγίζει τον πυρήνα της ελληνικής αμυντικής λειτουργίας, καθώς η Τουρκία επιχειρεί ουσιαστικά να συναρτήσει το νομικό καθεστώς των νησιών με το είδος και την έκταση των στρατιωτικών δυνατοτήτων που μπορεί να αναπτύσσει η Ελλάδα. Τα UAV αποκτούν ιδιαίτερη στρατηγική σημασία επειδή, σε συνδυασμό με αισθητήρες, δίκτυα διοίκησης και ελέγχου, αεράμυνα και συστήματα ακριβείας, μπορούν να μετατρέψουν τη γεωγραφία σε πολλαπλασιαστή επιχειρησιακής ισχύος.

Η ίδια λογική μεταφέρεται από το στρατιωτικό στο περιβαλλοντικό πεδίο. Οι τουρκικές αποφάσεις για τη δημιουργία «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» στο βορειοανατολικό Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο καταδεικνύουν πώς ένα κανονιστικό εργαλείο περιβαλλοντικής προστασίας μπορεί να αποκτήσει γεωπολιτική λειτουργία. Όταν προστατευόμενες περιοχές αποτυπώνονται σε χάρτες και συνοδεύονται από διοικητικές πράξεις, η περιβαλλοντική διακυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μηχανισμός χωρικής αναπαράστασης δικαιοδοσίας. Το επίδικο, επομένως, δεν είναι η προστασία του περιβάλλοντος, αλλά η σύνδεσή της με αντικρουόμενες αντιλήψεις για τον θαλάσσιο χώρο.

Ακόμη περισσότερο αποκαλυπτική είναι η περίπτωση του Great Sea Interconnector. Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου δεν αποτελεί μόνο ενεργειακό έργο αλλά υλική έκφραση στρατηγικής παρουσίας στον θαλάσσιο χώρο. Η καταγεγραμμένη τουρκική παρέμβαση σε εργασίες πόντισης καλωδίων στην περιοχή Αστυπάλαιας–Αμοργού δείχνει ότι η αντιπαράθεση μεταφέρεται από τις δηλώσεις στην πραγματική δυνατότητα εκτέλεσης δραστηριοτήτων. Σε αυτή την περίπτωση, το ερώτημα γίνεται εξαιρετικά συγκεκριμένο: ποιος μπορεί πράγματι να πραγματοποιεί έρευνες, να κατασκευάζει υποδομές και να ασκεί λειτουργική δικαιοδοσία χωρίς την έγκριση ή την ανοχή της άλλης πλευράς;

Advertisement

Εδώ βρίσκεται και ο κοινός παρονομαστής των εξελίξεων. Χωροταξικός σχεδιασμός, Ρόδος, θαλάσσια πάρκα και ηλεκτρική διασύνδεση δεν είναι τέσσερις διαφορετικές ιστορίες. Αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις μιας βαθύτερης διαμάχης για το εύρος της επιτρεπτής ελληνικής κρατικής δράσης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η αντιπαράθεση μετατοπίζεται έτσι από την κυριαρχία στην άσκηση της κυριαρχίας και από τις κλασικές εδαφικές διεκδικήσεις στη λειτουργική παρουσία του κράτους στον χώρο.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με ένα δεύτερο χαρακτηριστικό⸱ την περιφερειοποίηση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Η ενίσχυση της συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ στην αεράμυνα, στα UAV και στις τεχνολογίες αντιμετώπισης μη επανδρωμένων απειλών εντάσσει πλέον τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό σε ένα ευρύτερο σύστημα περιφερειακών συσχετισμών. Αυτό δεν σημαίνει ότι η στρατιωτική σύγκρουση είναι αναπόφευκτη ή επικείμενη. Σημαίνει όμως ότι κάθε επιμέρους ελληνική επιλογή αξιολογείται από την Άγκυρα όχι απομονωμένα, αλλά ως τμήμα μιας μεταβαλλόμενης αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η σημερινή κατάσταση μπορεί επομένως να περιγραφεί ακριβέστερα ως στρατηγική σωρευτικής αμφισβήτησης. Δεν απαιτεί μία μεγάλη κρίση ούτε μια θεαματική ανατροπή του status quo. Λειτουργεί μέσω της επανάληψης: δηλώσεις, χάρτες, NAVTEX, διοικητικές πράξεις, νομικές ερμηνείες, στρατιωτικές παρεμβάσεις και διπλωματικές αντιδράσεις δημιουργούν σταδιακά ένα περιβάλλον στο οποίο ολοένα περισσότερες ελληνικές δραστηριότητες παρουσιάζονται ως αμφισβητήσιμες.

Advertisement

Για την Αθήνα, συνεπώς, η στρατηγική πρόκληση υπερβαίνει την αποτελεσματική απάντηση σε κάθε μεμονωμένο επεισόδιο. Το κεντρικό διακύβευμα είναι να αποτραπεί η μετατροπή της επαναλαμβανόμενης αμφισβήτησης σε καθεστώς de facto διαπραγματευσιμότητας. Διότι στη σύγχρονη ελληνοτουρκική αντιπαράθεση η ισχύς δεν κρίνεται αποκλειστικά από στρατιωτικές δυνατότητες ή νομικούς τίτλους. Κρίνεται επίσης από την ικανότητα ενός κράτους να μετατρέπει σταθερά τους νομικούς τίτλους σε πραγματική διοίκηση, θεσμική παρουσία και συνεχή άσκηση δικαιωμάτων. Το βαθύτερο αντικείμενο του ανταγωνισμού δεν είναι, τελικά, μόνο ποιος διαθέτει δικαιώματα στο Αιγαίο, αλλά ποιος μπορεί να τα ασκεί στην πράξη χωρίς η άσκησή τους να μετατρέπεται, μέσω της επαναλαμβανόμενης αμφισβήτησης, σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.