Για χρόνια, η ελληνική εξωτερική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο είχε ως βασικό χαρακτηριστικό την ανάγκη διαχείρισης μιας πραγματικότητας που συχνά διαμορφωνόταν αλλού. Η Αθήνα καλούνταν να απαντήσει σε τουρκικές διεκδικήσεις, χάρτες, συμφωνίες και μονομερείς κινήσεις, υπερασπιζόμενη κάθε φορά το Διεθνές Δίκαιο και τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, χωρίς πάντοτε να διαθέτει την πολυτέλεια να επιλέγει η ίδια το πεδίο και τον χρόνο της αντιπαράθεσης. Η εικόνα αυτή, ωστόσο, αρχίζει να αλλάζει, καθώς η Ελλάδα επιχειρεί πλέον να μετακινηθεί από τη λογική της αντίδρασης στη λογική της διαμόρφωσης των ίδιων των δεδομένων μέσα στα οποία θα κινηθούν οι επόμενες εξελίξεις.
Η μεταβολή αυτή δεν συνιστά μία μεμονωμένη διπλωματική πρωτοβουλία, ούτε μπορεί να αποδοθεί σε μία μόνο συμφωνία ή σε ένα ενεργειακό έργο. Πρόκειται περισσότερο για τη σταδιακή σύνδεση διαφορετικών εργαλείων ισχύος, των θαλασσίων οριοθετήσεων, του Διεθνούς Δικαίου, της διπλωματίας, της ενέργειας, των υποδομών, των επενδύσεων και των περιφερειακών συνεργασιών, σε μια ευρύτερη στρατηγική, η οποία εκτείνεται από το Ιόνιο και την Αδριατική μέχρι την Κρήτη, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, την Κύπρο και το Ισραήλ. Η ουσία αυτής της μετατόπισης βρίσκεται στο ότι η Ελλάδα επιχειρεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφία της όχι ως παράγοντα που δημιουργεί ευαλωτότητες, αλλά ως πηγή στρατηγικής αξίας.
Στην καρδιά αυτής της προσπάθειας εξακολουθεί να βρίσκεται το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, το οποίο η Αθήνα θεωρεί νομικά ανίσχυρο έναντι της Ελλάδας και ασύμβατο με τα δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Το βασικό πρόβλημα για την ελληνική πλευρά δεν είναι απλώς η ύπαρξη μιας διμερούς συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, αλλά η προσπάθεια χάραξης μιας θαλάσσιας σχέσης μεταξύ δύο κρατών κατά τρόπο που, από την ελληνική σκοπιά, παρακάμπτει την παρουσία και τα δικαιώματα ελληνικών νησιών, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την Κρήτη. Μια διμερής συμφωνία, ωστόσο, δεν μπορεί από μόνη της να δεσμεύσει ένα τρίτο κράτος που δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος, ούτε να εξαφανίσει δικαιώματα που η Ελλάδα θεωρεί ότι απορρέουν από το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η ελληνική απάντηση σε αυτή την πραγματικότητα δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια διαρκή αντιπαράθεση χαρτών, διότι ένας χάρτης μπορεί να αμφισβητηθεί από έναν άλλο χάρτη, ενώ ένα πολιτικό τετελεσμένο μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια ακόμη πολιτική διαμαρτυρία χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά ο συσχετισμός. Πολύ πιο σημαντική είναι η δημιουργία πραγματικών νομικών, διπλωματικών, οικονομικών και στρατηγικών δεδομένων, μέσα από συμφωνίες που γίνονται αποδεκτές από τα συμβαλλόμενα κράτη, μέσα από διεθνείς θεσμούς και μέσα από υποδομές που δημιουργούν μακροχρόνιες σχέσεις αλληλεξάρτησης.
Η συμφωνία Ελλάδας–Ιταλίας και η μερική οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας–Αιγύπτου το 2020 έχουν επομένως ιδιαίτερη σημασία, όχι επειδή δεσμεύουν τρίτα κράτη, αλλά επειδή αποδεικνύουν στην πράξη ότι η Ελλάδα επιλέγει να αντιμετωπίσει τις θαλάσσιες διαφορές μέσα από συμφωνημένες διαδικασίες και τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου. Η Τουρκία ασφαλώς μπορεί να αξιολογεί διαφορετικά τις συγκεκριμένες συμφωνίες και να τις χρησιμοποιεί στη δική της επιχειρηματολογία, όμως δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος τους και συνεπώς δεν δεσμεύεται από αυτές. Η αξία τους για την Αθήνα βρίσκεται πρωτίστως στο γεγονός ότι ενισχύουν μια συνεπή ελληνική πρακτική οριοθέτησης με γειτονικά κράτη.
Στο Ιόνιο, η ανοικτή διαδικασία με την Αλβανία υπενθυμίζει ότι αυτή η στρατηγική δεν είναι ούτε ολοκληρωμένη ούτε χωρίς δυσκολίες. Η συμφωνία του 2009 δεν τέθηκε σε ισχύ μετά την απόφαση του Αλβανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου το 2010 και η υπόθεση οδηγήθηκε στη συνέχεια προς τη διεθνή δικαιοδοσία, γεγονός που δείχνει ότι η ελληνική επιλογή δεν είναι να παρουσιάσει μια εικόνα τετελεσμένων, αλλά να αξιοποιήσει διαφορετικά εργαλεία ανάλογα με την περίπτωση. Όπου υπάρχει δυνατότητα διμερούς συμφωνίας, η διαπραγμάτευση παραμένει το προτιμητέο εργαλείο. Όπου αυτή δεν καθίσταται δυνατή, το Διεθνές Δικαστήριο και οι διεθνείς θεσμοί μπορούν να αποτελέσουν το επόμενο βήμα.
Η Λιβύη αποτελεί, υπό αυτή την έννοια, το κρίσιμο επόμενο πεδίο. Η προσπάθεια της Αθήνας να συνομιλήσει απευθείας με τη λιβυκή πλευρά για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών έχει στρατηγική σημασία ακριβώς επειδή δημιουργεί μια εναλλακτική διαδικασία απέναντι στη λογική ότι η θαλάσσια περιοχή νότια της Κρήτης πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσα από το πρίσμα του τουρκολιβυκού μνημονίου. Οι συνομιλίες ασφαλώς δεν συνιστούν συμφωνία και δεν εξαφανίζουν τις διαφορές, δημιουργούν όμως ένα πολιτικό και διπλωματικό πεδίο στο οποίο η Αθήνα μπορεί να υποστηρίξει έμπρακτα ότι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών πρέπει να προκύπτει από συμφωνία των ενδιαφερομένων κρατών ή από διαδικασία που προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο και όχι από μια προηγούμενη διμερή διευθέτηση στην οποία η Ελλάδα δεν συμμετείχε.
Η πολυπλοκότητα της Λιβύης επιβάλλει ταυτόχρονα στην Αθήνα να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με τις διαφορετικές πολιτικές και θεσμικές πραγματικότητες της χώρας, χωρίς να συγχέει την ευρύτερη πολιτική της παρουσία στη Λιβύη με την επίσημη διαδικασία οριοθέτησης. Η Τρίπολη αποτελεί τον θεσμικό συνομιλητή για τη συγκεκριμένη διαδικασία, ενώ η ανατολική Λιβύη και οι πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες που συνδέονται με τη Βεγγάζη αποτελούν μέρος μιας πραγματικότητας που δεν μπορεί να αγνοηθεί στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Η συγκυρία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή οι λιβυκές θαλάσσιες αξιώσεις δεν συναντούν αντιδράσεις μόνο από την Ελλάδα. Η Αίγυπτος έχει επίσης λόγους να προστατεύει τα δικά της συμφέροντα, ενώ Ιταλία και Τυνησία έχουν τις δικές τους θέσεις και επιδιώξεις στη Μεσόγειο. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται, επομένως, να επιδιώξει έναν τεχνητό «αντιλιβυκό άξονα» ούτε να παρουσιάσει διαφορετικές χώρες ως τμήματα ενός ενιαίου μετώπου. Αρκεί η σύμπτωση συγκεκριμένων συμφερόντων γύρω από την ανάγκη οι θαλάσσιες διαφορές να αντιμετωπίζονται μέσα από κανόνες και συμφωνημένες διαδικασίες, ώστε το ζήτημα να μετακινείται από τη στενή ελληνοτουρκική αντιπαράθεση σε ένα ευρύτερο περιφερειακό πλαίσιο.
Η Αίγυπτος έχει εδώ ιδιαίτερη βαρύτητα. Η συμφωνία του 2020 δεν αποτελεί απλώς μια διμερή πράξη οριοθέτησης, αλλά αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία αναπτύχθηκε μια πολύ ευρύτερη σχέση στους τομείς της ενέργειας, της ασφάλειας και της περιφερειακής συνεργασίας. Το Κάιρο δεν υιοθετεί τις ελληνικές θέσεις επειδή υπηρετεί την Αθήνα, αλλά επειδή υπερασπίζεται τα δικά του συμφέροντα, και ακριβώς αυτή η ανεξάρτητη αιγυπτιακή στρατηγική καθιστά πιο σημαντική κάθε πραγματική σύμπτωση συμφερόντων με την Ελλάδα.
Σε αυτό το σημείο, η γεωπολιτική συζήτηση περνά αναπόφευκτα από τις θαλάσσιες ζώνες στην ενέργεια, διότι οι θαλάσσιες περιοχές δεν είναι απλώς γραμμές πάνω σε χάρτες, αλλά χώροι στους οποίους συναντώνται δικαιώματα, οικονομικά συμφέροντα, φυσικοί πόροι, επενδύσεις, υποδομές και στρατηγικές διαδρομές. Όσο περισσότερο η Ελλάδα καταφέρνει να συνδέει τη γεωγραφία της με πραγματικά οικονομικά και ενεργειακά συμφέροντα, τόσο περισσότερο μετατρέπει τη θέση της στον χάρτη από ενδεχόμενο μειονέκτημα σε εργαλείο ισχύος.
Το Great Sea Interconnector αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης. Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και το επόμενο σκέλος Κύπρου–Ισραήλ δεν αποτελούν πλέον μια απλή θεωρητική προοπτική, καθώς η διαδικασία για το σκέλος Κύπρου–Ισραήλ έχει περάσει σε συγκεκριμένο ρυθμιστικό στάδιο, ενώ η είσοδος της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού επενδυτή προσδίδει στο έργο επιπλέον επενδυτικό και ευρωπαϊκό βάρος. Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει τη γεωπολιτική βαρύτητα του έργου, καθώς η Ελλάδα συνδέεται ηλεκτρικά με την Κύπρο και ο σχεδιασμός προχωρά προς τη σύνδεση της Κύπρου με το Ισραήλ, δημιουργώντας έναν ενεργειακό διάδρομο που ενώνει την ευρωπαϊκή ηλεκτρική αγορά με την Ανατολική Μεσόγειο.
Η αμερικανική διάσταση προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο. Διακομματική ομάδα Αμερικανών βουλευτών, με επικεφαλής τους Brad Schneider και Gus Bilirakis, ζήτησε από την αμερικανική κυβέρνηση να δώσει προτεραιότητα στο GSI, συνδέοντας τη διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ με τη στρατηγική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου και τον ευρύτερο σχεδιασμό του IMEC. Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά αμερικανική χρηματοδοτική δέσμευση, αποτελεί όμως σαφή ένδειξη ότι το έργο αντιμετωπίζεται πλέον και μέσα από ένα ευρύτερο γεωστρατηγικό πρίσμα.
Η χρονική ακολουθία έχει επομένως ιδιαίτερη σημασία: γαλλική επενδυτική συμμετοχή, συγκεκριμένα βήματα για το σκέλος Κύπρου–Ισραήλ και αμερικανική πολιτική στήριξη συγκλίνουν γύρω από ένα έργο που μέχρι πρόσφατα θα μπορούσε να αντιμετωπίζεται κυρίως ως ενεργειακή υποδομή. Κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν σημαίνει ότι το GSI είναι δεδομένο ή ότι έχουν εξαφανιστεί οι οικονομικές, τεχνικές και γεωπολιτικές προκλήσεις. Σημαίνει όμως ότι η διασύνδεση έχει αποκτήσει ένα πολιτικό βάρος που υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια μιας συμβατικής ενεργειακής επένδυσης.
Εδώ αρχίζει να γίνεται ορατή η πραγματική ελληνική στρατηγική. Η Ελλάδα δεν προσπαθεί απλώς να απαντήσει σε κάθε τουρκική κίνηση με μια αντίστοιχη ελληνική κίνηση, αλλά επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πλέγμα συμφερόντων μέσα στο οποίο η ίδια θα κατέχει κομβική θέση. Η Ιταλία συνδέεται με την Ελλάδα μέσω της οριοθέτησης και διαθέτει ισχυρά συμφέροντα στην Κεντρική Μεσόγειο και τη Λιβύη, η Αίγυπτος αποτελεί κρίσιμο περιφερειακό εταίρο με δικά της συμφέροντα στη Λιβύη και την ενέργεια, η Κύπρος συνδέεται με την Ελλάδα μέσω μιας ευρωπαϊκής ενεργειακής υποδομής, το Ισραήλ αποτελεί πλέον συγκεκριμένο σκέλος του σχεδιασμού του GSI, η Γαλλία προσθέτει επενδυτικό βάρος και οι Ηνωμένες Πολιτείες προσδίδουν στην υπόθεση μια ευρύτερη γεωστρατηγική διάσταση.
Ακριβώς γι’ αυτό η πρόσφατη τουρκική κίνηση με τα θαλάσσια πάρκα δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί απομονωμένα. Η Τουρκία προχώρησε στη δημιουργία δύο εθνικών θαλάσσιων πάρκων, στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, με την ελληνική πλευρά να επισημαίνει ότι οι σχετικές πράξεις εκτείνονται πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων και να υποστηρίζει ότι δεν μπορούν να παράγουν έννομα αποτελέσματα σε περιοχές όπου η Τουρκία δεν διαθέτει σχετική δικαιοδοσία ή επί ελληνικών δικαιωμάτων.
Η σημασία της κίνησης δεν βρίσκεται στο ότι ένα θαλάσσιο πάρκο αποτελεί οριοθέτηση θαλάσσιας ζώνης, δεν αποτελεί, αλλά στο ότι καταδεικνύει πως ο ανταγωνισμός για τον θαλάσσιο χώρο αποκτά ολοένα περισσότερες μορφές. Περιβαλλοντικές ζώνες, διοικητικές πράξεις, θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, ενεργειακές έρευνες και υποδομές μπορούν να αποκτήσουν πολιτική και στρατηγική σημασία όταν αφορούν περιοχές στις οποίες τα κράτη προβάλλουν διαφορετικές αντιλήψεις για τα δικαιώματα και τη δικαιοδοσία τους.
Η ελληνική απάντηση, επομένως, δεν μπορεί να είναι ούτε αδράνεια ούτε μια διαρκής αναπαραγωγή ανακοινώσεων. Η Αθήνα έχει καταστήσει σαφές ότι μονομερείς διοικητικές πράξεις δεν μπορούν να δημιουργήσουν έννομα αποτελέσματα εις βάρος των ελληνικών δικαιωμάτων, ενώ ταυτόχρονα έχει δηλώσει ότι, εφόσον υπάρξει πραγματική απόπειρα προσβολής ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, διαθέτει τη δυνατότητα να αντιδράσει με κάθε πρόσφορο μέσο. Η διπλωματία, επομένως, δεν λειτουργεί ως υποκατάστατο της αποτροπής, αλλά ως μέρος μιας συνολικής στρατηγικής στην οποία το Διεθνές Δίκαιο, οι διεθνείς συμμαχίες, η οικονομική διασύνδεση και η αποτρεπτική ισχύς λειτουργούν συμπληρωματικά.
Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια πολιτική απλής αντίδρασης και σε μια πραγματική στρατηγική αντεπίθεσης. Η πρώτη περιμένει την επόμενη κίνηση του αντιπάλου για να απαντήσει, ενώ η δεύτερη επιχειρεί να διαμορφώσει ένα περιβάλλον στο οποίο οι επόμενες κινήσεις θα πραγματοποιούνται μέσα σε ένα ολοένα πιο σύνθετο πλέγμα νομικών, πολιτικών, οικονομικών και στρατηγικών παραμέτρων.
Η ισχύς μιας τέτοιας στρατηγικής δεν βρίσκεται σε ένα μεμονωμένο στοιχείο. Βρίσκεται στη συσσώρευση. Μια διπλωματική διαμαρτυρία μπορεί να καταγραφεί και να ξεχαστεί, μια συμφωνία οριοθέτησης δημιουργεί ένα σταθερό πλαίσιο μεταξύ κρατών, μια επένδυση δημιουργεί οικονομικό συμφέρον, μια ενεργειακή διασύνδεση δημιουργεί αλληλεξάρτηση, ενώ η συμμετοχή μεγάλων ευρωπαϊκών και αμερικανικών παραγόντων αυξάνει το πολιτικό βάρος μιας υποδομής που βρίσκεται στον πυρήνα της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να επιβάλει μόνη της τους κανόνες της Ανατολικής Μεσογείου, μπορεί όμως να επιδιώξει κάτι εξίσου σημαντικό: να καταστήσει τη θέση της τόσο βαθιά ενσωματωμένη σε ευρωπαϊκά, αμερικανικά και περιφερειακά συμφέροντα, ώστε οποιαδήποτε προσπάθεια μονομερούς μεταβολής των ισορροπιών να αποκτά αυξανόμενο πολιτικό, οικονομικό και στρατηγικό κόστος.
Το μεγάλο στοίχημα βρίσκεται πλέον στη συνέχεια, διότι ούτε οι συνομιλίες με τη Λιβύη εγγυώνται συμφωνία, ούτε η διαδικασία με την Αλβανία έχει ολοκληρωθεί, ούτε η πολιτική πραγματικότητα στη Λιβύη έχει σταθεροποιηθεί, ενώ το GSI, παρά την είσοδο της Meridiam και την πρόοδο προς το σκέλος Κύπρου–Ισραήλ, εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με σημαντικά τεχνικά, οικονομικά και γεωπολιτικά ζητήματα. Η αμερικανική πολιτική στήριξη, επίσης, δεν πρέπει να συγχέεται με αμερικανική χρηματοδοτική δέσμευση. Η αξία των εξελίξεων βρίσκεται ακριβώς στο ότι αυξάνουν το επίπεδο της διεθνούς προσοχής και των συμφερόντων που συνδέονται με την περιοχή.
Η πραγματική επιτυχία της Αθήνας δεν θα είναι, συνεπώς, να ανακοινώσει περισσότερες συμφωνίες από την Άγκυρα ούτε να απαντήσει σε κάθε τουρκική κίνηση με μια νέα ελληνική κίνηση, αλλά να μπορέσει να συνδέσει τις επιμέρους πρωτοβουλίες σε μια συνεκτική στρατηγική, μέσα στην οποία η οριοθέτηση με την Ιταλία και την Αίγυπτο, η προσπάθεια με την Αλβανία και τη Λιβύη, η ενεργειακή διασύνδεση με την Κύπρο και το Ισραήλ, η γαλλική επενδυτική παρουσία και η αμερικανική στρατηγική για την Ανατολική Μεσόγειο θα λειτουργούν ως αλληλοενισχυόμενα στοιχεία και όχι ως ασύνδετες διπλωματικές επιτυχίες.
Εάν αυτή η πολιτική αποκτήσει συνέχεια, τότε η απάντηση στο τουρκολιβυκό μνημόνιο θα έχει μετατραπεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια ελληνική ένσταση απέναντι σε μια αμφισβητούμενη συμφωνία. Θα έχει εξελιχθεί σε προσπάθεια δημιουργίας ενός διαφορετικού περιφερειακού συστήματος, στο οποίο οι θαλάσσιες ζώνες συνδέονται με το Διεθνές Δίκαιο, η ενέργεια με την ασφάλεια, οι υποδομές με την οικονομία, οι επενδύσεις με τη γεωπολιτική και η ελληνική γεωγραφία με τους μεγάλους ευρωπαϊκούς και διεθνείς διαδρόμους.
Από την Αλβανία και την Ιταλία μέχρι την Αίγυπτο και τη Λιβύη, από την Κρήτη μέχρι την Κύπρο και από εκεί προς το Ισραήλ, αρχίζει να διαμορφώνεται ένα γεωπολιτικό τόξο που δεν στηρίζεται σε συνθήματα αλλά σε συμφέροντα. Το GSI αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο αυτή τη μεταβολή: ένα έργο που ξεκινά από την ελληνική γεωγραφία συνδέει την Κρήτη με την Κύπρο, προχωρά προς το Ισραήλ, προσελκύει γαλλικό επενδυτικό κεφάλαιο και αποκτά πολιτική υποστήριξη στην Ουάσιγκτον, την ώρα που η Ανατολική Μεσόγειος εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για την ενεργειακή ασφάλεια και το IMEC.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς να απαντήσει η Ελλάδα στην Τουρκία, αλλά να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε η επόμενη ημέρα στην Ανατολική Μεσόγειο να μην καθοριστεί από μονομερείς χαράξεις, αμφισβητούμενα μνημόνια και προσπάθειες δημιουργίας τετελεσμένων, αλλά από συμφωνίες, διεθνείς κανόνες, ενεργειακές διασυνδέσεις, επενδύσεις και ένα πλέγμα κοινών συμφερόντων που θα καθιστά τη σταθερότητα πιο συμφέρουσα από την αναθεώρηση.
Εκεί βρίσκεται η πραγματική ελληνική αντεπίθεση. Δεν βρίσκεται στην προσπάθεια να σβήσει η Αθήνα έναν χάρτη που σχεδιάστηκε στην Άγκυρα, αλλά στην ικανότητά της να δημιουργήσει έναν νέο χάρτη πραγματικών συμφερόντων, στον οποίο η Ελλάδα δεν θα είναι απλώς ο αποδέκτης των εξελίξεων, αλλά ένας από τους παράγοντες που τις διαμορφώνουν. Η γεωγραφία της χώρας δεν πρόκειται να αλλάξει, μπορεί όμως να αλλάξει δραστικά η στρατηγική αξία της. Και εκεί ακριβώς θα κριθεί αν η ελληνική αντεπίθεση στην Ανατολική Μεσόγειο θα παραμείνει μια σειρά επιμέρους κινήσεων ή θα εξελιχθεί σε μια νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική.