Τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα τα παιδιά δεν είχαν δικαιώματα αλλά μόνο δυσβάσταχτες για τις παιδικές πλάτες τους, υποχρεώσεις. Το παιδί θεωρείτο ως είδος «σμικρογραφίας» του ενηλίκου και αποτελούσε, ως επί το πλείστον, πρόσθετη πηγή εισοδήματος στην οικογένεια με την εργασία του όσο και ένα ενήλικο μέλος της.

Το ανήλικο εργαζόμενο παιδί ήταν ένα φθηνό εργατικό δυναμικό που δούλευε κάτω από άθλιες συνθήκες από την ανατολή μέχρι την δύση του ήλιου, διατρέχοντας πολλούς κινδύνους από την εξαντλητική δουλειά αλλά και τις σκληρές τιμωρίες από τους εργοδότες του, με αποτέλεσμα την σωματική, συναισθηματική και σεξουαλική κακοποίησή του. Μετά δε την Μικρασιατική Καταστροφή και την έλευση στην χώρα πολλών απροστάτευτων παιδιών, η παιδική εγκληματικότητα πήρε μεγάλες διαστάσεις όπως και η σωματεμπορία.

Advertisement
Advertisement

Η Αστυνομία ενίοτε έκανε «συστάσεις» προς τους εκμισθωτές παιδιών «να μην υπηρετούν τα παιδιά δίκην δούλων τους εκμισθωτές κυρίους των», με τον Τύπο της εποχής να χαιρετίζει τις συστάσεις αυτές διότι η Πολιτεία δεν είχε θεσπίσει νόμους προστασίας της παιδικής ηλικίας, αντιθέτως ήταν αμείλικτος τιμωρός για κάποιο παιδικό παράπτωμα, που τις περισσότερες φορές ήταν συνέπεια αυτής της άθλιας ζωής των, συνήθως, εγκαταλελειμμένων παιδιών. Έτσι πλέον ήταν επιτακτική η ανάγκη της λήψης μέτρων για να εφαρμοστεί σύστημα προληπτικό που να φροντίζει για το παιδί πριν ακολουθήσει ένα δρόμο παρανομίας χωρίς επιστροφή.

Τα παραπτώματα ήταν συνήθως μικροκλοπές, εξύβριση, αλητεία, πορνεία, χωρίς τα παιδιά αυτά τις περισσότερες φορές να αντιλαμβάνονται την βαρύτητα των πράξεων τους. Τα παιδιά συνήθως δεν δύναται να κατανοήσουν το τί επιτρέπεται και τί απαγορεύεται, τι είναι δίκαιο και τί άδικο, τι είναι ορθό και τί δεν είναι. Όπως τα παιδιά της ίδιας ηλικίας δεν έχουν την ίδια σωματική ανάπτυξη, δεν έχουν και την ίδια πνευματική και ψυχική ωρίμανση. Παιδάκια  8, 9, 10 ετών έως και έφηβοι μέχρι 18 ετών σερνόντουσαν από τα αστυνομικά όργανα στις κατάμεστες από κόσμο δικαστικές αίθουσες να δικαστούν από το ίδιο δικαστήριο που εκδίκαζε και παντός είδους υποθέσεις ενηλίκων. Υφίσταντο λοιπόν στις δικαστικές αίθουσες μία ψυχική ταλαιπωρία που μέσα στην φυλακή ενηλίκων εξελισσόταν σε μαρτύριο.

Τα παιδιά δέρνονταν με βούρδουλα από τους δεσμοφύλακες και γινόντουσαν θύματα αποπλάνησης σεξουαλικής και ψυχικής. Πολλά απ αυτά τα παιδιά τρελάθηκαν και βγήκαν ράκη από την φυλακή ή «επιμορφώθηκαν» καταλλήλως από τους ενήλικους καταδίκους για να εξελιχθούν σε επαγγελματίες εγκληματίες. Επιστημονικές μελέτες αλλά και η εμπειρία έδειξαν ότι αυτός το τρόπος αντιμετώπισης της παιδικής παραβατικότητας έφερνε το αντίθετο αποτέλεσμα απ αυτό που, υποτίθεται, στόχευε η αμείλικτη τιμωρία.

Οι πρώτες προσπάθειες για την θεσμοθέτηση των Παιδικών Δικαστηρίων

  • Η συμμετοχή των γυναικών στον αγώνα για να αλλάξει η αντίληψη για τα παιδικά παραπτώματα

Η πρώτη δημόσια ανακοίνωση περί Παιδικών Δικαστηρίων στην Ελλάδα έγινε το Μάρτη του 1921 από τον ποινικολόγο, Δημήτριο Δαμασκηνό στο Γυναικείο Συνέδριο που είχε συγκροτηθεί τότε από το Λύκειο των Ελληνίδων.

Επίπονοι και μακροχρόνιοι υπήρξαν επίσης οι αγώνες των γυναικείων σωματείων, του Συνδέσμου Ελληνίδων υπέρ των Δικαιώματα της Γυναίκας (ΣΕΔΓ), του Εθνικού Συμβουλίου Ελληνίδων (ΕΣΕ), του Συνδέσμου Ελληνίδων Επιστημόνων (ΣΕΕ), του Ομίλου Ελληνίδων Σοσιαλιστριών, του Διεθνούς Συνδέσμου Γυναικών, του Πατριωτικού Ιδρύματος της Φεμινιστικής Ενώσεως Μακεδονίας – Θράκης, που από το 1921 πάσχιζαν με διαβήματα στις κρατικές Αρχές, αρθρογραφία, ομιλίες, συγκρότηση επιτροπών για σύνταξη υπομνημάτων, με σκοπό να πείσουν για την ανάγκη δημιουργίας παιδικών δικαστηρίων, ώστε να χωριστούν οι ενήλικες εγκληματίες από τους ανήλικους, να κρίνονται με άλλο μέτρο και να αλλάξει ριζικά η αντίληψη για τα παιδικά παραπτώματα.  

Σπουδαίες γυναίκες, οι περισσότερες μέλη των παραπάνω οργανώσεων, δούλεψαν με αυταπάρνηση για την θέσπιση του νόμου παιδικών δικαστηρίων και την δημιουργία του «Συλλόγου Προστασίας Ανηλίκων», όπως η Αγνή Ρουσοπούλου, η Άννα Παπαδημητρίου, η Μαρία Σβώλου, η Αύρα Θεοδωροπούλου, η Ευανθία Γκινοπούλου, η Αμαλία Ψάλτη, η Δώρα Μεσσηνέζη, η ‘Αννα Αλευρά, η Κική Κοντογούρη, η Αριστέα Παπαδάτου, η Μαρία Χρυσογέλου, η Τασία Πετροπούλου, η Ιφιγένεια Στεφανίτση, η Ελισσάβετ Κορύλλου κ.α . Αλλά και φωτισμένοι άντρες νομικοί, όπως ο Εισαγγελέας Εφετών, Αντώνιος Ρηγανάκος o οποίος εισηγήθηκε το πρώτο σχέδιο νόμου για τα Παιδικά Δικαστήρια το 1924 και κατατέθηκε στην Βουλή το 1929.

Advertisement

 Ο εισαγγελέας Πειραιώς,  Π. Σπηλιώτης, μέλος της Επιτροπής του Υπουργείου για την σύνταξη του νομοσχεδίου, ο οποίος πρότεινε άμεσα να ξεκινήσουν τα παιδικά δικαστήρια ακόμα και με κάποιες ελλείψεις. Ο νομικός και καθηγητής πανεπιστημίου Κωνσταντίνος Γαρδίκας και ο ποινικολόγος Δημήτριος Δαμασκηνός, αμφότεροι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας Προστασίας Ανηλίκων.

Εταιρία Προστασίας Ανηλίκων

Αρχικά δημιουργήθηκε σε εθελοντική βάση, από γυναίκες προερχόμενες, κυρίως, από γυναικείες οργανώσεις και φωτισμένους νομικούς και άλλους επιστήμονες, οι οποίοι με ευαισθησία και αγάπη για το παιδί και γνωρίζοντας ότι σε όλο τον κόσμο λειτουργούν παιδικά δικαστήρια και προστατευτικές εταιρίες που έρχονται αρωγοί στο δύσκολο έργο της Δικαιοσύνης, αποφάσισαν και ίδρυσαν την «Εταιρία». Με έσοδα που συγκεντρώθηκαν με πολύ κόπο από εορτές, δωρεές και συνδρομές μελών, ξεκίνησαν το έργο τους. Κατάφεραν να ιδρύσουν ένα άσυλο με δαπάνες του Εμμ. Μπενάκη, που ονομάστηκε «Σταθμός Εφήβων», στην οδό Παράσχου κοντά στις φυλακές Αβέρωφ. Εκεί τα αποφυλακιζόμενα παιδιά, όσα δεν είχαν οικογένειες, εύρισκαν προσωρινή περίθαλψη μετά την αποφυλάκισή τους και μετά η Εταιρία φρόντιζε να τους βρει κάποια δουλειά ή με δαπάνες της να τους στείλει πίσω στα χωριά τους. Το  έργο του συλλόγου δεν σταματούσε εκεί. Παρακολουθούσαν τα παιδιά αυτά έως ότου αποκατασταθούν στον τόπο τους.

Σκοπός των Παιδικών δικαστηρίων δεν ήταν η σκληρή ποινή και ο εγκλεισμός, αλλά η προστασία και επανένταξη των ανηλίκων στην κοινωνία

Ο σκοπός των Παιδικών δικαστηρίων σύμφωνα με τους εισηγητές του σχεδίου νόμου και τις μελέτες των γυναικείων οργανώσεων, δεν ήταν η επιβολή στους ανήλικους κατηγορούμενους ξηράς ποινής αναλόγου προς την βαρύτητα του αδικήματος στο οποίο υπέπεσαν και ο εγκλεισμός, αλλά η προσπάθεια της Πολιτείας για την αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας μέσω διαδικασιών και τρόπων για την αποδικαστικοποίηση και ένταξη τους στην κοινωνία προλαβαίνοντας την βέβαιη εξέλιξη αυτών των παιδιών σε κακοποιούς. Γιαυτό το λόγο επέμεναν ότι, ο Δικαστής Ανηλίκων πρέπει να είναι περισσότερο παιδαγωγός παρά δικαστής και το Δίκαιο περί ανηλίκων πρέπει να έχει σκοπό μορφωτικό, παιδαγωγικό και προστατευτικό. Στηριζόμενοι σ αυτή την αντίληψη, πρότειναν μεταξύ άλλων:

Advertisement

Να μην υπάρχουν συνήγοροι υπεράσπισης γιατί ο συνήγορος υποστηρίζοντας το ανεύθυνο, ώς είθισται, του κατηγορουμένου, θα αποβεί επιβλαβής διότι θα ματαιώνει την προσπάθεια του δικαστηρίου να αντιληφθεί ο μικρός κατηγορούμενος το παράπτωμα του και έτσι να υπάρχει ελπίδα να το διορθώσει. Ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας στο δικό του υπόμνημα είχε προτείνει και την απουσία εισαγγελέα στην σύνθεση του δικαστηρίου αλλά δύο πάρεδροι μόνο που θα βοηθούν τον δικαστή στο έργο του.

Να μην κάνει ανακρίσεις η Αστυνομία, αλλά ειδικοί εισαγγελείς που στις μεγάλες πόλεις θα ασχολούνται μόνο με θέματα παιδιών.

Να μην φυλακίζεται το παιδί όσο διαρκεί η ανάκριση, αλλά να φιλοξενείται σε ειδικό άσυλο.

Advertisement

Να περιοριστεί η δημοσιότητα στις υποθέσεις παιδιών.

Σε υποθέσεις κοριτσιών οι ανακρίσεις να γίνονται από γυναίκες επιμελήτριες

Τα πρώτα Παιδικά Δικαστήρια στον κόσμο

Τα πρώτα Δικαστήρια Ανηλίκων, θεσμοθετήθηκαν αρχικά στην Αμερική. Το πρώτο ιδρύθηκε το 1869 στην Μασαχουσέτη, το δεύτερο το 1899 στο Σικάγο, το τρίτο το 1900 στο Κολοράντο και τον επόμενο χρόνο, 1901, στην Φιλαδέλφεια. Μετά την Αμερική ο θεσμός εισήχθη στην Αυστραλία και το 1904 στην Ευρώπη, στις πόλεις Δουβλίνο, Μπέλφαστ και Κορκ της Ιρλανδίας και το 1905 στο Μπέρμινχαμ και Μάντσεστερ. Την ίδια χρονιά συστήθηκαν Δικαστήρια Ανηλίκων στην Αίγυπτο, στις πόλεις Κάιρο και Αλεξάνδρεια.

Advertisement

Πότε θεσπίστηκαν Παιδικά Δικαστήρια  στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα το πρώτο προσχέδιο νόμου για την θεσμοθέτηση Παιδικών Δικαστηρίων, το είχε προετοιμάσει ο εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, Αντώνιος Ρηγανάκος τον Ιούνιο του 1924 και υποβλήθηκε προς ψήφιση στην Βουλή το 1929, αλλά η αισιοδοξία όσων μόχθησαν και πίστεψαν στην σημασία του κράτησε ελάχιστα διότι ο υπουργός Δικαιοσύνης το απέσυρε τότε για να το «μελετήσει».

Advertisement

Τελικά, με χίλια βάσανα τα Παιδικά Δικαστήρια θεσμοθετήθηκαν με τον ν. 5098/ 1931, «Νόμος περί εκδικάσεως αδικημάτων ανηλίκων», με πολλούς συντηρητικούς όρους αλλά ήταν μία πρόοδος μπροστά σ αυτό το τραγικό καθεστώς που επικρατούσε. Όμως ο νόμος παρέμεινε νεκρός μέχρι το 1939 οπότε και συμπληρώθηκε από τον ν. 2135/1939. Ουσιαστικά εκείνη την χρονιά άρχισε να λειτουργεί δικαστήριο Ανηλίκων μόνο στην Αθήνα και αυτό όχι συστηματικά αλλά  σχετικό διάταγμα έως ότου εφαρμοστεί ο νόμος. Τουλάχιστον κατορθώθηκε μετά από προσπάθειες του Συλλόγου Προστασίας Ανηλίκων, να καθοριστεί μία συγκεκριμένη ημέρα το μήνα δικάσιμος για αυτά τα παιδιά.

 «Έκλεψα για να πάρω καραμέλες»…. Μία αποκαλυπτική μέρα σε Παιδικό Δικαστήριο του 1939

Κατηγορούμενοι, σαράντα έξι παιδιά, 36 αγόρια και 10 κορίτσια, όλα προερχόμενα από πολύ φτωχές οικογένειες που περιστοιχίζονταν στοργικά από τις κυρίες του Συμβουλίου της Εταιρίας Προστασίας Ανηλίκων, οι οποίες τα παρηγορούσαν. Κάποια απ αυτά ήταν φοβισμένα για την τύχη που τα περίμενε στο δικαστήριο. Άλλα επεδείκνυαν ιταμότητα, άλλα αναρωτιόντουσαν σαν να μην καταλάβαιναν γιατί βρίσκονται εκεί και άλλα αδιαφορούσαν σαν να μην τα ένοιαζε τι θα συμβεί, σαν να είχαν αποδεχτεί την μοίρα τους.

Οι κυρίες του Συλλόγου καταθέτουν στο δικαστήριο τα στοιχεία που συνέλεξαν για κάθε ένα παιδί κατηγορούμενο που αφορούν τις άθλιες, συνήθως, οικονομικές του συνθήκες, το θλιβερό πολλές φορές οικογενειακό περιβάλλον, την πείνα, την εγκατάλειψη. Είναι κι αυτό έργο με το οποίο είναι επιφορτισμένες για όσα παιδιά περνούν από δίκες.

Advertisement

Και έρχεται η σειρά του πρώτου κατηγορουμένου.

-Γιατί έκλεψες; ρωτά ο πρόεδρος.

-Για να αγοράσω καραμέλες! απαντά με αφέλεια ο μικρός.

Ποινή μικρή μεν, πικρή δε.

Η επόμενη υπόθεση αφορά δύο μικρούς γαβριάδες 12 και 14 ετών που κατηγορούνται γιατί πήγαν στα Μέγαρα να κλέψουν μέλι, αλλά τους τιμώρησαν οι μέλισσες που τους επιτέθηκαν και έτσι από τα πρησμένα προσωπάκια τους προδόθηκαν. Τώρα στο δικαστήριο εκλιπαρούσαν τον οίκτο. Η Θέμις τους λυπήθηκε και τους αθώωσε.

Η σειρά μιας μικρής υπηρετριούλας που έκλεψε ένα χρυσό σταυρουδάκι από το σπίτι που δούλευε.

-Γιατί το έκανες;

-Γιατί θα βαφτίσω ένα μωρό και έπρεπε κάτι να του δώσω!

Ένα άλλο αγόρι κατηγορείτο διότι μπήκε σε σπίτι από το παράθυρο και έκλεψε ένα παλτό το οποίο πούλησε αντί 120 δρχ.

-Γιατί το έκανες αυτό; τον ρωτά ο πρόεδρος

-Για να φάω! Έμεινα ορφανός από 3 ετών παιδάκι και έφυγα από την πατρίδα μου τα Γιάννενα, ήρθα στην Αθήνα και εργαζόμουν. Όμως όταν έκανα το αδίκημα ήμουν άνεργος και σε απόγνωση! Δικάστε με!

Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν 2 ½ μήνες όσο και η προφυλάκιση αλλά υπό τον όρο να φοιτήσει ένα διάστημα στο «Σταθμό Εφήβων» της Εταιρίας Προστασίας Ανηλίκων, όπως είχε ζητήσει και η δικηγόρος Μαρία Χρυσογέλου συνήγορος του κατηγορουμένου εκ μέρους του Συλλόγου.

Ουσιαστικά το 1940 άρχισαν να λειτουργούν παιδικά δικαστήρια σε όλη την χώρα με την θέσπιση ειδικών νόμων πέρα από την ειδική ρύθμιση των νόμων του 1931 και 1939,  όπως ο ν. 2724/1940 ο οποίος προέβλεψε την οργάνωση και λειτουργία αναμορφωτικών καταστημάτων και με τον οποία συστήθηκαν εταιρίες προστασίας ανηλίκων στις έδρες των Πρωτοδικείων του Κράτους.

Και σήμερα παρά τις τόσες προσπάθειες 80 περίπου χρόνων για πρόληψη και αποδικαστικοποίηση, εμείς διαγράφουμε τα πάντα, μελέτες, πείρα, επιστήμη,  και φυλακίζουμε παιδιά με παραβατική συμπεριφορά διότι πρέπει να τιμωρηθούν. Το πρόβλημα είναι όντως κρίσιμο αλλά αφορά τους ενήλικους. Τεράστια η ευθύνη μας!