Η ΔΕΘ τελείωσε, τα μέτρα ανακοινώθηκαν και η πολιτική συζήτηση επέστρεψε σε γνώριμο έδαφος: ποιος κερδίζει, πόσο κερδίζει και από πότε. Είναι μια συζήτηση αναγκαία. Δεν είναι, όμως, ολόκληρη η συζήτηση.
Γιατί την ώρα που μιλάμε για φοροελαφρύνσεις, αυξήσεις και ενισχύσεις, υπάρχει μια πολύ πιο απλή ερώτηση που ακούγεται σε κάθε σπίτι: στο τέλος του μήνα, μένει κάτι;
Εκεί κρίνεται τελικά η οικονομία για τον περισσότερο κόσμο. Όχι στον ρυθμό ανάπτυξης, ούτε σε ένα δελτίο οικονομικών επιδόσεων, αλλά στο ενοίκιο, στο σούπερ μάρκετ, στο ρεύμα, στη βενζίνη και στον μισθό που πρέπει να τα χωρέσει όλα.
Δεν υποτιμώ τις παρεμβάσεις που ανακοινώθηκαν. Οι μειώσεις φόρων έχουν σημασία. Οι αυξήσεις εισοδημάτων έχουν σημασία. Η δημοσιονομική σταθερότητα επίσης έχει σημασία – και η Ελλάδα πλήρωσε πολύ ακριβά στο παρελθόν την απουσία της. Αλλά η πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαχείριση της πίεσης. Πρέπει να μειώνει την ίδια την πίεση.
Ούτε το επίδομα είναι οικονομική πολιτική ούτε η υπομονή κοινωνική πολιτική.
Το στεγαστικό είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, έναντι 19% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, το 28,9% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Αυτοί δεν είναι απλώς δύο κακοί δείκτες. Περιγράφουν έναν άνθρωπο που πληρώνεται και, πριν προλάβει να οργανώσει τον μήνα του, έχει ήδη χάσει ένα τεράστιο κομμάτι του εισοδήματός του μόνο και μόνο για να έχει ένα σπίτι.
Γι’ αυτό η λύση δεν μπορεί να είναι μόνο να βοηθήσουμε τον ενοικιαστή να πληρώσει ακριβότερα το ίδιο περιορισμένο απόθεμα κατοικιών. Χρειάζεται να αυξηθεί η προσφορά. Να επιστρέψουν περισσότερα κλειστά σπίτια στη μακροχρόνια μίσθωση. Να επιταχυνθούν οι ανακαινίσεις. Να αξιοποιηθεί δημόσια περιουσία όπου αυτό είναι εφικτό. Να υπάρχουν κίνητρα που κρίνονται από το αποτέλεσμα και όχι από το ύψος του προϋπολογισμού τους.
Το σωστό ερώτημα για κάθε στεγαστικό πρόγραμμα είναι απλό: πόσα επιπλέον σπίτια μπήκαν τελικά στην αγορά και σε ποια τιμή;
Το ίδιο πρακτικά πρέπει να δούμε και την ακρίβεια. Έλεγχοι και πρόστιμα είναι απαραίτητα όταν παραβιάζεται ο νόμος, αλλά κανένα πρόστιμο από μόνο του δεν δημιουργεί φθηνότερη αγορά. Χρειάζεται πραγματικός ανταγωνισμός, διαφάνεια στην αλυσίδα από την εισαγωγή ή την παραγωγή μέχρι το ράφι και πολύ πιο γρήγορη παρέμβαση όταν εντοπίζονται στρεβλώσεις.
Και χρειάζεται προσοχή στις εύκολες λύσεις. Η μείωση ενός φόρου ακούγεται πάντα ελκυστική. Αν, όμως, δεν έχουμε τρόπο να γνωρίζουμε ότι ένα ουσιαστικό μέρος της μείωσης θα περάσει στην τελική τιμή, μπορεί το Δημόσιο να χάσει έσοδα και ο καταναλωτής να κερδίσει ελάχιστα. Η πολιτική πρέπει να μετρά το αποτέλεσμα στο ταμείο, όχι μόνο την πρόθεση στο νομοσχέδιο.
Υπάρχει, όμως, ένα όριο στο πόσο μπορούμε να συζητάμε για το πώς θα κάνουμε τα πάντα φθηνότερα. Κάποια στιγμή πρέπει να μιλήσουμε και για το πώς θα κάνουμε την εργασία ακριβότερη.
Ο κατώτατος μισθός βρίσκεται σήμερα στα 920 ευρώ και η συζήτηση για νέες αυξήσεις συνεχίζεται. Κάθε αύξηση είναι σημαντική για εκείνον που τη λαμβάνει. Αλλά μια χώρα δεν μπορεί να βασίζει τη μισθολογική της σύγκλιση μόνο σε διοικητικές αποφάσεις. Χρειάζεται επιχειρήσεις που παράγουν μεγαλύτερη αξία και εργαζομένους που μπορούν να συμμετέχουν σε αυτή την αξία.
Αυτό σημαίνει μικρότερη επιβάρυνση της εργασίας, ιδιαίτερα στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Σημαίνει επενδύσεις σε τεχνολογία, εξαγωγές και δεξιότητες. Και σημαίνει κάτι που θα έπρεπε να θεωρούμε αυτονόητο: όταν το κράτος στηρίζει μια επένδυση με δημόσιο χρήμα, να μην εξετάζει μόνο πόσα εκατομμύρια επενδύθηκαν ή πόσες θέσεις δημιουργήθηκαν, αλλά και τι θέσεις είναι αυτές. Τι αμοιβές δίνουν; Τι προοπτική έχουν; Πόση παραγωγικότητα προσθέτουν;
Η ανάπτυξη πρέπει κάποια στιγμή να φαίνεται και στο εκκαθαριστικό μισθοδοσίας.
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, και μια αδυναμία του τρόπου με τον οποίο κάνουμε πολιτική συζήτηση. Ενθουσιαζόμαστε με το μέγεθος μιας εξαγγελίας. «Τόσα δισεκατομμύρια στην οικονομία», «τόσες χιλιάδες δικαιούχοι», «τόσα ευρώ ενίσχυση». Σπάνια επιστρέφουμε έναν χρόνο αργότερα για να ρωτήσουμε τι άλλαξε.
Μειώθηκε το βάρος της στέγασης στο οικογενειακό εισόδημα; Μπήκαν περισσότερα σπίτια στην αγορά; Βελτιώθηκε πραγματικά η αγοραστική δύναμη; Δημιουργήθηκαν περισσότερες καλά αμειβόμενες δουλειές; Μπορεί ένας εργαζόμενος να βάλει στην άκρη εκατό ή διακόσια ευρώ χωρίς να χρειαστεί να συμβεί ένας «καλός μήνας»; Μπορεί ένα νέο ζευγάρι να σκεφτεί ένα παιδί χωρίς το πρώτο συναίσθημα να είναι οικονομικό άγχος;
Αυτές δεν είναι δευτερεύουσες ερωτήσεις. Είναι η ουσία της κοινωνικής πολιτικής.
Δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ανάμεσα στη δημοσιονομική σοβαρότητα και στην κοινωνική αποτελεσματικότητα. Η αντιπαράθεση αυτή είναι ξεπερασμένη. Χρειαζόμαστε και τα δύο. Χωρίς σταθερά δημόσια οικονομικά, οι υποσχέσεις πληρώνονται αργότερα ακριβότερα. Χωρίς όμως ορατή βελτίωση της καθημερινότητας, οι καλοί δείκτες χάνουν την πολιτική και κοινωνική τους αξία.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλο έναν γύρο συζήτησης για το ποιος θα μοιράσει περισσότερα. Χρειάζεται να περάσει από την πολιτική της ανακούφισης στην πολιτική του αποτελέσματος.
Περισσότερα σπίτια στην αγορά. Περισσότερος ανταγωνισμός. Καλύτερα αμειβόμενη εργασία. Επενδύσεις που δημιουργούν πραγματική παραγωγική αξία. Και για κάθε μέτρο, έναν καθαρό λογαριασμό: τι υποσχεθήκαμε, τι κόστισε και τι άλλαξε.
Γιατί στο τέλος η επιτυχία μιας οικονομίας δεν μετριέται μόνο στο ΑΕΠ, στο χρέος ή στις αξιολογήσεις των αγορών. Μετριέται και σε κάτι πολύ πιο καθημερινό: τι μένει στην τσέπη ενός ανθρώπου αφού πληρώσει για να ζήσει.
Και αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που η κοινωνία δικαιούται να ζητά όχι κάποτε, αλλά τώρα.
Ενδεικτικές πηγές για τα στοιχεία
• Eurostat, Housing in Europe – 2025 edition: στοιχεία 2024 για κόστος στέγασης και housing cost overburden.
• Ελληνική Κυβέρνηση / Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, εξειδίκευση οικονομικών μέτρων 90ής ΔΕΘ, 7 Σεπτεμβρίου 2026.
• Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, κατώτατος μισθός €920 από 1 Απριλίου 2026.