Γύρω στο 1900 ο Μανώλης Ροΐδης είπε για τους πλούσιους της εποχής του ότι «έγιναν πλούσιοι με εκατό διαφορετικούς τρόπους, εκ των οποίων ο τιμιότερος ήταν η κλοπή», διαπίστωση που ισχύει και σήμερα, αλλά με άλλα μεγέθη και με πιο εξειδικευμένους τρόπους κλοπής.
Είπε επίσης ότι «καθένας επιθυμεί να βυθίσει το κοχλιάριο (κουτάλι) του στη σούπα του κρατικού προϋπολογισμού», που ισχύει και σήμερα, με τη διαφορά ότι τώρα χρησιμοποιούν κουτάλα και κλέβουν ασύστολα όχι μόνο τα χρήματα του κράτους αλλά και της ΕΕ, που θεωρούνται δημόσιο χρήμα και που κλέβεται ευκολότερα, ιδίως από μέσα από το σύστημα.
Ο λαός όλους αυτούς τους αποκαλεί κλέφτες, χωρίς να ενδιαφέρεται για τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, γιατί υπάρχουν πολλοί εναλλακτικοί τρόποι να «βουτήξεις» το δημόσιο χρήμα. Ο δε α.ν. 1608/1950 χαρακτηρίζει ως καταχραστές του δημοσίου χρήματος συλλήβδην όσους, με συγκεκριμένη ιδιότητα, οικειοποιούνται δημόσιο χρήμα με διαφορετικούς τρόπους, τους οποίους απαριθμεί ενδεικτικά με τον νομικό χαρακτηρισμό κάθε πράξης.
Η προστασία του δημοσίου χρήματος με τον α.ν. 1608/1950 λειτούργησε με επιτυχία για 70 χρόνια, ώσπου καταργήθηκε αδόκιμα με τον ν. 4619/2019 (νέος ΠΚ), με πρόφαση τη βαριά καταδίκη μιας καθαρίστριας στον Βόλο, που πλαστογράφησε το απολυτήριο δημοτικού για να διοριστεί στο Δημόσιο.
Έτσι δημιουργήθηκε ένα νομικό κενό προστασίας του δημοσίου χρήματος, που η Πολιτεία προσπαθεί να καλύψει με τη δράση της Αρχής καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (ξέπλυμα βρώμικου χρήματος), βάσει του ν. 4557/2018, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4816/2021, σε συμμόρφωση με την Οδηγία 1675/2018 της Ε.Ε.
Η κάλυψη όμως του νομικού κενού δεν είναι πλήρης, γιατί υπάρχουν βασικές διαφορές μεταξύ των δύο ρυθμίσεων. Ο ν. 1608/1950 αφορούσε αιτίες και ποινές κυρίως για υπεξαίρεση και απάτη κατά του Δημοσίου και για πράξεις, ακόμη και κακουργηματικού χαρακτήρα, που τελέστηκαν πριν την κατάργησή του το 2019, με αποτέλεσμα να παραμείνουν, λόγω έλλειψης νομικής πρόβλεψης, ατιμώρητες, υπό τους πανηγυρισμούς των υπόλογων και των υπερασπιστών τους.
Αντίθετα, το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος τιμωρεί τη νομιμοποίηση εσόδων από οποιαδήποτε εγκληματική δραστηριότητα.
Ο α.ν. 1608/1950 προστάτευε αποτελεσματικά τη δημόσια περιουσία, ενώ το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος στοχεύει στη χρηματοοικονομική δραστηριότητα για την παρεμπόδιση της νομιμοποίησης παρανόμων εσόδων.
Ο α.ν. 1608/1950 προβλέπει το βασικό έγκλημα, που είναι η κατάχρηση δημοσίου χρήματος, ενώ το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος είναι ένα αυτοτελές έγκλημα, που απαιτεί ένα βασικό έγκλημα ως πηγή των παρανόμων εσόδων.
Ο α.ν. 1608/1950 προβλέπει δρακόντειες ποινές, μέχρι ισόβια κάθειρξη, για κατάχρηση άνω των 120.000 ευρώ, ενώ το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος στοχεύει στην εξάλειψη των παρανόμων κερδών από φυσικά ή νομικά πρόσωπα και στην ποινικοποίηση της διαδρομής του παράνομου χρήματος.
Επίσης ο α.ν. 1608/1950 προέβλεπε την ενοχή των προϊσταμένων ή επιθεωρητών αν παραλείψουν ακόμα και από αμέλεια να ασκήσουν έλεγχο για τις πράξεις κατάχρησης του δημοσίου χρήματος, ενώ πλέον τιμωρούνται μόνο για παράβαση καθήκοντος με τις αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 259ΠΚ., που δύσκολα γίνονται δεκτές από τα δικαστήρια.
Το αδίκημα της κατάχρησης δημοσίου χρήματος διαπράττουν κατά κανόνα όσοι μετέχουν με οποιοδήποτε τρόπο της δημόσιας εξουσίας, ενώ του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος όσοι απέκτησαν από τη τέλεση αξιόποινης πράξης παράνομα περιουσιακά οφέλη ανεξάρτητα της ιδιότητας τους . Όμως μετά τη κατάργηση του α.ν.1608/1950 οι καταχραστές δημοσίου χρήματος διώκονται ποινικά με τις διατάξεις του νόμου για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Η μεγαλύτερη προβλεπόμενη ποινή για τα αδικήματα του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος είναι 16 χρόνια φυλάκιση. Εφόσον όμως αναγνωριστούν ελαφρυντικές περιστάσεις στον κατηγορούμενο, η ποινή μπορεί να μειωθεί στα έξι χρόνια, που, με ευεργετικό υπολογισμό της εργασίας στις φυλακές και με την υπό όρο απόλυση, ο κατηγορούμενος θα αφεθεί ελεύθερος μετά από 3–4 χρόνια φυλάκισης.
Φυσικά αυτό αφορά τη σωφρονιστική πολιτική της Πολιτείας, έτσι όμως φαλκιδεύεται ο σκοπός της ειδικής και γενικής πρόληψης της ποινής.
Σαφώς ο πόλεμος κατά του εγκλήματος εξαρτάται από την ταχεία και αξιόπιστη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Στη χώρα μας η Δικαιοσύνη αποδίδεται αργά, στα όρια της παραγραφής του αδικήματος, αλλά μόνο για τους αναλώσιμους και τους ανώνυμους.
Για τους επώνυμους, όμως, κατά κανόνα δεν αποδίδεται, γιατί απαλλάσσονται με διάφορους τρόπους, εκ των οποίων ο συνηθέστερος είναι η μεθοδευμένη παραγραφή του αδικήματος ή η αθώωση λόγω αμφιβολιών στην ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο του δράστη.
Και μάλιστα με απουσία του κατηγορούμενου, που εκπροσωπείται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και έτσι αποφεύγει τη βάσανο του ελέγχου από το δικαστήριο, το οποίο αρκείται στην ωραιοποιημένη απολογία από τον δικηγόρο του, σε αντίθεση με τους μάρτυρες, που ταλαιπωρούνται από τις αναβολές δικασίμων και τις επίμονες ερωτήσεις από τους συνηγόρους υπεράσπισης.
Το ζητούμενο είναι πώς η Πολιτεία θα προστατεύσει το δημόσιο χρήμα από τις καταχρήσεις, στις οποίες μετέχουν δημόσια όργανα, των ΟΤΑ και συνδικαλιστικές οργανώσεις, κατά τη διαχείριση κονδυλίων και επιδοτήσεων.
Η πράξη απέδειξε, κυρίως από τις απάτες σε βάρος του κοινοτικού χρήματος στον ΟΠΕΚΕΠΕ, την παντελή έλλειψη ελέγχου των δαπανών στην πηγή και τη μη απόδοση λογοδοσίας, η καλή λειτουργία των οποίων μπορεί να αποτρέψει τις καταχρήσεις.
Επομένως, πρέπει να επανέλθει ο προληπτικός έλεγχος των δημοσίων δαπανών από το Ελεγκτικό Συνέδριο, που καταργήθηκε αδόκιμα το 2017, και να ενταθεί, με τη βοήθεια της ΑΑΔΕ, ο κατασταλτικός έλεγχος, που καθυστερεί υπέρμετρα, με παράλληλο έλεγχο των υπεύθυνων υπαλλήλων, αν διαπιστωθεί αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, και με την αυτοσυγκράτηση των πολιτικών από παντός είδους παρεμβάσεις.
Η επαναφορά του α.ν. 1608/1950, προσαρμοσμένου στα σύγχρονα δεδομένα, θα συντελέσει, με τις αυστηρές ποινές του, ως γενική πρόληψη, στην προστασία του δημόσιου χρήματος.
Λέανδρος Τ. Ρακιντζής
Αρεοπαγίτης ε.τ.