Βρέθηκα το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στην πλατεία σε μια αποκριάτικη γιορτή του δήμου. Πολλά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, ήταν ντυμένα με όμορφες αποκριάτικες στολές. Χαζεύοντας αυτές τις εικόνες, οι μνήμες μου με γύρισαν πολλά χρόνια πίσω και θυμήθηκα τα δικά μας παιδικά “μασκαραλίκια”.
Δεν θυμάμαι να υπήρχαν τότε μαγαζιά στην Κυπαρισσία να πωλούν έτοιμες στολές.
Δεν είχαμε κινηματογραφικούς ήρωες να αντιγράψουμε ούτε πρόσωπα της καθημερινότητας να μιμηθούμε.
Γι’αυτό αυτοσχεδιάζαμε.
Εγώ να σας πω την αλήθεια “Τσε” ήθελα να “ντύνομαι”, αλλά ήταν μια σκοτεινή εποχή τότε για επαναστάσεις.
Όλη την εφευρετικότητά μας την εξαντλούσαμε στην ντουλάπα του παππούλη και της γιαγιάς.
Ψάχναμε να βρούμε κάποιο σακάκι που το είχε σημαδέψει ο χρόνος, ένα καπέλο, μια μαγκούρα και η στολή του “γέρου”, ήταν έτοιμη.
Χτυπούσαμε την μαγκούρα ρυθμικά στο πεζοδρόμιο, μιλούσαμε με τρεμάμενη φωνή μιμούμενοι ατυχώς τις περισσότερες φορές ένα γεροντάκι και γελούσαμε πίσω από τα ψεύτικα μουστάκια μας.
Κάτι αντίστοιχο γινόταν και με τα παλιά ρούχα της γιαγιάς.
Μια μακριά φούστα που μύριζε ναφθαλίνη, ένα μαντήλι δεμένο στο κεφάλι και μια παλιά τσάντα που έκρυβε μέσα της χαρτιά για να φουσκώσει.
Καμπουριάζαμε, περπατώντας με δυσκολία κουρασμένοι τάχα από τα χρόνια που δεν είχαμε ζήσει και βγάζαμε και έναν θεατρικό αναστεναγμό που είχαμε “κλέψει” από τις γιαγιάδες μας.
Τότε δεν “ντυνόμασταν” για να γίνουμε όμορφοι ούτε για να εντυπωσιάσουμε.
Μέσα σε εκείνες τις πρόχειρες μεταμορφώσεις δεν μας ένοιαζε που τα “κοστούμια” μας ήταν μεγάλα, πρόχειρα και αστεία.
Που τα μανίκια περίσσευαν και το παντελόνι διπλοτρίπλωνε στην μέση.
Το μόνο που μας ενδιέφερε ήταν η μεταμφίεση.
Γυρνούσαμε από γειτονιά σε γειτονιά, χτυπούσαμε πόρτες που άνοιγαν με χαρά, μας “φίλευαν” κάτι και μας κοιτούσαν διερευνητικά, αραδιάζοντας ονόματα.
Και αυτή η δυσκολία να μας αναγνωρίσουν, ήταν η μεγαλύτερη ευχαρίστησή μας.
Αυτό ήταν το δικό μας “βραβείο”.
Η στιγμή που οι άλλοι μας κοιτούσαν με απορία και ρωτούσαν: “Ποιος είσαι”;
Και εμείς ακίνητοι με σκυμμένο κεφάλι κρατούσαμε την ανάσα μας, μη μας προδώσει η φωνή, μην μας αποκαλύψει το γέλιο.
Και όσο αυτοί ανέφεραν με αποτυχία ονόματα, τόσο μεγάλωνε η δική μας ικανοποίηση μέχρι την στιγμή της αποκάλυψης.
Ίσως γι’ αυτό να θυμάμαι εκείνα τα “μασκαραλίκια” με μια γλυκιά νοσταλγία.
Γιατί μπορεί τα “κοστούμια” μας να ήταν φτωχικά, ήταν όμως αληθινά γιατί δεν φορούσαμε απλώς τα “σκουτιά” του παππούλη και της γιαγιάς.
Φορούσαμε την ανάγκη μας να παίξουμε, να γελάσουμε, να πειράξουμε και να πειραχτούμε.
Να νιώσουμε έστω για λίγο την χαρά της ανωνυμίας.
Κοιτώντας πάλι τα παιδιά να φορούν αυτές τις έτοιμες λαμπερές στολές με ήρωες που αλλάζουν κάθε χρόνο, αισθάνομαι πως κάτι λείπει.
Δεν ξέρω ακριβώς. Ίσως η αυθεντικότητα της γιορτής, ίσως η χαρά της δημιουργίας.
Τελικά εκείνες οι φτωχικές “φορεσιές” μας έμαθαν κάτι που αργότερα ξεχάσαμε.
Να συνεχίζουμε ακόμη να ψάχνουμε εκείνη τη στιγμή.
Να κρατάμε την ανάσα μας, ελπίζοντας πως κάποιος θα μας ρωτήσει ξανά:
“Ποιος είσαι;”