Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και οι προσπάθειες για διεθνή αναγνώρισή της έρχεται κάθε χρόνο στο προσκήνιο την 19η Μαΐου για να θυμίζει τη στυγερή δολοφονία 353.000 αθώων, που είχε ως αποτέλεσμα το ξεκλήρισμα του ελληνισμού από την ακμάζουσα εκείνη περιοχή του μικρασιατικού βορρά.
Το ελληνικό κοινοβούλιο ευτύχησε να θεσπίσει στις 24 Φεβρουαρίου 1994 την ημέρα αυτή του Μάη ως ημέρα μνήμης ‒μέχρι στιγμής σχεδόν αδικαίωτης‒ της θηριωδίας των Νεότουρκων σε βάρος των ισχυρών ελληνορθόδοξων κοινοτήτων της περιοχής.
Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι την εποχή που κρινόταν το μέλλον των Ελλήνων στην περιοχή του Πόντου, στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα, οι προτεραιότητες της βενιζελικής κυβέρνησης ήταν διαφορετικές, καθώς ο Πόντος «έκειτο μακράν» του ελλαδικού κέντρου εν μέσω μάλιστα αλλόθρησκων πληθυσμών. Σημαντικό τμήμα αυτών ήταν τέως ορθόδοξοι χριστιανοί, οι οποίοι για προφανείς λόγους, είχαν ασπασθεί τη μουσουλμανική θρησκεία.
Έτσι, στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων, που τερμάτισε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και καθόρισε τα κέρδη και τις ζημίες νικητών και ηττημένων, ο Βενιζέλος προτίμησε να εξαντλήσει τις δυνατότητες για πραγματοποίηση του αλυτρωτικού οράματος στην περιοχή της Ιωνίας «στριμώχνοντας» τον Πόντο στην περιφέρεια ενός αρμενικού κατά βάση κράτους, το οποίο θα είχε κυρίαρχο ρόλο στην προσοδοφόρο ‒λόγω του λιμανιού της‒ περιοχή της Τραπεζούντας.
Από την άλλη πλευρά, ούτε οι Έλληνες του Πόντου μπορούσαν να ασκήσουν ισχυρή πίεση στα ευρωπαϊκά φόρα. Η εκπροσώπησή τους σε αυτά ήταν σπασμωδική, καθώς περιοριζόταν κυρίως στην ποντιακή ομογένεια, ενώ στο εσωτερικό του Πόντου δεν ήταν κατορθωτό να συγκεραστούν οι αντιθέσεις.
Οι αρχικές προσπάθειες του Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη να αναδείξει την πληθυσμιακή ισχύ του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή, σχετικώς αδέξιες, συμπληρώθηκαν από την παρουσία του μητροπολίτη Χρύσανθου στις αρχές του 1919 στο Παρίσι, ο οποίος επιχείρησε να συγχρονιστεί με την επίσημη ελληνική ηγεσία για «καθαρή» λύση δημιουργίας ανεξάρτητου ποντιακού κράτους κι όχι ποντοαρμενικής ομοσπονδίας.
Η έκβαση του εγχειρήματος είναι γνωστή: «πέρασε» τελικά η ελληνική εκδοχή και υπερκεράστηκε η θέση της ποντιακής ηγεσίας εν μέσω νομιμοποίησης και ισχυροποίησης του καθεστώτος των Νεότουρκων από ευρωπαϊκές και μη κυβερνήσεις.
Την ίδια εποχή, με το «κεκτημένο» του ολέθρου των Αρμενίων, οι Νεότουρκοι προχωρούσαν στον εκτουρκισμό του Πόντου με μαζικές εκκαθαρίσεις και αφανισμό του ελληνικού πληθυσμού για την εγκαθίδρυση ενός εθνικά ομοιογενούς και φυλετικά «καθαρού» εθνικού κράτους.
Σε ολόκληρη την περιοχή, Έλληνες εκτοπίστηκαν βίαια από τις εστίες τους, επιστρατεύτηκαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), όπου συνήθως μετά από αβάσταχτες κακουχίες κατέληγαν στο θάνατο, ενώ μαζικές δολοφονίες και εξισλαμισμοί, βιασμοί και αρπαγές νέων γυναικών, κορασίδων και μικρών αγοριών συνέθεταν το σκηνικό του τρόμου που είχαν στήσει ο Μεχμέτ Ταλαάτ, ο Τοπάλ Οσμάν και κυρίως ο Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ).
Υπολογίζεται ότι από το 1918 έως το 1921 πάνω από 180.000 εκτοπισθέντες του Πόντου έχασαν τη ζωή τους. Αξίζει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι πολλές ελληνικές περιουσίες δημεύτηκαν, ενώ η ελληνική πολιτική και πνευματική ηγεσία του Πόντου αφανίστηκε.
Το αποτέλεσμα ήταν από έναν ακμαίο πληθυσμό 700.000 ελληνόφωνων και τουρκόφωνων ορθόδοξων χριστιανών που κατοικούσαν στην περιοχή του Πόντου το 1914, να ξεκληριστούν σε διάστημα επτά περίπου χρόνων, από το 1916 έως το 1923, πάνω από 353.000, από τους οποίους εκτιμάται ότι οι μισοί περίπου προέρχονταν από την περιφέρεια της Μητρόπολης Αμάσειας.
Απέναντι σε αυτό το κύμα διώξεων, βασανισμών, δηώσεων, οι Έλληνες του Πόντου αντέταξαν το «λυτρωτικό αντάρτικο» συγκροτώντας αξιόμαχο στρατό 20.000 ή κατ’ άλλους 25.000 ανδρών, που αποτελούσε την εμπροσθοφυλακή των συμμάχων αλλά και ολόκληρου του ελληνισμού στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Τότε, λοιπόν, παρατηρήθηκε το φαινόμενο να μετακινηθούν στα βουνά του Πόντου πληθυσμοί ολόκληρων χωριών, όπου ξεκινούσαν ένοπλο αγώνα εναντίον των Τούρκων. Στις σημαντικές στιγμές του ποντιακού αντάρτικου ανήκε ασφαλώς η απόπειρα κατάληψης της Σαμψούντας, σημαντικού εμπορικού λιμανιού του Πόντου, το Δεκέμβριο του 1916, η οποία δεν ευοδώθηκε.
Το γεγονός ότι η διεθνής κοινότητα δεν έχει αναγνωρίσει ακόμη τη γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού, πλην ευάριθμων εξαιρέσεων, οφείλει να προβληματίσει. Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τις πολιτικές ηγεσίες στην Ελλάδα, που συχνά σωπαίνουν φοβικά ενώπιον ανερμάτιστων ισχυρών, αλλά και τους ίδιους τους Ποντίους, οι οποίοι στο παρελθόν απέφυγαν να συστρατευτούν ακολουθώντας διχαστικές τάσεις.