Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει η Δρ. Παναγιώτα Χατζηλυμπέρη

Το 2027 θα αποτελέσει ένα σημαντικό έτος για την Γαλλία, καθώς θα διεξαχθούν οι προγραμματισμένες προεδρικές εκλογές. Αναμένεται να σηματοδοτήσει μία νέα εποχή για την γαλλική πολιτική τόσο στην διακυβέρνηση της χώρας όπως και στην στάση της νέας Προεδρίας στην εξωτερική πολιτική. Ήδη ξεκινήσει ο προεκλογικός αγώνας για ορισμένα πολιτικά κόμματα, ιδιαίτερα εκείνα που έχουν επιλέξει τους/τις προεδρικούς/ες υποψήφιους/ες. Στην τρέχουσα επικαιρότητα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα(Parti Socialiste) βρίσκεται στη φάση της προετοιμασίας των υποψηφιοτήτων για τις προκριματικές εκλογές του κόμματος. Στον δημόσιο διάλογο παρατηρείται ότι η έμφαση των πολιτικών προτάσεων επικεντρώνεται σε εσωτερικά ζητήματα, καθώς η εσωτερική πολιτική αναμένεται να διαδραματίσει καίριο ρόλο στην επικείμενη εκλογική αναμέτρηση.

Advertisement
Advertisement

Ο Εμμανουέλ Μακρόν υπηρέτησε δύο θητείες στον προεδρικό θώκο, και έχει εξαντλήσει το προβλεπόμενο συνταγματικό όριο των δύο συνεχόμενων πενταετών θητειών της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Κατά την διάρκεια της προεδρικής του εξουσίας, για να αποτυπωθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πολιτικών επιλογών του Γάλλου Προέδρου, καθιερώθηκε ο όρος μακρονισμός(«macronisme»). Μπορεί να θεωρηθεί ένας συνδυασμός φιλελευθέρων χαρακτηριστικών, στην πολιτική και την οικονομία, παρόλο που ο ίδιος προήλθε από το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, με το πολιτικό κέντρο. Στην εξωτερική πολιτική στόχευσε στην υλοποίηση δράσεων που να προσιδιάζουν με την γκωλική παράδοση, με την ρεαλιστική προσέγγιση να αλληλεπιδρά με ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Αν χρειάζεται να γίνει ένας σύντομος απολογισμός της περιόδου Μακρόν, ειδικά στην εξωτερική πολιτική, αφορά τον συνδυασμό της προώθησης της ευρωπαϊκής πολιτικής και ταυτότητας με την ανάπτυξη διμερών σχέσεων και συμφωνιών της Γαλλίας, ιδίως σε στρατηγικές περιοχές του διεθνούς συστήματος. Γι’αυτό, στους δημόσιους λόγους του Γάλλου Προέδρου υπάρχει έντονη ρητορική υπέρ της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της ασφάλειας της Ευρώπης. Η κίνηση αυτή έχει στρατηγική διάσταση, καθώς μετά το Brexit η Γαλλία παρέμεινε η μόνη πυρηνική δύναμη της Ε.Ε., ένα από τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ως μία εκ των νικητών του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και με σημαντική συνεισφορά στην δόμηση του μεταπολεμικού κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο, είναι μία από τις υπολογίσιμες δυνάμεις στο διεθνές σύστημα, με δικαίωμα βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας, μία ισχυρή στρατιωτική, αλλά και διπλωματική, δύναμη.

Η πυρηνική ενέργεια χρησιμοποιείται για την κάλυψη των εγχώριων ενεργειακών αναγκών, με παράλληλη ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος της Γαλλίας. Οι διμερείς συμφωνίες, κυρίως αμυντικής φύσεως, είναι ένα βασικό εργαλείο για την γαλλική εξωτερική πολιτική. Για παράδειγμα, μπορεί να ειπωθεί ότι η Γαλλία είχε προετοιμαστεί για τις μελλοντικές εξελίξεις, αν ληφθεί υπόψη ότι από το 2010 είχε υπογράψει με την Βρετανία τις Συμφωνίες του Lancaster(Lancaster House Treaties). Αποτελούν μία αμυντική και στρατηγική συνεργασία μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας, με ιδιαίτερη έμφαση στην πυρηνική στρατηγική και συνεργασία. Δίνουν ένα πολιτικό-νομικό πλαίσιο σε επιχειρησιακό επίπεδο και στην συνεργασία σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Πρόσφατα, υπεγράφη διμερή αμυντική συμφωνία της Γαλλίας με την Σουηδία, με αντικείμενο την ναυπήγηση και πώληση γαλλικών φρεγατών και την εδραίωση μίας στρατηγικής συνεργασίας υπό το πλαίσιο της ευρωπαϊκής άμυνας και της νατοϊκής.

Οι παραπάνω κινήσεις ενισχύουν το επιχείρημα ότι στρατηγικός στόχος των ευρωπαϊκών κρατών είναι η εμβάθυνση της αμυντικής παρουσίας τους στην Βόρεια Θάλασσα, ύστερα από τις γεωπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών. Σε αυτό το επιχείρημα συνηγορεί και το γεγονός της ένταξης της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ το 2024, μίας χώρας που τηρούσε στάση ουδετερότητας στο παρελθόν. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι τα ευρωπαϊκά κράτη – όπως προκύπτει από τις πρωτοβουλίες των κυβερνήσεών τους – δεν επιθυμούν την αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, παρόλο που παρατηρείται μία αναθεωρητική στάση από την πλευρά των Η.Π.Α. για τον τρόπο λειτουργίας του οργανισμού. Η λειτουργικότητα του ΝΑΤΟ αναμένεται να απασχολήσει τις διμερείς σχέσεων των ευρωπαϊκών κρατών με τις ΗΠΑ και τα επόμενα χρόνια, τουλάχιστον σε επίπεδο αμυντικών δαπανών.

Η εξωτερική πολιτική της Γαλλίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως ρεαλιστική και πραγματιστική. Παρόλο που ενδέχεται να χαρακτηριστεί ως έντονο το ιδεολογικό αφήγημα στην ρητορική, όσον αφορά τα διεθνή ζητήματα, οι κινήσεις στην εξωτερική πολιτική δείχνουν μία τήρηση των ισορροπιών, όποτε χρειαστεί, με ιδιαίτερη έμφαση στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και στην διπλωματική δράση και πρωτοβουλία. Η εκλογή του/της νέου/ας Προέδρου στην Γαλλία παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς μπορεί να έχει επίδραση στην εξέλιξη της εξωτερικής πολιτικής, όπως οι στόχοι και οι προτεραιότητες που θα τεθούν. Εντούτοις, η Γαλλία έχει μία παράδοση συνέχειας στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, τουλάχιστον από την εδραίωση της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Στο εσωτερικό της Γαλλίας, το πολιτικό σύστημα προετοιμάζεται για τον ορισμό των προεδρικών υποψηφίων. Δεν έχει δημοσιευθεί, ακόμα, συγκεκριμένη ημερομηνία για την διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών, με τις περισσότερες πληροφορίες κλίνουν προς την άνοιξη του 2027.

Όμως, η προεκλογική περίοδος έχει ήδη ξεκινήσει, με έντονους ρυθμούς, όπως φάνηκε με την παρουσία του συνόλου των πολιτικών προσώπων και εκπροσώπων κομμάτων στην ετήσια αγροτική έκθεση Châlons-en-Champagne στις αρχές Σεπτεμβρίου. Το πώς θα ψηφίσει ο αγροτικός κόσμος απασχολεί τα κομματικά επιτελεία, καθώς, σε επίπεδο πολιτικής κουλτούρας και εκλογικής συμπεριφοράς, η διαιρετική τομή μεταξύ κέντρου και περιφέρειας αποτελεί παράγοντα διαμόρφωσης των εκλογικών αποτελεσμάτων. Μία χαρακτηριστική υπενθύμιση είναι το “Κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων” που αναπτύχθηκε κυρίως στην περιφέρεια της χώρας. Σε κάθε εκλογική διαδικασία αναδεικνύεται το ζήτημα του συγκεντρωτικού χαρακτήρα του γαλλικού κράτους, καθώς αρκετές περιφέρειες διατηρούν ιστορική εκλογική προτίμηση σε συγκεκριμένες πολιτικές ιδεολογίες και κόμματα. Για τον ευρύτερο αυτό χώρο, σημαντικό ζήτημα αποτελεί η διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στην οικολογική πολιτική και τις παραγωγικές και οικονομικές δραστηριότητες που βασίζονται στην αξιοποίηση της γης. Οι φετινές περιβαλλοντικές συνθήκες, και ιδιαίτερα ο παρατεταμένος καύσωνας, έδωσαν ώθηση στο δημόσιο διάλογο για τα περιβαλλοντικά ζητήματα και το βαθμό αποτελεσματικότητας των πολιτικών που υιοθετήθηκαν. Με αυτόν τον τρόπο, οι υποψήφιοι των κομμάτων διαμορφώνουν την ρητορική τους σχετικά με την περιβαλλοντική πολιτική και τις προτεραιότητες που πρέπει να τεθούν.

Ορισμένα κόμματα έχουν ήδη επιλέξει τους υποψηφίους τους. Οι Ρεπουμπλικάνοι(Les Republicaines), που κατατάσσονται στην κεντροδεξιά, έχουν ήδη επιλέξει τον προεδρικό τους υποψήφιο, τον Bruno Retailleau. Στον Εθνικό Συναγερμό(Rassemblement National) κατεβαίνει ως προεδρική υποψήφια η Μαρίν Λεπέν, ορίζοντας τον Jordan Bardella ως πρωθυπουργό. Από τις αρχές του περασμένου Ιουλίου ξεκίνησε η προεκλογική εκστρατεία του κόμματος. Όπως επισημαίνεται, είναι η τέταρτη φορά που είναι υποψήφια για τις προεδρικές εκλογές, παρόλο που έχει καταδικαστεί από το Εφετείο του Παρισιού για “την υπόθεση των κοινοβουλευτικών βοηθών,” όμως το χρονικό όριο της ποινής δεν απαγορεύει την κάθοδο της στις εκλογές, σε ένα κόμμα που χαρακτηρίζεται ως προσωποπαγές.

Advertisement

Στην τρέχουσα περίοδο, το Σοσιαλιστικό Κόμμα βρίσκεται στην επικαιρότητα, καθώς ανακοινώνονται οι υποψηφιότητες για τις προκριματικές εκλογές του κόμματος. Στις 25 Αυγούστου συγκροτήθηκε η εθνική επιτροπή του κόμματος για την οργάνωση των σχετικών διαδικασιών και ο πρώτος γύρος των προκριματικών εκλογών θα διεξαχθεί στις 10 και 11 Οκτωβρίου. Υποψήφιοι έχουν εκφράσει διαφορετικές απόψεις σχετικά με την κοινή κάθοδο της αριστεράς, και την ένταξη των πρασίνων σε κοινό σχηματισμό, που είναι η επιλογή του υποψηφίου Olivier Faure, Πρώτου Γραμματέα του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ή να στοχεύσουν σε ψηφοφόρους των πολιτικών προσώπων που συνδέονται με τον μακρονισμό, μία πρόταση του έτερου υποψηφίου Raphaël Glucksmann, ευρωβουλευτής και συν-προεδρεύων του κόμματος Place publique(Δημόσιος χώρος). Επομένως, ένα στοιχείο διαφοροποίησης μεταξύ των υποψηφίων είναι η στροφή προς το πολιτικό κέντρο ή η έμφαση σε πιο ριζοσπαστικές συνεργασίες και πολιτικές επιλογές.

Στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές το Σοσιαλιστικό Κόμμα είχε τα χαμηλότερα ποσοστά στο εκλογικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, στις βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν, εξασφάλισε την είσοδό του στο κοινοβούλιο, και την επίτευξη υψηλών ποσοστών, μέσω της κοινής καθόδου των κομμάτων της γαλλικής αριστεράς, της συμμαχίας NUPES(Nouvelle Union populaire écologique et sociale). Οι υπόλοιποι/ες υποψήφιοι/ες για τις προκριματικές εκλογές είναι οι Jérôme Guedj (βουλευτής), Philippe Bru (βουλευτής), και η Ségolène Royal (υποψήφια των Σοσιαλιστών στις προεδρικές εκλογές του 2007 και Υπουργός Οικολογίας, Βιώσιμης Ανάπτυξης και Ενέργειας, επί κυβερνήσεως Manuel Valls, το 2014). Πρόσφατα, ανακοινώθηκαν και άλλες υποψηφιότητες, όπως του Emmanuel Maurel, βουλευτή και επικεφαλής του κόμματος Gauche républicaine et socialiste-GRS (Ρεπουμπλικανική και Σοσιαλιστική Αριστερά), και του Fabien Verdier, πρώην δημάρχου του Châteaudun (Eure-et-Loir), στην κεντρο-βόρεια Γαλλία.

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα για την πολιτική σκηνή της Γαλλίας είναι η ψήφιση του προϋπολογισμού για το 2027, που πρέπει να πραγματοποιηθεί στα τέλη του 2026. Δεν έχει δημοσιευθεί το προσχέδιο του προϋπολογισμού, το οποίο πρέπει να υποβληθεί στο κοινοβούλιο μέχρι και τις 6 Οκτωβρίου, με ειδησεογραφικές πηγές να κάνουν αναφορά στην αναζήτηση “εξοικονόμησης” πόρων για την “μείωση του δημόσιου ελλείμματος,”. Ένα ερώτημα που τίθεται είναι αν θα ασκηθεί μομφή κατά της τρέχουσας κυβέρνησης, με τον Raphaël Glucksmann να αφήνει ανοιχτό αυτό το ενδεχόμενο σε περίπτωση που ο προϋπολογισμός οδηγεί σε μία “κοινωνική και οικονομική οπισθοδρόμηση.” Επίσης, αναφέρει ως καίριο θέμα, που χρήζει περαιτέρω προσοχής, την πολιτική προστασία, συγκεκριμένα την ασφάλεια των πολιτών από φυσικές καταστροφές, με αφορμή τις φετινές πυρκαγιές. Από την άλλη πλευρά, ο Olivier Faure ορίζει ως σημαντικό στόχο  την αποτροπή της εκλογής της Λε Πεν ως Προέδρου της Γαλλίας.

Advertisement

Συνεπώς, όσο πλησιάζει η ημερομηνία ψήφισης του προϋπολογισμού – και το σύνολο των πολιτικών κομμάτων έχει επιλέξει τις υποψηφιότητες για την Προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας – αναμένεται άνοδος του πολιτικού θερμομέτρου στην Γαλλία καθώς, θα αναδειχθούν στον δημόσιο διάλογο οι οικονομικές θέσεις των πολιτικών προσώπων και κομμάτων και οι ισορροπίες του πολιτικού συστήματος. Παρά τις πολιτικές δηλώσεις στον Τύπο, είναι νωρίς για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, την στιγμή που δεν έχουν προκηρυχθεί επίσημα οι προεδρικές εκλογές, όποτε και θα παρουσιαστούν τα επίσημα προγράμματα των υποψηφίων. Η εκλογική αναμέτρηση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον έπειτα από μια δεκαετία διακυβέρνησης του Εμμανουέλ Μακρόν, ιδίως ως προς την επιρροή των πολιτικών επιγόνων του μακρονισμού στο πολιτικό σύστημα. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη και των υπόλοιπων χώρων του πολιτικού συστήματος. Συγκεκριμένα, αφορά την στρατηγική της γαλλικής Αριστεράς, ειδικά αν θα υπάρξει κοινή υποψηφιότητα, ιδιαίτερα σε μία εποχή που τα πολιτικά αφηγήματα που εκφράζει το κόμμα της Λεπέν κερδίζουν συνεχώς έδαφος.