“Ο δάσκαλος να΄ ναι η δύναμη / πράξη ο μαθητής / και το σχολειό γιορτή” (Λιαντίνης)
Ο καθένας μας διατηρεί στη μνήμη του – σαν τις παλιές ξεθωριασμένες φωτογραφίες – την εικόνα του Δ α σ κ ά λ ο υ του. Άλλοι έχουν την τάση να τον κρίνουν αυστηρά με βάση τη σύγχρονη παιδαγωγική ή και να τον απορρίπτουν αν υπήρξαν θύματα της αυστηρότητάς του ή ακόμα και της ανεπάρκειάς του.
Οι περισσότεροι, όμως, θυμούνται με νοσταλγία τη μορφή του παλιού τους Δασκάλου. Δεν λείπει σε αυτήν την περίπτωση και η τάση να εξιδανικεύουμε τον παλιό μας Δάσκαλο, αφού τον έχουμε ταυτίσει με την αθωότητα των παιδικών μας χρόνων και τα πρώτα βήματά μας στο δρόμο της Γνώσης ή ακόμη και με τις πρώτες νουθεσίες-απαγορεύσεις που από τη φύση τους συνιστούν και το προστάδιο της κοινωνικοποίησής μας.
Την εικόνα του ιδανικού προτύπου Δασκάλου ή του απορριπτέου πολλές φορές την διαμορφώνει και η τέχνη με τις ποικίλες εκφάνσεις της, όπως η Λογοτεχνία, ο Κινηματογράφος, η Φωτογραφία και ίσως ακόμη η Μουσική.
Ποιος δεν αρέσκεται και δεν συγκινείται ακόμη όταν βλέπει παλιές φωτογραφίες της σχολικής ζωής με κυρίαρχη μορφή τον αυστηρό Δάσκαλο, όπως τον ήθελαν τα στερεότυπα της παλιάς εποχής; Τα ξύλινα θρανία, ο μαυροπίνακας, η σόμπα και φυσικά η μορφή του αυστηρού Δασκάλου.
Μπορεί η Τέχνη με τις ποικίλες της μορφές να μην δημιουργεί γεγονότα, αλλά με τον τρόπο της διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε, προσλαμβάνουμε και ερμηνεύουμε αυτά. Η Τέχνη, δηλαδή, διαιωνίζει ή και διαμορφώνει η ίδια τα ερμηνευτικά στερεότυπα της συμπεριφοράς και του έργου κάποιων προσώπων που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη ζωή μας ή και την στιγμάτισαν.
Με οδηγό τις παραπάνω παραδοχές θα επιχειρήσω μία καταγραφή του προτύπου του Δασκάλου, όπως αυτό αποτυπώθηκε και διασώθηκε μέχρι και σήμερα μέσα από την Τέχνη. Η Τέχνη, βέβαια, στο όνομα της ελευθερίας της έκφρασης μπορεί μερικές φορές να υπερβάλει ή και να αυθαιρετεί.
Ωστόσο δεν παύει να επηρεάζει ακόμα την κρίση και τα συναισθήματά μας, όταν η συζήτηση επικεντρώνεται στο εκπαιδευτικό σύστημα, στη σύγχρονη παιδαγωγική και φυσικά στο ρόλο του Δασκάλου με την ευρύτερη έννοια του όρου.
«Σε θυμάμαι Δάσκαλε…»
«Μπλε σακάκι, τετριμμένο / εικοστή πέμπτη Μαρτίου / σε θυμάμαι δάσκαλέ μου / στην εξέδρα του σχολείου.
Δίδαξε λοιπόν ανθρώπους / για να γίνουν δουλευτάδες / αλλά πες και για τους τρόπους / που `χουνε κάποιοι φονιάδες.
Πες τους για τις πανουργίες / τη βρωμιά και την απάτη / κι άσε τις χρονολογίες / κάποιος άλλος να τους μάθει» («Σε θυμάμαι Δάσκαλε», Μάνος Ελευθερίου).
Το ποίημα του Μάνου Ελευθερίου περιγράφει μία παραδοσιακή μορφή Δασκάλου σε κάποιο χωριό της Ελλάδας πριν από πολλές δεκαετίες. Το φτωχό ντύσιμο και η παρουσία του στις εθνικές επετείους ήταν από τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τον παραδοσιακό Δάσκαλο. Εξάλλου όλοι μας γνωρίζουμε πως ο Δάσκαλος, ο Χωροφύλακας και ο Παπάς αποτελούσαν άτυπα την εξουσία στα χωριά μας ή ακόμη και στις μικρές- κλειστές κοινωνίες.
Το τρίπτυχο Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια διαμόρφωσε για πολλές δεκαετίες την Ηθική, Πολιτική, Κοινωνική και Εθνική συνείδηση των Νεοελλήνων.
Στο ποίημα διακρίνεται κι ένας παραινετικός τόνος του Ποιητή, αφού προτρέπει-συμβουλεύει τον Δάσκαλο για το αντικείμενο της διδασκαλίας του. Φυσικά οι προτροπές-συμβουλές δεν αφορούν τα παραδοσιακά σχολικά μαθήματα (Γλώσσα, Μαθηματικά, Γεωγραφία…) αλλά το πρότυπο του επιθυμητού πολίτη (δουλευτάδες…). Δίπλα σε αυτό προβάλλονται και κάποιες αναφορές (με έντονο το καταγγελτικό στοιχείο) για τα “κακώς κείμενα” της εποχής που φυσικά αυτά δεν βρίσκονται ποτέ στην περίφημη “Διδακτέα ύλη”.
Έμμεσα ο ποιητής πλέκει το πρότυπο του “κοινωνικού” Δασκάλου που το έργο του δεν πρέπει να εξαντλείται στα κλασσικά μαθήματα («…κι άσε τις χρονολογίες / κάποιος άλλος να τους μάθει») αλλά να φωτίζει και να διδάσκει και τις “σκοτεινές” πλευρές της κοινωνίας και της ζωής. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί (“…αλλά πες και για τους τρόπους / που `χουνε κάποιοι φονιάδες. / Πες τους για τις πανουργίες / τη βρωμιά και την απάτη”) από μόνες τους συνιστούν μία κριτική στο γκρίζο τοπίο της κοινωνίας και του συστήματος.
Ο Ν. Καζαντζάκης εστιάζει στην τεχνική διδασκαλίας του ιδανικού κατ΄ αυτόν Δασκάλου. Μία τεχνική στην οποία ο ρόλος του Δασκάλου συνίσταται στο να χτίζει “Γέφυρες” ή ο ίδιος ο Δάσκαλος να λειτουργεί ως γέφυρα για να περάσει ο μαθητής “απέναντι” στον γοητευτικό χώρο της γνώσης.
«Ο ιδανικός δάσκαλος είναι εκείνος που γίνεται γέφυρα για να περάσει αντίπερα ο μαθητής του. Κι όταν πια του διευκολύνει το πέρασμα, αφήνεται χαρούμενα να γκρεμιστεί, ενθαρρύνοντας τον μαθητή του να φτιάξει δικές του γέφυρες» (Νίκος Καζαντζάκης).
Ωστόσο αυτή η “γέφυρα”, δηλαδή, ο ίδιος ο δάσκαλος θα πρέπει να γκρεμιστεί για να υποχρεωθεί ο μαθητής να δημιουργήσει τις δικές του “γέφυρες”. O Δάσκαλος τότε μόνον δικαιώνεται ως Δάσκαλος όταν μαθαίνει στον μαθητή του “πώς να μαθαίνει”. Ο ρόλος του Δασκάλου δεν πρέπει για τον Καζαντζάκη να περιορίζεται ή και να εξαντλείται αποκλειστικά στο αντικείμενο της Γνώσης, στο “Τι”, αλλά και στο “Πώς”.
Κι αυτό γιατί η αυτοκατάργηση του Δασκάλου σε κάποιο στάδιο της διδασκαλίας και η απελευθέρωση-αποδέσμευση του Μαθητή από τον Δάσκαλό του συνιστά τον αναγκαίο όρο για την ωρίμαση του νέου. Γιατί όταν ο μαθητής μένει για πολύ προσδεδεμένος-προσκολλημένος στην αυθεντία του Δασκάλου τότε δυσκολεύεται η απελευθέρωση και η αυτονομία του.
Στην ίδια άποψη για το πρότυπο του ιδανικού Δασκάλου κινείται η σκιαγράφησή του από τον Νίτσε στο έργο του «Τάδε έφη Ζαρατούστρα». Εξάλλου ο Καζαντζάκης επηρεάστηκε πολύ από τη φιλοσοφία του Νίτσε.
“Μόνος φεύγω τώρα, μαθητές μου! Κι εσείς φύγετε τώρα και να είστε μόνοι. Έτσι θέλω να γίνει. Φύγετε μακριά από μένα και φυλαχτείτε από τον Ζαρατούστρα! Κι ακόμα καλύτερα: ντραπείτε γι αυτόν! Ίσως σας εξαπάτησε. Ο άνθρωπος της γνώσης πρέπει όχι μόνο να αγαπά τους εχθρούς του, πρέπει και να μισεί τους φίλους του. Ντροπιάζει κανείς τον δάσκαλό του όταν μένει για πάντα μόνο μαθητής . . .” (Νίτσε “Τάδε έφη Ζαρατούστρα”).
Ο Δάσκαλος σε μία αποστροφή προς τους μαθητές του διακηρύσσει την ανάγκη να αποσυρθεί στη Μοναξιά του συμβουλεύοντάς τους να πράξουν και αυτοί το ίδιο. Ίσως να ξαφνιάζει αυτή προτροπή του Δασκάλου-Ζαρατούστρα, αλλά σε αυτήν την προτροπή ανευρίσκεται η θέση του Νίτσε για το πρότυπο του ιδανικού Δασκάλου.
Ο Ζαρατούστρα-Δάσκαλος θεωρεί πως η προσκόλληση του μαθητή στο Δάσκαλο συνιστά ντροπή και για τους δύο και περισσότερο για το μαθητή «Ντροπιάζει κανείς τον δάσκαλό του όταν μένει για πάντα μόνο μαθητής “
Υπόρρητα ο Ζαρατούστρα -Δάσκαλος τονίζει τον κίνδυνο της μίμησης από την πλευρά του μαθητή προς τον Δάσκαλο όταν ο μαθητής δεν μπορέσει να τον αποχωριστεί και να αυτονομηθεί. Στην εξάρτηση του μαθητή από το Δάσκαλό του φωλιάζει πάντα ο κίνδυνος της ομοιομορφίας που από τη φύση της καταστρέφει τη μοναδικότητα και την αυθεντικότητα του ανθρώπου.
Η μίμηση του μαθητή και η προσκόλλησή του στην αυθεντία του Δασκάλου σκοτώνει κάθε νεωτεριστικό στοιχείο από το νέο και τον εθίζει στη λατρεία του παραδοσιακού. Έτσι συντελείται μία αποβιταμίνωση της δημιουργικότητας και μία νάρκωση της διαφωνίας και της αμφισβήτησης που συνιστούν το κρηπίδωμα της προόδου και της αλλαγής της κοινωνίας.
Γενικότερα πιστός σε αυτή του τη θέση ο Ζαρατούστρα (Νίτσε) διώχνει από κοντά του τους μαθητές του. Δεν θέλει, δηλαδή, να γίνει αντικείμενο άγονης μίμησης και μιας αδιέξοδης λατρείας. Κι αυτό γιατί πιστεύει πως η άγονη ταύτιση και η προσήλωση στο πρόσωπο – πρότυπο αλλοτριώνει το υποκείμενο, εξοστρακίζει την αυθεντικότητά του, αλλοιώνει τα συναισθήματά του και απενεργοποιεί κάθε μηχανισμό δόμησης μια αυτεξούσιας και ελεύθερης προσωπικότητας. Η μίμηση – προσωπολατρία δημιουργεί πνευματικά ανδράποδα και εξαρτημένες συμπεριφορές.
Παθητικοποιεί, ποδηγετεί και διαβρώνει κάθε στοιχείο διαφορετικότητας.
Συνάμα η άγονη μίμηση κτίζει “πιστούς” και όχι σκεπτόμενους δημιουργούς. Θρυμματίζει την ατομικότητα και ευνοεί τον άγονο ομοιομορφισμό που χαρακτηρίζει άτομα δειλά που αναζητούν την ασφάλειά τους στην αγέλη και στην υπακοή στο πρόσωπο – δύναμη. “Η δύναμη της αγέλης είναι ο λύκος”.
Στην εποχή, λοιπόν, της εικόνας και της Α.Ι ο ιδανικός δάσκαλος δεν περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων. Καλλιεργεί τη σκέψη, αφυπνίζει την κρίση, εμπνέει την αναζήτηση και εμφυτεύει στον μαθητή την αγάπη για τη γνώση και τον άνθρωπο. Δεν επιδιώκει να δημιουργήσει πιστούς αντιγραφείς του, αλλά ελεύθερες προσωπικότητες που θα βαδίσουν με αυτοπεποίθηση τον δικό τους δρόμο.