Γράφει ο Αριστοτέλης Σταμούλας, Διευθυντής Ευρωπαϊκού Κέντρου Καταναλωτή Ελλάδας
*
Η τραγική κατάληξη που είχε η επίσκεψη του δημοφιλούς τραγουδιστή, Γιώργου Μαζωνάκη, σε χώρο στο κέντρο της Αθήνας που παρουσιαζόταν ως ειδική κλινική σε «θεραπείες βλαστοκυττάρων, αξιοποιώντας τη δύναμη της αναγέννησης» προκάλεσε μεγάλη θλίψη, αλλά αποτέλεσε συνάμα (καθυστερημένη) αφορμή για να ξεκινήσει μια συζήτηση γύρω από την, κατά πώς φαίνεται, άκρως προσοδοφόρα, ωστόσο γκρίζα αγορά παροχής υπηρεσιών αναζωογόνησης και ευεξίας.
Μεγαλώνοντας, το δύσκολο δεν είναι μόνο ότι αλλάζει η εμφάνισή μας, αλλά ότι το γήρας υπενθυμίζει το ασταμάτητο πέρασμα του χρόνου, την αδυναμία μας να διαπραγματευόμαστε επ’ άπειρον με τη φθορά και, στην άκρη του τούνελ, τη δυσκολία του συμβιβασμού με την ιδέα ότι δεν μπορούμε να κρατήσουμε για πάντα τον εαυτό μας στην ηλικία που αισθανόμαστε ότι είμαστε μέσα μας. Η αναζήτηση της παντοτινής νεότητας είναι διαχρονική. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα το μόνο που αλλάζει είναι τα μέσα, όχι τόσο η επιθυμία, ακριβώς επειδή αγγίζει μερικούς από τους πιο θεμελιώδεις ανθρώπινους φόβους: Τη φθορά, την απώλεια και, τελικά, τον θάνατο.
Το να θέλουν οι άνθρωποι με τη βοήθεια αισθητικών και θεραπευτικών μέσων να καθυστερήσουν ορισμένες συνέπειες της φυσικής γήρανσης, να παλέψουν ψυχολογικά τον φόβο της απώλειας της υγείας και της λειτουργικής ανεξαρτησίας τους, να φροντίζουν την κοινωνική εικόνα τους μέσα από τη διαρκή βελτίωση της εξωτερικής εμφάνισης, να διατηρούν τη σωματική ευεξία και την πνευματική τους διαύγεια για όσο περισσότερο μπορούν, έτσι ώστε να αισθάνονται καλύτερα με τον εαυτό τους, εν πλήρει συνειδήσει όμως ότι όλα αυτά συνιστούν μια πεπερασμένη και, εν τέλει, μη νικηφόρα αναμέτρηση με τον αδυσώπητο χρόνο, ειλικρινά δεν έχει τίποτα το μεμπτό. Ίσως, μάλιστα, να είναι μια λογική και ενστικτώδης αντίδραση, όπως σε κάθε τι άλλο που απειλεί να μας αποστερήσει από κάτι που με τίποτα δεν θα θέλαμε να χάσουμε.
Όταν, όμως, μια τέτοια επιδίωξη μετατρέπεται στο ουτοπικό κυνήγι της αξεπέραστης νεότητας, σε ναρκισσιστική εμμονή ότι ο χρόνος μπορεί να παταχθεί και στην ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να επικρατήσει της φυσικής εξέλιξης, αρκεί να κάνει τα πάντα γι’ αυτό, ακόμα και να υποβάλει το σώμα (και την ψυχή) του σε κάθε είδους θεραπευτική δοκιμασία που θα βρεθεί μπροστά του, υποτιμώντας τη σημασία της επιστημονικής της τεκμηρίωσης, της επιβεβαιωμένης αποτελεσματικότητας, της ιατρικής καταλληλότητας για την περίπτωσή του, αλλά και της επάρκειας των συνθηκών και του στελεχιακού δυναμικού, στα οποία εναποθέτει όχι μόνο τη ματαιοδοξία, αλλά και την ίδια την υγεία του, τότε η φροντίδα για την εμφάνιση μετατρέπεται σε επικίνδυνη άρνηση μιας νομοτέλειας που είναι βιολογικά προγραμματισμένη, σε υπερεκτιμημένο στόχο που προσκρούει στα αμετακίνητα όρια της φύσης και, εν τέλει, σε ματαιόπονη αναζήτηση μιας εξωτερικής εικόνας, την οποία ο χρόνος αναπόφευκτα θα συνεχίσει να αλλάζει, πληγώνοντάς μας βαθιά όσο επιμένουμε πεισματικά να μην το αποδεχόμαστε.
Η ανθρώπινη επιθυμία υπέρβασης των ορίων, είτε της βιολογίας είτε της πραγματικότητας, δεν εκδηλώνεται μόνο στο πεδίο της αισθητικής και της υγείας. Εμφανίζεται, για παράδειγμα, και στην καθημερινή καταναλωτική συμπεριφορά, όπου το δέλεαρ μιας «άχαστης», τέλειας ευκαιρίας συχνά θολώνει την αντικειμενική κρίση.
Μου έρχεται αίφνης στο μυαλό ένας παραλληλισμός, ο οποίος αν και φυσικά δεν συγκρίνεται με τίποτα ως προς τη σοβαρότητα των επιπτώσεων, μας βοηθά να αντιληφθούμε την επικινδυνότητα των δύο καταστάσεων, φωτίζοντας από ένα διαφορετικό πρίσμα μια συγγενή ανθρώπινη αδυναμία: Την τάση να αφήνουμε την επιθυμία να υπερισχύει της κρίσης, ακόμη και όταν τα πραγματικά δεδομένα θα έπρεπε να μας προειδοποιούν. Άλλοτε επιθυμούμε τόσο πολύ να διατηρήσουμε τη νεότητα, ώστε δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε τα όρια που θέτει η βιολογία· και άλλοτε επιθυμούμε τόσο πολύ να αποκτήσουμε ένα επώνυμο προϊόν σε εξωπραγματικά χαμηλή τιμή, ώστε προσπερνούμε τα προφανή σημάδια ότι κάτι δεν πάει καλά.
Κάπως έτσι εξηγείται η συμπεριφορά ορισμένων καταναλωτών, όταν παρακινούνται με σχετική ευκολία σε αγορές προϊόντων μέσω τυχαίων προφίλ σε κοινωνικά δίκτυα ή ανεπιβεβαίωτων ιστοσελίδων που υποδύονται γνωστά brand names για να δημιουργήσουν μια αίσθηση υποτιθέμενης αξιοπιστίας, παρότι υπάρχουν εμφανείς ενδείξεις συναλλαγής με άγνωστα πρόσωπα που -το πιθανότερο- δεν είναι κατ’ επάγγελμα προμηθευτές, αλλά κοινοί απατεώνες (fake e-shops), και, την ίδια στιγμή, παρά το γεγονός ότι οι δελεαστικές τους τιμές είναι τόσο ύποπτα χαμηλές για τα δεδομένα του συνήθους ανταγωνισμού για παρόμοια προϊόντα στην αγορά, που στην ουσία καθίστανται όλως μη ρεαλιστικές. Σε σημείο που θα έπρεπε κανονικά, για την προστασία των οικονομικών τους συμφερόντων, οι καταναλωτές να τις έχουν αγνοήσει. Για να διαπιστώσουν απογοητευμένοι αργότερα, μετά την πληρωμή, είτε ότι τα προϊόντα τους δεν πρόκειται ποτέ να παραδοθούν είτε ότι λαμβάνουν απομιμητικά προϊόντα ευτελούς αξίας, τα οποία πολλές φορές δεν είναι ούτε καν αυτά που παρήγγειλαν. Κοινώς, ότι έχασαν τα λεφτά τους με έναν παραπλανητικό τρόπο που θα μπορούσε κάλλιστα, με λίγη περισσότερη προσοχή και εγκράτεια, να είχε αποφευχθεί.
Υπάρχει, φερ’ ειπείν, καταναλωτής, ο οποίος υπέβαλε καταγγελία σε φορέα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών για δύο ζευγάρια πλαστά Ray Ban, προσπερνώντας τη δική του ευθύνη όταν τα αγόραζε με ελαφρότητα έναντι μόλις 20 ευρώ το καθένα (τιμή που δεν υπάρχει σε κανένα εκπτωτικό σύμπαν και που θέτει σε σοβαρή αμφισβήτηση την κρίση που θα έπρεπε να τον διακρίνει, λόγω της συναλλακτικής του πείρας).
Κοινός παρονομαστής στις ακραίες εκδοχές αμφότερων των παραδειγμάτων είναι η υπερβολική προσήλωση σε μια προσδοκία, είτε αυτή είναι η παντοτινή νεότητα είτε η τέλεια προσφορά, που είναι ορισμένες φορές το αποτέλεσμα της ευπιστίας μας σε ευχολόγια· ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος μηχανισμός -η επιθυμία που παραμερίζει τη λογική- μπορεί να λειτουργεί σε διαφορετικές εκφάνσεις της ζωής, αναδεικνύοντας την ίδια τάση να πιστεύουμε αυτό που θέλουμε να ισχύει, αγνοώντας τα προφανή «καμπανάκια» της λογικής περί του αντιθέτου και εκθέτοντάς μας σε ανεπιθύμητους και, ενίοτε, με οδυνηρή κατάληξη κινδύνους. Αν το καλοσκεφτούμε, τελικά δεν εξαπατόμαστε μόνο από επιτήδειους που βρίσκουν τρόπο να δρουν ανενόχλητοι. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εξαπατούμε και οι ίδιοι τους εαυτούς μας, επειδή θέλουμε τόσο πολύ να πιστέψουμε στις προσδοκίες μας.
Η επιρρέπεια του ατόμου στην κάλυψη αναγκών που δεν στηρίζονται σε πραγματικά δεδομένα, λελογισμένους υπολογισμούς και ψύχραιμη σκέψη, αλλά σε υπεραισιόδοξες προσδοκίες και έντονο παρορμητισμό, υποκινούμενο από εσωτερική ματαιοδοξία ή έξωθεν υποσχεσιολογίες, ενδέχεται τελικά να καταλήγει σε αντίθετα αποτελέσματα και, πάντως, σίγουρα να δείχνει απογυμνωμένη μια ευάλωτη πλευρά της ανθρώπινης φύσης μας.
Η μέριμνα των καθ’ ύλην αρμόδιων Αρχών για τον διαρκή έλεγχο της αγοράς με σκοπό την αποτελεσματική προάσπιση της υγείας, της ασφάλειας και των οικονομικών συμφερόντων των πολιτών-καταναλωτών είναι υποχρεωτικό τους καθήκον. Αποτελεί, εξάλλου, και πανηγυρική εναρκτήρια διακήρυξη του ν. 2251/1994 για την προστασία τους. Αυτό, όμως, δεν (πρέπει να) μας απαλλάσσει σε ατομικό επίπεδο από την ευθύνη της αυτοπροστασίας μας και την ανάγκη συνειδητοποίησης ότι η υγεία, η ασφάλεια και η ορθή κρίση δεν είναι στοιχεία προς διαπραγμάτευση, όπως και ότι η επιθυμία, όσο ανθρώπινη κι αν είναι, χρειάζεται όρια για να μην μετατρέπεται σε επικίνδυνες και, ενίοτε, μη αναστρέψιμες καταστάσεις.