{&.“Παρέλαβα σε ηλικία μόλις 34 ετών ένα μικρό κόμμα της Αριστεράς. Το ταξίδι όπου κάναμε μαζί ήταν επικίνδυνο, γεμάτο παγίδες, αλλά συναρπαστικό…”
&.”Να αποδείξω ότι η μάχη για τις ιδέες και η προσφορά δεν ορίζεται από την καρέκλα που κατέχει κανείς”.
“Κατανοώ την ανάγκη για ένα νέο κύμα του ΣΥΡΙΖΑ. Και αποφάσισα να παραμερίσω για να περάσει”} (Ζάππειο 2023).
«Κουβαλάμε την κληρονομιά του ΕΑΜ, της Εθνικής Αντίστασης, της ΕΔΑ, των αγώνων για Δημοκρατία και Ειρήνη, του ΠΑΣΟΚ, των πρώτων χρόνων της Αλλαγής, του ΣΥΡΙΖΑ, της Πρώτης Φοράς Αριστερά» (Θησείο 2026).
*
Να καμιά φορά που οι λέξεις-τα λόγια μας λένε την αλήθεια και μας διαψεύδουν. Tον επανακάμψαντα στην πολιτική και στην κομματική κονίστρα-μετά από μία βραχύβια πολιτική και κομματική αγρανάπαυση- Αλέξης Τσίπρας περισσότερο τι τον εκφράζει; Αυτά που έλεγε το 2023 στο Ζάππειο, όταν παραιτήθηκε από πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, ή αυτά που περιλαμβάνονται στη διακήρυξη και στις 7 δεσμεύσεις του νέου κόμματος ΕΛ.Α.Σ (Eλληνική Αριστερή Συμπαράταξη);
Το 2008 ο κ. Τσίπρας ανέλαβε την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ως ο νεότερος «πρίγκιπας» της ελληνικής Αριστεράς. Το 2023 αποχώρησε από την προεδρία σαν ένας κουρασμένος ταξιδιώτης που πίστεψε πως έφθασε στο τέλος της διαδρομής του. Και το 2026 επιστρέφει ιδρύοντας νέο κόμμα (ΕΛ.Α.Σ), σαν άλλος Οδυσσέας που δεν άντεξε τη σιωπή της Ιθάκης.
Η πολιτική του πορεία μοιάζει με διαρκές ταξίδι ανάμεσα στην εξουσία, την ήττα, την αυτοκριτική και την ανάγκη της επιστροφής.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό: Έφθασε ποτέ πραγματικά στην «Ιθάκη» του ή μήπως η ίδια η διαδρομή είναι ο βαθύτερος πειρασμός του; Ίσως τελικά να ακολουθεί ασυνείδητα την καβαφική προτροπή: «να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος». Γιατί για ορισμένους πολιτικούς η Ιθάκη δεν είναι ο προορισμός, αλλά είναι η διαρκής ανάγκη να ξαναρχίζουν το ταξίδι, ακόμη κι όταν είχαν ορκιστεί πως αυτό τελείωσε.
Η πολιτική επιστροφή Τσίπρα συνιστά μία επανεκκίνηση ή μία υπόρρητη ομολογία για την πολιτική ρεβάνς; Εμπεριέχει στοιχεία πολιτικού εμπλουτισμού και νέων ιδεών ή απλά είναι μία προσπάθεια να αποκαταστήσει τα πολιτικά τραύματα και να επουλώσει τις πληγές της πρωθυπουργίας του;
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην ενεργό πολιτική δεν μπορεί να ερμηνευθεί μονοσήμαντα.
Για τους υποστηρικτές του συνιστά μια αναγκαία επανεκκίνηση: Την προσπάθεια, δηλαδή, ενός πολιτικού που γνώρισε την εξουσία, δοκιμάστηκε από τα όριά της και επιστρέφει πιο ώριμος (;) με μεγαλύτερη επίγνωση των διεθνών και κοινωνικών μεταβολών. Η εμπειρία της διακυβέρνησης, ακόμη και μέσα από λάθη και αντιφάσεις, μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικό κεφάλαιο ή θα τον ακολουθεί ως ιστορικό βάρος;
Για τους επικριτές του, όμως, η επιστροφή αυτή κρύβει μια υπόγεια ανάγκη πολιτικής ρεβάνς απέναντι σε όσους τον αμφισβήτησαν ή τον οδήγησαν στην ήττα και την εσωκομματική απαξίωση.
Το ερώτημα παραμένει αν το νέο εγχείρημα θα εκφράσει πράγματι νέες ιδέες, νέα πρόσωπα και διαφορετικό πολιτικό ήθος ή αν θα αποτελέσει κυρίως μια προσωπική απόπειρα αποκατάστασης του ιστορικού και συναισθηματικού αποτυπώματος της πρωθυπουργικής του περιόδου;
Στο Ζάππειο, το 2023, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίστηκε ως ένας πολιτικός που έκλεινε έναν κύκλο με επίγνωση της ήττας αλλά και με διάθεση πολιτικής αξιοπρέπειας. Μίλησε για «ένα νέο κύμα του ΣΥΡΙΖΑ» που έπρεπε να περάσει, δήλωσε πως «η μάχη για τις ιδέες δεν ορίζεται από την καρέκλα» και έδωσε την εντύπωση ενός ανθρώπου που αποχωρεί για να αφήσει χώρο σε άλλους.
Τότε, η παραίτησή του έμοιαζε περισσότερο με συνειδητή παραμέριση παρά με προσωρινή υποχώρηση. Σήμερα, όμως, η ίδρυση νέου κόμματος αλλάζει αναπόφευκτα την ανάγνωση εκείνων των λόγων. Τι μεσολάβησε; Ωρίμασε πολιτικά και κατάλαβε πως η απουσία του άφησε ακέφαλο έναν ολόκληρο χώρο ή μήπως δεν άντεξε να βλέπει την πολιτική σκηνή χωρίς τον ίδιο πρωταγωνιστή;
Η επιστροφή του γεννά ένα υπαρξιακό ερώτημα: Mπορεί πράγματι ένας ηγέτης να υπηρετεί ιδέες χωρίς αξιώματα ή τελικά η πολιτική δράση απαιτεί πάντα έναν θώκο εξουσίας;
Από την «Ιθάκη» της αποχώρησης στα «θυρανοίξια» ενός νέου κόμματος, ο Τσίπρας μοιάζει σήμερα λιγότερο με παραιτημένο ταξιδιώτη και περισσότερο με έναν Οδυσσέα που δεν άντεξε να μείνει μακριά από την πατρίδα της πολιτικής. Τέλος φόρμας
«Επιστροφές–καταστροφές». Το παλιό λαϊκό ρεφρέν μοιάζει να διεκδικεί δικαιωματικά μία θέση στη νέα πολιτική σεζόν. Γιατί στην Ελλάδα τίποτε δεν πεθαίνει οριστικά. Απλώς αποσύρεται προσωρινά, κάνει έναν κύκλο τηλεοπτικών εμφανίσεων, μερικές διαλέξεις περί “νέας προοδευτικής προοπτικής” και επιστρέφει ως “ιστορική ανάγκη”.
Έτσι και η επανεμφάνιση του Αλέξης Τσίπρα παρουσιάζεται περίπου ως εθνική απαίτηση, λες και η πολιτική αγορά υπέφερε από έλλειψη σωτήρων.
Οι υποστηρικτές του μιλούν για εμπειρία, διεθνές κύρος και ανάγκη ανασύνθεσης του χώρου. Οι επικριτές του θυμούνται ότι και οι προηγούμενες «ελπίδες» κατέληξαν σε ακριβούς συμβιβασμούς και συλλογικές διαψεύσεις. Άλλωστε, στην ελληνική πολιτική οι επιστροφές έχουν ένα παράξενο γνώρισμα: Εμφανίζονται πάντα ως καινούργιες, ενώ κουβαλούν στις αποσκευές τους όλα τα φαντάσματα του παρελθόντος.
Αν προσπαθήσει κάποιος να ερμηνεύσει την πολιτική επιστροφή του κ. Τσίπρα (και όχι μόνον) θα πρέπει να ανατρέξει τόσο στο χώρο της πολιτικής (να την ερμηνεύσει, δηλαδή, με όρους πολιτικούς), όσο και στο χώρο της ψυχανάλυσης. Γιατί, δηλαδή, ένας πολιτικός που διετέλεσε πρωθυπουργός θέλει να επιστρέψει και να ξαναγίνει πάλι Πρωθυπουργός, διακινδυνεύοντας πολλά!!!
Ίσως, σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιμονή ενός πρώην ηγέτη να επιστρέψει στην εξουσία να υπερβαίνει τα όρια της φυσιολογικής πολιτικής φιλοδοξίας και να αγγίζει τη σφαίρα της πολιτικής «ρεβάνς». Ένας πολιτικός που γνώρισε την αποθέωση και στη συνέχεια την εκλογική ήττα συχνά βιώνει την απόρριψη όχι μόνο ως πολιτική αποδοκιμασία αλλά και ως προσωπικό τραύμα.
Τότε, η ανάγκη επιστροφής μπορεί να μετατραπεί σε επιθυμία δικαίωσης απέναντι σε όσους τον αμφισβήτησαν, τον εγκατέλειψαν ή τον καταψήφισαν. Δεν είναι απαραίτητα μια συνειδητή εκδικητικότητα. Συχνά εκφράζεται ως βαθιά ανάγκη να αποδείξει πως «είχαν άδικο». Στην πολιτική, άλλωστε, η υστεροφημία λειτουργεί σχεδόν εμμονικά. Ο ηγέτης δεν θέλει να μείνει στην Ιστορία ως αποτυχημένος ή ηττημένος, αλλά ως εκείνος που επέστρεψε και δικαιώθηκε.
Ωστόσο, όταν η επιθυμία της επιστροφής κυριαρχείται περισσότερο από το πάθος της προσωπικής αποκατάστασης παρά από ένα σαφές συλλογικό όραμα, τότε η πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε ψυχολογική μάχη του ηγέτη με το παρελθόν του και όχι σε πραγματική υπηρεσία προς την κοινωνία.
Ψυχολογικά, ένας άνθρωπος που έφτασε στην κορυφή της εξουσίας δύσκολα αποδέχεται οριστικά την αποχώρηση. Η πρωθυπουργία δεν είναι απλώς ένα αξίωμα, αλλά είναι μια εμπειρία ισχύος, ιστορικής σημασίας και προσωπικής επιβεβαίωσης που διαμορφώνει βαθιά την αυτοεικόνα του πολιτικού. Η επιθυμία επιστροφής μπορεί να πηγάζει από διαφορετικά και συχνά αλληλοσυγκρουόμενα κίνητρα.
Για ορισμένους κυριαρχεί η ανάγκη αποκατάστασης της υστεροφημίας: να ξαναγράψουν το τελευταίο κεφάλαιο της πολιτικής τους διαδρομής, να διορθώσουν λάθη ή να ακυρώσουν μια αρνητική ιστορική αποτίμηση. Για άλλους υπάρχει πράγματι η αίσθηση αποστολής, η πεποίθηση ότι διαθέτουν εμπειρία και ικανότητες χρήσιμες σε μια περίοδο κρίσης.
Ωστόσο, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η διάσταση του ναρκισσισμού. Η εξουσία δημιουργεί εθισμό στην προβολή, στην επιρροή και στη δημόσια αναγνώριση. Η απομάκρυνση από το κέντρο των εξελίξεων βιώνεται συχνά ως προσωπική συρρίκνωση. Παράλληλα, ενδέχεται να λειτουργεί και ένα είδος «ενοχικού συνδρόμου». Η ανάγκη να αποδείξει ο ηγέτης πως δεν ταυτίζεται μόνο με τις αποτυχίες της θητείας του.
Συνήθως, όμως, η αλήθεια βρίσκεται σε έναν συνδυασμό όλων αυτών: Φιλοδοξία, ιστορική ματαιοδοξία, αίσθηση καθήκοντος και αδυναμία αποχωρισμού της εξουσίας.
* Συνεχίζεται (αύριο το 2ο μέρος)