Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

«Ποιὸς Χριστὸς τοὺς κοινώνησε

μὲ τὸ τρομαχτικὸ μυστήριο του,

Advertisement
Advertisement

ποιὰ δύναμη τοὺς φίλησε στὰ χείλη,

ποιὸς τοὺς ἔβαλε

τὸ χὲρι πάνω στὴν καρδιὰ

καὶ μονομιᾶς ἐφύσηξεν

Ὁ ἄνεμος τῆς ἐλευθερίας

μέχρι τὰ πέρατα τοῦ κόσμου,

Advertisement

ποιός τὶς περήφανες φωτιὲς

ἄναψε στὶς σημαῖες τους

καὶ τὸν παγκόσμιο φώτισαν πόνο

Advertisement

ἀπὸ τὀσο ὕψος» – Ν. Βρεττάκος

Έσμιξαν και συνδέθηκαν από τη γέννησή τους –«στα σπέρνα τζιαι στα γέννα τους αγγέλοι εκατεβαίνναν / τζι εδκιούσαν τους την ομορκιάν τζιαι πάλε ανεβαίναν». Κι ύστερα ξαναγεννήθηκαν. Πρώτα 11 και μετά 14 Αυγούστου 1996. Ξανάγραψαν την ιστορία μιας Κύπρου που μέχρι τότε βούλιαζε στις εντολές της συνθηκολόγησης. Μάθαιναν για το Λήδρα Πάλλας και διαδήλωναν σαν πιτσιρικάδες της Αμμοχώστου. Ήταν μωρά τον μαύρο Ιούλη, αλλά μεγάλωσαν με τις μαυροφορεμένες μανάδες του Παραλιμνίου. Με πατεράδες σκληρούς και γεμάτους ρυτίδες από το μαράζι της εισβολής, από τις δουλειές και το ξερό χώμα της περιοχής. Ο Τάσος της Τασούλας και του Ισαάκ. Ο Σολωμός της Σαλώμης και του Σπύρου.

Δυο λεβέντες από την καλύτερη πάστα αυτού του τόπου καθόρισαν τους μέχρι τότε μεμψίμοιρους Αύγουστους. Και τους Ιούληδες και τα χρόνια, ακόμα και εκείνα που προηγήθηκαν. Χάλασαν τη σούπα μιας σιωπηρής αποδοχής που σκοτώνει τόπους και ανθρώπους και μπήκαν στη φωτιά σαν ένα, ακόμα και με διαφορά ημερών. Όχι για μερικά στιγμιότυπα αυτοεπιβεβαίωσης, αλλά για την ανθρωπότητα ολόκληρη κι ας κατηγορούνται από τους γκεμπελίσκους που δεν χωνεύουν τις πιο επαναστατικές πράξεις της σύγχρονης ιστορίας μας. Από τους βασανιστές μιας νέας αποικιοκρατίας που έγιναν κομματάρχες και τους κατήγγειλαν πριν στεγνώσει το αίμα εκεί στη νεκρή ζώνη της Δερύνειας.

Advertisement

Και παρόντες, άπαξ και διά παντός, αδικαίωτοι και ξεχασμένοι από την πολιτεία για χρόνια, αλλά με πλήρη συνείδηση των πράξεών τους, αναλαμβάνοντας την ευθύνη του αγώνα για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, μπήκαν μπροστά στις πορείες των νέων μοτοσικλετιστών. Συνεχίζουν να συγκινούν τόσες γενιές που το ’χουν τάμα κάθε καλοκαίρι να τιμούν την εξέγερση του Τάσου και του Σολωμού. Να οδηγούν, να τρέχουν και να περπατούν στα χώματά τους, δίχως να λογαριάζουν τους αγγελιοφόρους της λήθης και τους συκοφάντες αυτής της μεγάλης επανάστασης, που έρχεται από μακριά και πιάνει αγίασμα από τους πρώτους αντάρτες.

Για να έρθει κάποια μέρα που ο Σολής δεν θα πάει μόνος να κατεβάσει τις σημαίες τους. Θα έρθει κάποια μέρα που ο Τάσος δεν θα πέσει μόνος στο συρματόπλεγμα για να σώσει τους συνοδοιπόρους του. Που ο βρυχηθμός θα κατεδαφίσει και την τελευταία μπογιατισμένη πέτρα από τον Πενταδάκτυλο. «Και στης νύχτας το λαμπάδιασμα να πυκνώνει ο δεσμός μας και να σμίγει παλιές κι αναμμένες τροχιές, με το ροκ του μέλλοντός μας».

Advertisement