«΄Ολοι μας έχουμε ένα πιάτο που μας κάνει να νιώθουμε ότι κάποιος γύρισε το χρόνο πίσω. Για εμένα είναι το υπέροχο σάντουιτς που έφτιαχνε η μητέρα μου πριν φύγω για το σχολείο όταν έμενα μαζί της. Η εικόνα ήταν πάντα η ίδια: η κουζίνα μισοσκότεινη, το χαρτί περιτυλίγματος λίγο υγρό από την ντομάτα, το αλάτι που έπεφτε πάντα λίγο περισσότερο από αυτό που έπρεπε – και παρ’ όλα αυτά ήταν το καλύτερο σάντουιτς του κόσμου. Καμία φωτογραφία δεν μπορεί να αναπαραγάγει με τόση ακρίβεια αυτή τη στιγμή όσο η γεύση. Το φαγητό είναι το πιο αξιόπιστο αρχείο μνήμης, δεν χρειάζεται σελίδες, ούτε εικόνες, μόνο μια μπουκιά».
Ενα από τα τελευταία άρθρα του του σημαντικού Ελληνα πεζογράφου, Αλέξη Σταμάτη, ήταν αυτό στη στήλη «Το θεωρείο» που ξεκινούσε με το παραπάνω απόσπασμα στην εφημερίδα Το Βήμα στις 14 Σεπτεμβρίου 2025.
«Αρχιτέκτων» της λογοτεχνίας, όπως εύστοχα είχε σημειωθεί, ο Αλέξης Σταμάτης που έφυγε τη Δευτέρα 20 Ιουλίου από τη ζωή σε ηλικία 67 ετών αντιμετωπίζοντας μια σπάνια ασθένεια του αίματος η οποία ήταν σε έξαρση το τελευταίο διάστημα, ήταν από τις σπάνιες περιπτώσεις λογοτεχών που συνδύαζαν θεσμική αναγνώριση και την αγάπη του κοινού. Πολυδιάστατος ως δημιουργός υπήρξε αρχιτέκτονας, ποιητής, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και αρθρογράφος. Ποτέ δεν χαρακτηρίστηκε «ο γιος της Μπέττυς Αρβανίτη», αλλά αναζήτησε – και βρήκε – φυσικά την δική του ταυτότητα δημιουργικής έκφρασης.
Διόλου τυχαίο. Μεγάλωσε σε μια οικογένεια ιδιαίτερα δημιουργική. Μητέρα του ήταν η ηθοποιός Μπέττυ Αρβανίτη, πατέρας του ο αρχιτέκτων Κώστας Σταμάτης και θεία του η σπουδαία ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ. Ο ίδιος είχε αναφερθεί στην επιρροή που είχαν οι γονείς του όσον αφορά τους διαφορετικούς επαγγελματικούς κόσμους που εκπροσωπούσαν. Ο πατέρας του τού κληροδότησε αγάπη για την αρχιτεκτονική, τη γνώση και τη δομή, ενώ η μητέρα του τού έδωσε την επαφή με τον κόσμο της σκηνής και της ανθρώπινης έκφρασης.
Η σχέση με τη μητέρα του πολυκύμαντη. Δεν είχε διστάσει να μιλήσει για αυτή, καθώς και για τα προβλήματα που αντιμετώπισε με τη χρήση αλκοόλ. Με την Μπέττυ Αρβανίτη κατάφεραν να επανασυνδεθούν ουσιαστικά, ενώ η περιπέτειά του με το αλκοόλ είχε λήξει από το 1996.
Γεννημένος στην Αθήνα, σπούδασε αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και συνέχισε τις σπουδές του στο Λονδίνο στην αρχιτεκτονική και τον κινηματογράφο. Στη συνέχεια εργάστηκε ως αρχιτέκτονας στην Ελλάδα και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, δεν άργησε, όμως, να καταγράψει τη μεγάλη του διαδρομή μέσα από τη λογοτεχνία.
Η εκκίνηση του Αλέξη Σταμάτη στη λογοτεχνία έγινε με το πρώτο του μυθιστόρημα, «Ο έβδομος ελέφαντας» (1998). Ηταν η αρχή μια πλούσιας συγγραφικής πορείας που αριθμεί περισσότερα από 30 βιβλία, μεταξύ των οποίων 20 μυθιστορήματα.
Το όνομά του συνδέθηκε ιδιαίτερα με το «Μπαρ Φλωμπέρ», ένα έργο που γνώρισε μεγάλη απήχηση και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Η κυκλοφορία του έργου του «Αμερικάνικη Φούγκα» αποτέλεσε σημαντική στιγμή στο έργο του καθώς απέσπασε στις Ηνωμένες Πολιτείες το International Literature Award του National Endowment for the Arts.
Στο έργο του Αλέξη Σταμάτη υπήρχε πάντα μια βαθιά αίσθηση αναζήτησης. Οι ήρωές του συχνά βρίσκονταν αντιμέτωποι με ερωτήματα για την ταυτότητα, τον χρόνο, την αγάπη και την απώλεια.
Η δική του οικογένεια: Υπέροχος σύζυγος, αφοσιωμένος πατέρας
Ο Αλέξης Σταμάτης παντρεύτηκε την ηθοποιό Εύα Σιμάτου με την οποία απέκτησαν τον Ερμή. Μέσα από τη δική του οικογένεια βρήκε τις προσωπικές του ισορροπίες αποτελώντας έναν υπέροχο σύζυγο κι έναν αφοσιωμένο πατέρα.
Η τελευταία του ανάρτηση
«Οι παλιοί αλχημιστές περίμεναν την πρώτη σταγόνα του ελιξιρίου με απελπισία που εμοιαζε ήδη με πίστη. Η αναμονή έχει κάτι από ναό και από σφαγείο. Στον ίδιο χώρο ελπίδα και αποσύνθεση, όπως τα άνθη σε ένα φέρετρο συνεχίζουν να ευωδιάζουν χωρίς να αντιλαμβάνονται τον νεκρό.
Το αίμα. Η μόνη αριστοκρατία που δεν αναγνωρίζει τίτλους. Η μόνη βασιλεία που αλλάζει σώματα χωρίς επανάσταση. Οι άνθρωποι επινόησαν σύνορα, σημαίες, επώνυμα, τραπεζικούς λογαριασμούς, γενεαλογικά δέντρα. Το αίμα γελάει σιωπηλά με όλες αυτές τις δηθενιές. Κυκλοφορεί στις φλέβες σαν ανώνυμος περιπλανώμενος, αδιάφορος για την ηθική μας, για τις φιλοδοξίες μας, για τις μικρές αισχρότητες με τις οποίες και καλά στολίζουμε τη λέξη “χαρακτήρας”. Ένας άγνωστος θα κατοικήσει για λίγο μέσα σου.
Κανένα μυστήριο της Εκκλησίας δεν υπήρξε πιο κυριολεκτικό.
Κοιτάζω το άδειο μεταλλικό στήριγμα που σε λίγο θα κρατά τη σακούλα του αίματος, δεν περιμένω ένα φάρμακο αλλά έναν επισκέπτη. Έναν αθέατο συνοδοιπόρο που θα περάσει από κάθε γωνιά του σώματός μου, θα ακουμπήσει τα πιο σκοτεινά τοπία της ύπαρξής μου και θα φύγει χωρίς να μάθει ποτέ το όνομά μου. Η ευγένεια της ανωνυμίας. Μορφή αγάπης που δεν επιθυμεί να αγαπηθεί πίσω.
Πόσο αλλόκοτο. Περάσαμε αιώνες υμνώντας την αυτάρκεια, ενώ το σώμα γνώριζε πάντοτε την αλήθεια. Δεν υπάρχει αυτάρκεια. μόνο ανταλλαγή.
Ο πρώτος άνθρωπος γεννήθηκε από το αίμα μιας γυναίκας. Ο τελευταίος ίσως σωθεί από το αίμα ενός ξένου».