Υπάρχουν Έλληνες δημιουργοί που το έργο τους ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας και έγινε μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο Νίκος Σκαλκώτας στη μουσική και ο Γιώργος Σεφέρης στην ποίηση ανήκουν αναμφισβήτητα σε αυτή την κατηγορία.
Δύο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες, με έναν παράξενο ημερολογιακό δεσμό: ο Σκαλκώτας πέθανε στις 19 Σεπτεμβρίου 1949 και ο Σεφέρης μία ημέρα αργότερα, στις 20 Σεπτεμβρίου 1971. Ο πρώτος γνώρισε τη μεγάλη διεθνή αναγνώριση κυρίως μετά τον θάνατό του. Ο δεύτερος πρόλαβε να δει το έργο του να φτάνει στην κορυφαία διεθνή διάκριση, με το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1963. Για τον Σεφέρη, τα επίσημα εκπαιδευτικά αρχεία τον κατατάσσουν στους σημαντικότερους νεοέλληνες ποιητές και υπογραμμίζουν την αποφασιστική συμβολή του στην ανανέωση της ελληνικής ποίησης.
Νίκος Σκαλκώτας – Ο πρωτοπόρος που η Ελλάδα ανακάλυψε μετά τον θάνατό του
Ο Νίκος Σκαλκώτας γεννήθηκε στη Χαλκίδα στις 8 Μαρτίου 1904 και από πολύ μικρός φανέρωσε το εξαιρετικό μουσικό του ταλέντο. Σπούδασε βιολί στο Ωδείο Αθηνών και στη συνέχεια βρέθηκε στο Βερολίνο, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της ευρωπαϊκής μουσικής πρωτοπορίας.
Εκεί συνδέθηκε με το μεγάλο ρεύμα της σύγχρονης μουσικής και σπούδασε σύνθεση, μεταξύ άλλων, κοντά στον Άρνολντ Σένμπεργκ. Η σχέση του με τη Δεύτερη Σχολή της Βιέννης και τη δωδεκαφθογγική τεχνική θα επηρέαζε βαθιά τη δημιουργική του πορεία.
Ο Σκαλκώτας, ωστόσο, δεν υπήρξε απλώς μιμητής των ευρωπαϊκών πρωτοποριών. Δημιούργησε μια εντελώς προσωπική μουσική γλώσσα, συνδυάζοντας σύγχρονες τεχνικές με τονικότητα και, σε αρκετά έργα του, στοιχεία της ελληνικής μουσικής παράδοσης.
Η επιστροφή του στην Αθήνα το 1933 υπήρξε δύσκολη. Για να ζήσει εργάστηκε ως βιολονίστας σε ορχήστρες, ενώ ένα μεγάλο μέρος του συνθετικού του έργου παρέμενε ουσιαστικά άγνωστο στο ελληνικό κοινό.
Κι όμως, έγραφε ασταμάτητα: συμφωνικά έργα, μουσική δωματίου, έργα για πιάνο και βιολί, κοντσέρτα, μπαλέτα.
Από τις πιο γνωστές δημιουργίες του παραμένουν οι «36 Ελληνικοί Χοροί», στους οποίους αξιοποίησε ελληνικά δημοτικά θέματα, μεταμορφώνοντάς τα μέσα από τη δική του συνθετική ματιά.
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι η πραγματική αποτίμηση του μεγέθους του ήρθε όταν ο ίδιος δεν βρισκόταν πια στη ζωή. Πέθανε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 1949, μόλις 45 ετών, αφήνοντας πίσω του τεράστιο όγκο μουσικής.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, έργα του άρχισαν να εκδίδονται, να ηχογραφούνται και να παρουσιάζονται συστηματικότερα στο εξωτερικό. Ο συνθέτης που στη ζωή του αγωνιζόταν ακόμη και για την καθημερινή επαγγελματική επιβίωση αναγνωρίστηκε σταδιακά ως μία από τις σημαντικές μορφές της ευρωπαϊκής μουσικής του 20ού αιώνα.
Γιώργος Σεφέρης – Από τη Σμύρνη στο πρώτο ελληνικό Νόμπελ Λογοτεχνίας
Ο Γιώργος Σεφέρης –φιλολογικό ψευδώνυμο του Γεωργίου Σεφεριάδη– γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 29 Φεβρουαρίου 1900. Το 1914 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και αργότερα ο ίδιος σπούδασε Νομικά στο Παρίσι.
Ακολούθησε μακρά διπλωματική σταδιοδρομία, υπηρετώντας σε πολλές χώρες και φτάνοντας στον βαθμό του πρέσβη. Η ξενιτιά, η απώλεια της γενέτειρας, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο πόλεμος και η περιπλάνηση του ελληνισμού άφησαν βαθύ αποτύπωμα στην ποίησή του.
Το 1931 εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα με τη «Στροφή», συλλογή που θεωρείται σταθμός στην εξέλιξη της νεοελληνικής ποίησης. Ακολούθησαν έργα όπως «Η Στέρνα», «Μυθιστόρημα», «Τετράδιο Γυμνασμάτων», τα «Ημερολόγια Καταστρώματος» και η «Κίχλη».
Ο Σεφέρης έφερε έναν καινούργιο ποιητικό λόγο. Η αρχαία ελληνική μυθολογία συνομιλεί στα ποιήματά του με τη σύγχρονη Ελλάδα, ενώ η μνήμη, η προσφυγιά, η θάλασσα, η ιστορική μοίρα και η αναζήτηση της ελληνικής ταυτότητας επανέρχονται διαρκώς.
Το 1963 ήρθε η παγκόσμια αναγνώριση: τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το πρώτο που απονεμήθηκε σε Έλληνα λογοτέχνη.
Η δημόσια αντίθεση του Σεφέρη στη δικτατορία
Ο Σεφέρης δεν έμεινε απομονωμένος στον κόσμο της ποίησης. Τον Μάρτιο του 1969 προχώρησε σε δημόσια δήλωση εναντίον της δικτατορίας των συνταγματαρχών, μια παρέμβαση με ιδιαίτερο διεθνές βάρος λόγω του κύρους του ως νομπελίστα.
Πέθανε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 1971, σε ηλικία 71 ετών. Η κηδεία του απέκτησε έντονο δημόσιο και πολιτικό χαρακτήρα. Τα επίσημα εκπαιδευτικά κείμενα σημειώνουν ότι πέθανε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και κηδεύτηκε «με τιμές εθνικού ποιητή».
Δύο διαφορετικοί δρόμοι προς την παγκόσμια αναγνώριση
Ο Σκαλκώτας και ο Σεφέρης δεν συναντήθηκαν καλλιτεχνικά. Ο ένας μιλούσε με νότες, ο άλλος με λέξεις. Ο Σκαλκώτας έζησε την πικρία της περιορισμένης αναγνώρισης και δικαιώθηκε κυρίως μετά θάνατον. Ο Σεφέρης έζησε τη στιγμή κατά την οποία η Σουηδική Ακαδημία έστρεψε τα φώτα της παγκόσμιας λογοτεχνίας στην Ελλάδα.
Τους ενώνει, όμως, κάτι πολύ μεγαλύτερο: και οι δύο πήραν βαθιά ελληνικά βιώματα και τα μετέτρεψαν σε τέχνη με διεθνή γλώσσα.
Και κάθε Σεπτέμβριο, με μόλις μία ημέρα να χωρίζει τις επετείους του θανάτου τους, η Ελλάδα θυμάται δύο από τους σημαντικότερους δημιουργούς που έδωσε στον πολιτισμό του 20ού αιώνα.