Χωρίς καμία ανακοίνωση, ούτε καν ένα σχετικό δελτίο Τύπου, οι επιμελητές του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης τοποθέτησαν την άνοιξη στις αίθουσές του έναν πίνακα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι.
Παρότι ο μικρών διαστάσεων πίνακας, ύψους περίπου 50 εκατοστών, εκτίθεται στον δεύτερο όροφο του τμήματος ευρωπαϊκής ζωγραφικής, ανάμεσα σε δύο πολύ μεγαλύτερα έργα των Φραντσέσκο Φράντσια και Αντρέα Σολάριο, δεν φαίνεται να προσελκύει ιδιαίτερα την προσοχή των επισκεπτών, σύμφωνα με το Artnews.
Η «Madonna of the Yarnwinder» (περ. 1505), αποδίδεται, σύμφωνα με την επιτοίχια λεζάντα, στον Ντα Βίντσι και το εργαστήριό του. Το έργο προέρχεται από τη συλλογή του δισεκατομμυριούχου επενδυτή και κορυφαίου συλλέκτη έργων τέχνης Κένεθ Γκρίφιν.
Όπως συμβαίνει συχνά με σημαντικά έργα τέχνης, ο πίνακας είναι γνωστός και με το όνομα της προηγούμενης ιδιοκτήτριάς του, ως Lansdowne Madonna, καθώς ανήκε κάποτε στη Μαρκησία του Λάνσνταουν, στη συλλογή της οποίας καταγράφεται για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα. Το έργο φιλοτεχνήθηκε για τον Φλοριμόν Ρομπερτέ, υψηλόβαθμο Γάλλο αξιωματούχο.
Το Μουσείο κράτησε την άφιξη του έργου μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Παρότι εκτίθεται ήδη από την άνοιξη και αποτελεί το μοναδικό έργο του Ντα Βίντσι που μπορεί να δει σήμερα το κοινό στις αίθουσες του Met, ακόμη και εργαζόμενος του Μουσείου δήλωσε στο ARTnews ότι πληροφορήθηκε την ύπαρξή του όχι από το ίδιο το ίδρυμα, αλλά από φίλο του.
Το περασμένο Σαββατοκύριακο ο έμπορος έργων τέχνης της Νέας Υόρκης Έβαν Μπερντ δημοσίευσε φωτογραφίες του πίνακα στο Instagram, γεγονός που οδήγησε το ARTnews στην ανακάλυψη της έκθεσής του.
«Ποιος κρεμάει έναν Λεονάρντο στον τοίχο σαν να μη συμβαίνει τίποτα σπουδαίο;» σχολίασε ο Μπερντ. «Το Met, απ’ ό,τι φαίνεται».
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.Advertisement
Τα περισσότερα από τα σωζόμενα έργα του Ντα Βίντσι βρίσκονται στο Μουσείο του Λούβρου ή στην Πινακοθήκη Ουφίτσι της Φλωρεντίας. Η Εθνική Πινακοθήκη Τέχνης στην Ουάσιγκτον διαθέτει τη «Τζινέβρα ντε Μπέντσι» (περ. 1474–1478), το μοναδικό έργο του που εκτίθεται μόνιμα στην αμερικανική ήπειρο.
Ο πίνακας «Madonna of the Yarnwinder» απεικονίζει τον μικρό Χριστό καθισμένο σε βράχια δίπλα στην Παναγία, κρατώντας και κοιτάζοντας επίμονα μια ανέμη, ένα εργαλείο σε σχήμα σταυρού που χρησιμοποιείται για την περιέλιξη του νήματος σε κουβάρια. Στον πίνακα, το αντικείμενο λειτουργεί ως προοικονομία της Σταύρωσης.
Μία ακόμη εκδοχή της σύνθεσης εκτίθεται στις Εθνικές Πινακοθήκες της Σκωτίας. Εκείνος ο πίνακας είχε κλαπεί το 2003 από το Κάστρο Ντράμλανριγκ, κατοικία του Δούκα του Μπάκλουχ, όταν η αξία του εκτιμούνταν σε 40 εκατομμύρια λίρες. Παρέμεινε άφαντος για τέσσερα χρόνια, μέχρι την ανάκτησή του.
Ο διακεκριμένος μελετητής του Λεονάρντο Μάρτιν Κεμπ έγραφε στον κατάλογο της έκθεσης «Leonardo da Vinci: The Mystery of the Madonna of the Yarnwinder» (2011) ότι «κανείς έως τότε δεν είχε απεικονίσει την Παναγία και το Θείο Βρέφος με αυτόν τον τρόπο». Για την έκφραση της Παναγίας σημείωνε ότι διακρίνεται «μια σαφής αίσθηση ανησυχίας -ακόμη και προαίσθησης- στο αγωνιώδες βλέμμα και στο χέρι που αιωρείται». Όσο για τον συμβολισμό του σταυρού, υπογράμμιζε ότι ο Λεονάρντο «ενσωμάτωσε το νόημα του συμβόλου στη σωματική και ψυχολογική αφήγηση του πίνακα με εξαιρετικά καινοτόμο τρόπο», επηρεάζοντας βαθιά την εξέλιξη της τέχνης της Ύστερης Αναγέννησης στη Φλωρεντία.
Σύμφωνα με τον Κεμπ, ο πίνακας έγινε σύντομα ευρέως γνωστός στην Ιταλία και στην υπόλοιπη Ευρώπη, γνωρίζοντας τεράστια απήχηση. Την εποχή της έκθεσης του 2011 αναφερόταν ότι ανήκε σε ιδιωτική συλλογή στη Νέα Υόρκη. Τόσο αυτός όσο και η εκδοχή του Μπάκλουχ έχουν κατά καιρούς θεωρηθεί το πρωτότυπο έργο. Ο ίδιος χαρακτήριζε τον πίνακα που σήμερα εκτίθεται στο Met ως «μία από τις δύο καλύτερες εκδοχές της Παναγίας που δημιουργήθηκαν για τον Ρομπερτέ».
Κατά καιρούς, το έργο έχει αποδοθεί σε αντίγραφο μαθητή του Λεονάρντο, σε αντίγραφο του εργαστηρίου, σε έργο του εργαστηρίου με «ουσιαστική παρέμβαση» του ίδιου του δασκάλου, αλλά και στο αυθεντικό έργο. Ο Κεμπ σημείωνε ότι το τοπίο είναι «κατεξοχήν λεοναρντικό», παρουσιάζοντας ομοιότητες με άλλα έργα του καλλιτέχνη, ενώ αναγνώριζε μια γέφυρα στο βάθος σχεδόν πανομοιότυπη με εκείνη που διακρίνεται δεξιά στη «Μόνα Λίζα».
Το 2011 ο Κεμπ θεωρούσε ότι το τοπίο δεν έφερε εμφανώς την προσωπική πινελιά του Λεονάρντο. Ωστόσο, προσφάτως αναθεώρησε την άποψή του. «Πλέον το αποδίδω στον Λεονάρντο και το εργαστήριό του», δήλωσε.
«Οι νεότερες τεχνικές εξετάσεις έδειξαν ότι πρόκειται για έναν πίνακα με ιδιαίτερα σύνθετη προέλευση. Και οι δύο εκδοχές φέρουν προπαρασκευαστικά σχέδια του Λεονάρντο. Η μία προοριζόταν σχεδόν βέβαια για τον βασιλιά της Γαλλίας και η άλλη για έναν αυλικό αξιωματούχο. Ο Λεονάρντο ξεκίνησε μία σύνθεση και στη συνέχεια αποφάσισε να δημιουργήσει δύο πίνακες με το ίδιο θέμα».
Ο πίνακας παρουσιάστηκε επίσης στην έκθεση «Kings, Queens, and Courtiers: Art in Early Renaissance France» το 2011 στο Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγου και αργότερα, το 2019–2020, στη μεγάλη επετειακή έκθεση του Λούβρου για τα 500 χρόνια από τον θάνατο του Λεονάρντο.
«Χαίρομαι ιδιαίτερα που το έργο εκτίθεται πλέον δημόσια, γιατί για πολλά χρόνια ο ιδιοκτήτης του το κρατούσε ουσιαστικά μακριά από τα βλέμματα του κοινού», δήλωσε ο Κεμπ στο ARTnews. «Είναι ένας μικρός πίνακας, αλλά με τεράστια σημασία».
Με πληροφορίες από Artnews