Ένας πίνακας του 18ου αιώνα αποκτά φωνή, απαντά στις ερωτήσεις των επισκεπτών και τους καλεί σε διάλογο. Πρόκειται για ένα «πείραμα» των Harvard Art Museums, τα οποία επιστράτευσαν τη γενετική τεχνητή νοημοσύνη σε μια απόπειρα να κάνουν την τέχνη πιο προσιτή στο κοινό.
Το αποτέλεσμα – η ολοκληρωμένη καμπάνια και το αυτόνομο animation δεν έχουν ακόμη δοθεί στη δημοσιότητα- άνοιξε όπως, ήταν αναμενόμενο, μια ευρύτερη συζήτηση: Μπορεί η τεχνολογία να φέρει τους ανθρώπους πιο κοντά στα έργα τέχνης χωρίς να αλλοιώνει την αυθεντικότητά τους;
Το συγκρότημα μουσείων του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ συνεργάστηκε με τον Τζούλιαν ντε Φρέιτας, επίκουρο καθηγητή στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου, ο οποίος ερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται και αλληλεπιδρούν με τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης.
Στο πλαίσιο της έρευνάς του, ο ντε Φρέιτας και η ομάδα του δημιούργησαν μια ψηφιακή αναπαράσταση του πορτρέτου «Ζαν-Αντουανέτ Πουασόν, μαρκησία ντε Πομπαντούρ» του Φρανσουά Μπουσέ, στην οποία η εικονιζόμενη μορφή αποκτά φωνή και συνομιλεί με τους επισκέπτες μέσω ΑΙ.
Ο πίνακας, που φιλοτεχνήθηκε το 1750 και απεικονίζει τη διάσημη ερωμένη του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΕ΄ της Γαλλίας, «ζωντάνεψε» χάρη στη γενετική τεχνητή νοημοσύνη, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκε ένα chatbot που επέτρεπε στους επισκέπτες να συνομιλούν μαζί της.
Βίντεο του Harvard Business School για το πιλοτικό εγχείρημα των Harvard Art Museums
Η πρωτοβουλία παρουσιάστηκε στο podcast Open Call του Harvard Business Review, όπου ο παρουσιαστής Μπράιαν Κένι έθεσε τα βασικά ερωτήματα που γεννά το εγχείρημα: Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να βοηθήσει το κοινό να συνδεθεί ουσιαστικότερα με την τέχνη ή τελικά αποσπά την προσοχή από αυτήν; Μπορεί να διευρύνει τη συμμετοχή του κοινού χωρίς να υπονομεύσει την αυθεντικότητα ενός έργου; Και, τελικά, ποιος αποφασίζει τι θα έλεγε ένα έργο τέχνης αν αποκτούσε φωνή;
Όπως σημείωσε, το εγχείρημα ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας διαφημιστικής καμπάνιας, που είναι ο απώτερος σκοπός. Αγγίζει τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην καινοτομία και την ευθύνη διαφύλαξης της πολιτιστικής κληρονομιάς, ανάμεσα στην τεχνολογία και την ερμηνεία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ιστορικοί θεσμοί καλούνται να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς.
Ανάμεικτες οι αντιδράσεις ακόμη και από τους ανθρώπους του ίδιου του Μουσείου
Η εφαρμογή δοκιμάστηκε πιλοτικά σε περιορισμένο αριθμό συμμετεχόντων και δεν έχει ακόμη διατεθεί στο ευρύ κοινό, ούτε μέσω της ιστοσελίδας ούτε μέσω των λογαριασμών των μουσείων στα social media.
Οι αντιδράσεις ήταν ανάμεικτες. Σύμφωνα με τον Τζον Κόνολι, διευθυντή μάρκετινγκ των Harvard Art Museums, αρκετοί συμμετέχοντες αντιμετώπισαν επιφυλακτικά την πρωτοβουλία, αντανακλώντας τη γενικότερη δυσπιστία απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, πολλοί εκτίμησαν την προσπάθεια του μουσείου και εντυπωσιάστηκαν από τις δυνατότητες της τεχνολογίας, ενώ δεν έλειψαν και όσοι τη βρήκαν διασκεδαστική.
Κατά τον ντε Φρέιτας, ένα από τα βασικά συμπεράσματα ήταν ότι τα μουσεία δεν μπορούν να υιοθετήσουν την τεχνητή νοημοσύνη με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν άλλοι οργανισμοί. Οι επισκέπτες δύσκολα θα ανταποκριθούν θετικά αν θεωρήσουν ότι χρησιμοποιείται απλώς για λόγους εντυπωσιασμού ή εξοικονόμησης κόστους. Αντίθετα, περιμένουν να προσφέρει μια νέα εμπειρία, η οποία θα προσθέτει πραγματική αξία στην επαφή τους με το έργο τέχνης.
Οι προβληματισμοί εκδηλώθηκαν και στο εσωτερικό του ίδιου του μουσείου. Επιμελητές ανησυχούσαν μήπως αλλοιωθεί ο τρόπος με τον οποίο ο καλλιτέχνης θα επιθυμούσε να παρουσιάζεται το έργο του. Συντηρητές επέμεναν ότι ο ρόλος τους είναι να διαφυλάσσουν τα έργα όπως ακριβώς έχουν διασωθεί. Παράλληλα, ιστορικοί Τέχνης εξέφρασαν φόβους ότι η ολοένα μεγαλύτερη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να οδηγήσει σταδιακά σε απώλεια των δεξιοτήτων που απαιτούνται για την ανάλυση και την ερμηνεία των έργων τέχνης.
Ο ντε Φρέιτας εξηγεί ότι επέλεξε να συνεργαστεί με ένα μουσείο επειδή πίστευε πως ένας οργανισμός αφιερωμένος στη διατήρηση της ιστορίας και της παράδοσης θα μπορούσε να φωτίσει ευρύτερα ερωτήματα γύρω από τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης.
Από την πλευρά του, ο Κόνολι υποστηρίζει ότι στόχος της πρωτοβουλίας ήταν να ανατρέψει τη στερεοτυπική εικόνα των μουσείων ως σιωπηλών και απόμακρων χώρων, στους οποίους πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν ανήκουν. Όπως λέει, η πρόκληση ήταν να βρεθεί ένας νέος τρόπος προσέγγισης του κοινού, χωρίς να θυσιαστεί ο σεβασμός απέναντι στα ίδια τα έργα.
Τα Harvard Art Museums, στις συλλογές των οποίων περιλαμβάνονται περισσότερα από 250.000 έργα και αντικείμενα τέχνης, επαναλειτούργησαν το 2014 μετά από εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης που έφεραν κάτω από την ίδια στέγη και τα τρία μουσεία του συγκροτήματος. Τότε καθιερώθηκε εκ νέου και η δωρεάν είσοδος, γεγονός που ενίσχυσε την προσβασιμότητα, αλλά δημιούργησε και μια νέα πρόκληση: την προσέλκυση επισκεπτών και νέων μελών χωρίς το πλεονέκτημα που προσέφερε παλαιότερα το εισιτήριο ως προνόμιο της συνδρομής.
«Το κόστος αποτελεί εμπόδιο όταν μιλάμε για προσβασιμότητα», λέει ο Κόνολι. «Από την άλλη, πολλές φορές το “δωρεάν” εκλαμβάνεται ως κάτι υποδεέστερο. Έπρεπε λοιπόν να πείσουμε το κοινό ότι αυτό δεν ισχύει».
Ο ντε Φρέιτας θεωρεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να κάνει ένα ιστορικό έργο να φαίνεται λιγότερο απόμακρο. Όταν ο επισκέπτης μπορεί να του μιλήσει και να του θέσει ερωτήματα, το έργο γίνεται πιο οικείο και προσιτό. Κατά την άποψή του, αυτή η προσέγγιση μπορεί να συμβάλει στον εκδημοκρατισμό της τέχνης.
Ο Κόνολι συμφωνεί, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια εμπειρία μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για βαθύτερη κατανόηση ενός έργου και να παρακινήσει τον επισκέπτη να επιστρέψει στο μουσείο. «Πιστεύω πραγματικά στη ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ ότι η τέχνη πρέπει να έχει και μια παιχνιδιάρικη διάσταση. Μπορεί να αποκαλύπτει μεγάλες αλήθειες, αλλά δεν πρέπει να παύει να είναι και παιχνίδι».
Με πληροφορίες από Artnews