Ο Τζον Γκούντμαν μίλησε με απογοήτευση για την εμπορική αποτυχία της ταινίας «Digger», στην οποία πρωταγωνιστεί ο Τομ Κρουζ, υποστηρίζοντας ότι οι αρνητικές κριτικές και το κλίμα που διαμορφώθηκε πριν από την πρεμιέρα υπονόμευσαν την πιθανότητα της επιτυχίας της.
Ο 74χρονος ηθοποιός, ο οποίος υποδύεται τον πρόεδρο των ΗΠΑ στη νέα ταινία του βραβευμένου με Όσκαρ σκηνοθέτη Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου, παραδέχθηκε, μιλώντας στο podcast «Happy Sad Confused», ότι η υποδοχή της ταινίας τον πλήγωσε.
«Ο κόσμος μιλούσε. Με πλήγωσε. Υπό μία έννοια, μας τελείωσαν πριν καν βγούμε στις αίθουσες», δήλωσε, αναφερόμενος στα αρνητικά δημοσιεύματα και στις απαισιόδοξες προβλέψεις για τις εισπράξεις της ταινίας.
Παρά την αποτυχία της, ο Γκούντμαν εξακολουθεί να πιστεύει στο «Digger». «Είμαι περήφανος γι’ αυτή την ταινία. Πέρασα υπέροχα στα γυρίσματα. Ήταν έξι υπέροχοι μήνες της ζωής μου», σημείωσε, χαρακτηρίζοντας το εγχείρημα ιδιαίτερα τολμηρό και εκφράζοντας την πεποίθηση ότι θα αντέξει στον χρόνο.
Όταν ρωτήθηκε αν, μετά από τόσες δεκαετίες καριέρας, εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις κριτικές, απάντησε καταφατικά. Μάλιστα, παραδέχθηκε ότι στο παρελθόν ήταν λιγότερο ευάλωτος απέναντι στην αρνητική δημοσιότητα, ενώ σήμερα αισθάνεται περισσότερο την ανάγκη να προστατευθεί από αυτήν.
Ωστόσο, υπενθύμισε ότι αρκετές από τις ταινίες στις οποίες συνεργάστηκε με τους αδελφούς Κοέν δεν γνώρισαν αρχικά την επιτυχία που απέκτησαν αργότερα. Ανέφερε χαρακτηριστικά το «Barton Fink» και το «The Big Lebowski», για τα οποία εξακολουθούν να τον σταματούν θαυμαστές στον δρόμο.
Μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές αποτυχίες της χρονιάς
Το «Digger» είναι μια σκοτεινή πολιτική σάτιρα, στην οποία ο Τομ Κρουζ υποδύεται έναν πανίσχυρο μεγιστάνα του πετρελαίου, που προκαλεί μια παγκόσμια περιβαλλοντική καταστροφή και στη συνέχεια επιχειρεί να εμφανιστεί ως σωτήρας της ανθρωπότητας.
Παρά το εντυπωσιακό καστ και την παραγωγή που εκτιμάται σε 160 έως 180 εκατομμύρια δολάρια, η ταινία έκανε εισπράξεις μόλις 8 εκατομμύρια δολάρια κατά το πρώτο τριήμερο προβολής της στις ΗΠΑ. Έναν μήνα μετά την πρεμιέρα, οι παγκόσμιες εισπράξεις της δεν είχαν φτάσει τα 50 εκατομμύρια δολάρια.
Η υποδοχή από τους κριτικούς υπήρξε διχασμένη, με την ταινία να συγκεντρώνει ποσοστό θετικών κριτικών 53% στο Rotten Tomatoes.
Παρά τα απογοητευτικά αποτελέσματα, αρκετές προσωπικότητες του Χόλιγουντ υπερασπίστηκαν την ταινία, μεταξύ των οποίων η Αν Χάθαγουεϊ, η Τζέιν Φόντα και ο Μπεν Άφλεκ.
Ο Άφλεκ μάλιστα, επέκρινε την τάση να αντιμετωπίζεται η εμπορική αποτυχία μιας φιλόδοξης παραγωγής ως αφορμή δημόσιου χλευασμού. Όπως υποστήριξε, όταν η κινηματογραφική βιομηχανία τιμωρεί τις ταινίες που παίρνουν δημιουργικά ρίσκα, το αποτέλεσμα είναι περισσότερες ομοιόμορφες και προβλέψιμες παραγωγές.
Με πληροφορίες από Variety, Entertainment Weekly