Επιστήμονες που διεξήγαγαν εκτεταμένες έρευνες στη δυτική Ανταρκτική εντόπισαν τα ίχνη ενός γιγαντιαίου ποταμού, ο οποίος διέσχιζε την περιοχή πριν από δεκάδες εκατομμύρια χρόνια, σε μια εποχή όπου η ήπειρος απείχε πολύ από τη σημερινή, παγωμένη εικόνα της.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο αρχαίος αυτός ποταμός είχε μήκος σχεδόν 1.500 χιλιομέτρων, απόσταση αντίστοιχη με εκείνη ανάμεσα στην Αθήνα και το Βερολίνο. Η ανακάλυψη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science Advances και προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για το πώς εξελίχθηκε το κλίμα της Γης στο μακρινό παρελθόν, αλλά και για το τι μπορεί να επιφυλάσσει το μέλλον.
Η έρευνα επικεντρώθηκε στην περίοδο του Ηωκαίνου, περίπου 44 έως 34 εκατομμύρια χρόνια πριν, όταν το παγκόσμιο κλίμα ήταν αισθητά θερμότερο και οι πολικές περιοχές δεν καλύπτονταν από τεράστιους παγετώνες. Κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής, η σταδιακή μείωση των επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα οδήγησε σε πτώση της θερμοκρασίας και σηματοδότησε την έναρξη της παγοποίησης της Ανταρκτικής.
Η διεθνής επιστημονική ομάδα πραγματοποίησε γεώτρηση κάτω από περίπου δύο χιλιόμετρα πάγου, φτάνοντας στον βυθό που κρύβεται κάτω από το παγοκάλυμμα. Εκεί ανέσυρε πυρήνες ιζημάτων που περιλάμβαναν λάσπη και πετρώματα πλούσια σε οργανικό υλικό. Στα δείγματα εντοπίστηκαν κόκκοι γύρης, υπολείμματα φυτών και ίχνη μικροβιακής ζωής, στοιχεία που μαρτυρούν την ύπαρξη ενός ανεπτυγμένου χερσαίου οικοσυστήματος.
Όπως εξηγούν οι ερευνητές, τα δεδομένα δείχνουν ότι στην περιοχή υπήρχαν ποτάμια, υγρότοποι και εκτεταμένα δάση εύκρατου κλίματος. Ορισμένα φυτικά κατάλοιπα σχετίζονται με είδη που θυμίζουν σύγχρονες οξιές και κωνοφόρα, ενώ άλλα προέρχονται από φυτικές κοινότητες που έχουν πλέον εξαφανιστεί.
Η χρονολόγηση των ιζημάτων τοποθετεί το οικοσύστημα περίπου πριν από 34 εκατομμύρια χρόνια, την περίοδο κατά την οποία η Ανταρκτική άρχισε να μεταβαίνει από ένα ήπιο, ηπειρωτικό περιβάλλον σε μόνιμα παγωμένη ήπειρο. Χημικές αναλύσεις επέτρεψαν στους επιστήμονες να υπολογίσουν τις τότε θερμοκρασίες και τα επίπεδα βροχόπτωσης, δείχνοντας ότι δεν επρόκειτο για ένα σύντομο θερμό επεισόδιο, αλλά για ένα σταθερό οικοσύστημα που διήρκεσε μεγάλο χρονικό διάστημα.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι τα ευρήματα ρίχνουν νέο φως στην απότομη κλιματική αλλαγή που σημειώθηκε τότε, όταν ο σχηματισμός μόνιμου παγοκαλύμματος στην Ανταρκτική επηρέασε τα ωκεάνια ρεύματα και συνέβαλε σε παγκόσμια πτώση της στάθμης της θάλασσας.
Η γεώτρηση πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο του θερμού νερού, η οποία επιτρέπει τη δημιουργία κατακόρυφου ανοίγματος στον πάγο χωρίς μηχανική διάτρηση. Η μεγαλύτερη πρόκληση, σύμφωνα με την ομάδα, ήταν η διατήρηση του ανοίγματος ώστε να μην παγώσει ξανά κατά τη διάρκεια των εργασιών.
Τέλος, οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα νέα αυτά δεδομένα μπορούν να βελτιώσουν τα κλιματικά μοντέλα και να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση των μηχανισμών απότομων κλιματικών μεταβολών, με ιδιαίτερη σημασία για τη σημερινή εποχή της ταχείας υπερθέρμανσης του πλανήτη.