Δριμεία επίθεση κατά του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εξαπέλυσε ο Ντόναλντ Τραμπ, επειδή εμπόδισε την εφαρμογή ενός νέου, αμφιλεγόμενου κανόνα της Ταχυδρονικής Υπηρεσίας σχετικά με τις επιστολικές ψήφους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
«Πρόκειται για μεγάλη απώλεια για τους Ρεπουμπλικανούς και για την ίδια την Αμερική, η οποία καθιστά πολύ πιο εύκολη τη νοθεία μέσω επιστολικών ψήφων από την πλευρά της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και των “Dumocrats” [υποτιμητικός χαρακτηρισμός για τους Δημοκρατικούς]», δήλωσε ο Τραμπ σε ανάρτησή του στο Truth Social.
Το γεγονός ότι ο Τραμπ έχει στρέψει το ενδιαφέρον του στην νίκη του στις κρίσιμες εκλογές του Νοεμβρίου, πρώτα με την εξαγορά τους έναντι 5000 δολαρίων και τώρα με τον κανόνα των Ταχυδρομίων δείχνει την πίεση που νιώθουν οι Ρεπουμπλικανικοί για να διατηρήσουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου μετά τις εκλογές.
Σύμφωνα με το CNBC, ο Τραμπ άσκησε δριμεία κριτική στους τρεις δικαστές που ο ίδιος είχε διορίσει στο Ανώτατο Δικαστήριο, καθώς τη Δευτέρα τάχθηκαν στο πλευρό των τριών φιλελεύθερων δικαστών και του Προέδρου του Δικαστηρίου, Τζον Ρόμπερ, επικυρώνοντας την απόφαση ομοσπονδιακού δικαστή της Βοστώνης που ανέστειλε την εφαρμογή του κανόνα της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας για τις επιστολικές ψήφους των εκλογών του Νοεμβρίου.
«Αυτοί δεν είναι οι άνθρωποι που είχα πάρει συνέντευξη για να υπηρετήσουν στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών· είναι απλώς μια σκιά του παλιού τους εαυτού, ένα Δικαστήριο που κοστίζει στις Ηνωμένες Πολιτείες τρισεκατομμύρια δολάρια με τις εξοργιστικά κακές αποφάσεις του», έγραψε ο Τραμπ.
Ένας από τους δικαστές που διόρισε ο Τραμπ, ο Μπρετ Κάβανο, είχε γράψει τη Δευτέρα ότι, αν και υπάρχει «βάσιμη πιθανότητα» ο κανόνας της Ταχυδρομικής Υπηρεσίας να κριθεί τελικά νόμιμος, «η εφαρμογή του κανόνα στις εκλογές του 2026 θα ήταν αυθαίρετη και αδικαιολόγητη, κατά παράβαση του Νόμου περί Διοικητικής Διαδικασίας, καθώς οι πολιτειακοί και τοπικοί εκλογικοί αξιωματούχοι δεν διαθέτουν επαρκή χρόνο για την ορθή εφαρμογή του κανόνα πριν από τις εκλογές».
Οι άλλοι δύο δικαστές που διόρισε ο Τραμπ είναι ο Νιλ Γκόρσατς και η Έιμι Κόνι Μπάρετ.
Τον Φεβρουάριο, όταν ο Γκόρσατς και η Μπάρετ είχαν συνταχθεί με τον συντηρητικό συνάδελφό τους Τζον Ρόμπερ και τους τρεις φιλελεύθερους δικαστές σε μια απόφαση πλειοψηφίας κατά των σαρωτικών δασμών που είχε επιβάλει ο Τραμπ στις εισαγωγές, ο πρόεδρος είχε χαρακτηρίσει τις ψήφους τους «ντροπή για τις οικογένειές τους και για τους ίδιους».