Ο Έντι Ράμα εμφανίζεται αμετανόητος. Την ώρα που στην Αλβανία φουντώνουν οι αντιδράσεις για το σχέδιο ανάπτυξης πολυτελούς τουριστικού θερέτρου που συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρό του Ντόναλντ Τραμπ, ο Αλβανός πρωθυπουργός όχι μόνο δεν κάνει πίσω, αλλά επιλέγει να επιτεθεί στους επικριτές του. «Αν δεν ήταν ο Τζάρεντ, δεν θα τους ένοιαζε τι συμβαίνει εδώ», είπε, απορρίπτοντας τις διαμαρτυρίες ως πολιτικά φορτισμένη εκστρατεία.
Η φράση αυτή συμπυκνώνει όλη την πολιτική στάση του Ράμα απέναντι σε μια υπόθεση που ξεπερνά τα όρια μιας απλής τουριστικής επένδυσης. Για την κυβέρνησή του, πρόκειται για ένα μεγάλο αναπτυξιακό σχέδιο που θα φέρει ξένα κεφάλαια, διεθνή προβολή και τουριστική αναβάθμιση. Για τους επικριτές του, όμως, πρόκειται για ακόμη ένα σύμπτωμα ενός μοντέλου εξουσίας όπου οι στρατηγικές επενδύσεις, η πολιτική ισχύς και οι ισχυροί επιχειρηματικοί παίκτες συναντώνται πάνω σε ευαίσθητες περιβαλλοντικά εκτάσεις.
Το σχέδιο αφορά την ανάπτυξη πολυτελών εγκαταστάσεων στο νησί Σάζαν και στην περιοχή Ζβέρνετς, κοντά στην Αυλώνα, σε μια ζώνη που φιλοξενεί φλαμίνγκο, περισσότερα από 200 είδη αποδημητικών πτηνών, μεσογειακές φώκιες και θαλάσσιες χελώνες. Οι αντιδράσεις έχουν πάρει χαρακτηριστικά ευρύτερης κοινωνικής διαμαρτυρίας, με χιλιάδες πολίτες να βγαίνουν στους δρόμους, κρατώντας ροζ φλαμίνγκο ως σύμβολο αντίστασης.
Το κίνημα έχει ήδη αποκτήσει όνομα: «επανάσταση των φλαμίνγκο». Και μπορεί ο Ράμα να επιχειρεί να το υποβαθμίσει, όμως οι εικόνες από τις διαδηλώσεις, οι καταγγελίες για έλλειψη διαφάνειας και οι ανησυχίες για τις παρεμβάσεις σε περιοχές και μάλιστα του εκεί ελληνισμού, δείχνουν ότι η υπόθεση έχει μετατραπεί σε πολιτική πληγή για την αλβανική κυβέρνηση.
Ο ίδιος ο Ράμα επιμένει ότι οι ξένες επενδύσεις είναι προτεραιότητα, επειδή «φέρνουν χρήματα στη χώρα για τους Αλβανούς». Είναι μια διατύπωση που ακούγεται αναπτυξιακή, αλλά στα αυτιά των διαδηλωτών μοιάζει με κυνική παραδοχή: ότι η φύση, η γη και το παράκτιο μέλλον της Αλβανίας μπορούν να μπουν στο τραπέζι όταν εμφανίζονται μεγάλα διεθνή κεφάλαια.
Στο επίκεντρο των καταγγελιών βρίσκεται η αδιαφάνεια. Περιβαλλοντικές οργανώσεις και πολίτες θέτουν ερωτήματα για το πώς άνοιξε ο δρόμος για επενδύσεις σε εκείνες τις περιοχές. Επικριτές του σχεδίου συνδέουν τις νομοθετικές αλλαγές του 2024 με την ευκολότερη αξιοποίηση τέτοιων εκτάσεων για τουριστικές αναπτύξεις. Άλλοι κάνουν λόγο για υπόνοιες διαφθοράς, αδιαφανείς διαδικασίες και προνομιακή μεταχείριση μεγάλων επενδυτών.
Ο Ράμα, αντί να απαντήσει επί της ουσίας σε όλα αυτά, επιλέγει τη γνωστή οδό: μετατρέπει την κριτική σε επίθεση κατά της Αλβανίας, σε αντι-Τραμπ υστερία, ακόμη και σε εκστρατεία παραπληροφόρησης. Υποστηρίζει ότι αν πίσω από το σχέδιο δεν βρισκόταν ο Κούσνερ, κανείς δεν θα ενδιαφερόταν για τα φλαμίνγκο, τις ακτές και τους βιότοπους. Είναι όμως ακριβώς αυτό το επιχείρημα που κάνει την υπόθεση ακόμη πιο προκλητική. Διότι οι πολίτες δεν ζητούν λιγότερο ενδιαφέρον. Ζητούν περισσότερη διαφάνεια.
Η αλήθεια είναι ότι το όνομα Κούσνερ κάνει την υπόθεση διεθνή. Ο Τζάρεντ Κούσνερ δεν είναι ένας οποιοσδήποτε επενδυτής. Είναι ο γαμπρός του προέδρου των ΗΠΑ, πρώην ανώτερος σύμβουλος στον Λευκό Οίκο και πρόσωπο με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις. Αυτό από μόνο του δεν καθιστά παράνομη μια επένδυση. Καθιστά όμως απολύτως αναγκαίο τον εξονυχιστικό έλεγχο, τη διαφάνεια και την πλήρη περιβαλλοντική τεκμηρίωση.
Αντί γι’ αυτό, οι διαδηλωτές βλέπουν περιφράξεις, μηχανήματα, βαριές επενδυτικές εξαγγελίες και μια κυβέρνηση που μοιάζει να έχει αποφασίσει πριν ακόμη πεισθούν οι πολίτες. Οι οργανώσεις προειδοποιούν για σοβαρές επιπτώσεις σε μια περιοχή που χρειάζεται μέτρα ευαισθησίας. Οι τοπικές κοινωνίες μιλούν για γη, πρόσβαση, περιουσίες και δημόσιο συμφέρον. Και ο Ράμα απαντά με ειρωνεία και πολιτική αντεπίθεση.
Η πιο ενδεικτική στιγμή ήταν όταν ο Αλβανός πρωθυπουργός ρωτήθηκε αν θα μπορούσε να φιλοξενήσει διεθνή σύνοδο στο νέο θέρετρο και απάντησε ότι «δεν θα είναι το δικό μου Μαρ-α-Λάγκο». Η ατάκα μπορεί να είχε χιούμορ. Όμως σε μια υπόθεση όπου η Αλβανία κατηγορείται ότι παραχωρεί κομμάτια της φυσικής της κληρονομιάς σε πανίσχυρα επιχειρηματικά συμφέροντα, το χιούμορ ακούγεται περισσότερο σαν πρόκληση.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν η Αλβανία χρειάζεται επενδύσεις. Προφανώς και χρειάζεται. Το ερώτημα είναι τι είδους επενδύσεις, με ποιους όρους, σε ποιες περιοχές και με ποιον έλεγχο.
Ο Ράμα θέλει να εμφανιστεί ως ο ηγέτης που φέρνει χρήμα, τουρισμό και διεθνές ενδιαφέρον. Όμως οι δρόμοι της Αλβανίας λένε μια άλλη ιστορία. Λένε ότι ένα κομμάτι της κοινωνίας δεν εμπιστεύεται πια τις μεγάλες λέξεις περί ανάπτυξης. Βλέπει πίσω από αυτές μπίζνες, εξουσία και ένα περιβάλλον που κινδυνεύει να γίνει παράπλευρη απώλεια.
Και όσο ο Αλβανός πρωθυπουργός απαντά με ύφος αμετανόητο και προκλητικό, τόσο το ζήτημα θα μεγαλώνει. Διότι τα φλαμίνγκο μπορεί να έγιναν το σύμβολο της διαμαρτυρίας, αλλά η πραγματική μάχη δεν είναι μόνο για τα πουλιά. Είναι για το ποιος αποφασίζει τελικά το μέλλον μιας χώρας: οι πολίτες της ή οι μεγάλες συμφωνίες πίσω από κλειστές πόρτες.