Να αναπνέει κάτω από το νερό, να εξερευνά το διάστημα ή ακόμη και να μεταμορφώνεται σε δράκο. Όλα αυτά είναι εμπειρίες που έχει ζήσει στα όνειρά του ο επιστήμονας Τόμπι Μάτζεκ, χάρη στα λεγόμενα διαυγή όνειρα (lucid dreams), κατά τη διάρκεια των οποίων το άτομο γνωρίζει ότι ονειρεύεται και συχνά μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη όσων συμβαίνουν.
«Έβγαλα από την τσέπη μου ένα μοβ και λευκό χάπι, το κατάπια και αμέσως απέκτησα μοβ φτερά δράκου», περιγράφει ο ίδιος.
Ο Μάτζεκ, από το Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ στον Καναδά, μαζί με την ερευνητική του ομάδα, μελέτησε αν τα διαυγή όνειρα μπορούν να προκληθούν μέσω γνωστικής και πολυαισθητηριακής διέγερσης. Για το πείραμα συμμετείχαν 60 ενήλικες χωρίς γνωστά προβλήματα υγείας, οι οποίοι είχαν βιώσει τουλάχιστον ένα διαυγές όνειρο στο παρελθόν.
Η συχνότητα με την οποία οι συμμετέχοντες βίωναν διαυγή όνειρα παρουσίαζε μεγάλες διαφορές. Δεκαπέντε από τους 60 είχαν τέτοια όνειρα λιγότερο από μία φορά τον χρόνο, ενώ άλλοι τα βίωναν αρκετές φορές την εβδομάδα.
Οι συμμετέχοντες βρέθηκαν σε ένα από τρία εργαστήρια, στην Ιταλία, τον Καναδά και την Ολλανδία, σε δύο διαφορετικά πρωινά. Εκεί τους ζητήθηκε να κοιμηθούν για έως και 2,5 ώρες. Πριν από κάθε ύπνο, προηγούνταν μισή ώρα ειδικής εκπαίδευσης με στόχο την επίτευξη διαύγειας στα όνειρα.
Οι εθελοντές ξάπλωναν στο κρεβάτι με τα μάτια κλειστά, ενώ η συσκευή ZMax EEG, μια συσκευή παρακολούθησης του ύπνου που φοριέται στο κεφάλι, παρείχε μια σειρά από διαφορετικά αισθητηριακά ερεθίσματα. Η συσκευή εξέπεμπε αναλαμπές κόκκινου φωτός, έπαιζε μια σύντομη μελωδία και προκαλούσε απαλές δονήσεις στο μέτωπο των συμμετεχόντων.
Την ίδια στιγμή, ένα ηχητικό κομμάτι καθοδηγούσε τους συμμετέχοντες να επικεντρώσουν την προσοχή τους στις συγκεκριμένες αισθήσεις. Παράλληλα, τους ζητούσε να εντοπίζουν πιθανές διαφορές ανάμεσα σε όσα ένιωθαν εκείνη τη στιγμή και στις αισθήσεις που είχαν όταν βρίσκονταν σε φυσιολογική κατάσταση εγρήγορσης.
Στόχος της διαδικασίας ήταν να εκπαιδευτούν οι συμμετέχοντες ώστε να παρατηρούν με μεγαλύτερη προσοχή τις αλλαγές στην αισθητηριακή τους εμπειρία. Με αυτόν τον τρόπο, οι ερευνητές εκτιμούν ότι θα μπορούσαν να αναγνωρίζουν ευκολότερα τις παράξενες ή ασυνεπείς εμπειρίες που εμφανίζονται στα όνειρα και να συνειδητοποιούν ότι κοιμούνται.
«Αυτό μπορεί να εκπαιδεύσει τους ανθρώπους ώστε να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στις αλλαγές της αισθητηριακής τους εμπειρίας και να είναι πιο πιθανό να αναγνωρίζουν τις παράξενες ή ασυνεπείς εμπειρίες που συμβαίνουν στα όνειρα και να συνειδητοποιούν: “Πρέπει να ονειρεύομαι”», εξηγεί η Κλόντια Πικάρ-Ντελάντ, μέλος της ερευνητικής ομάδας και επίσης ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ.
Κατά τη διάρκεια του ενός από τους δύο ύπνους, τα ίδια αισθητηριακά ερεθίσματα επαναλαμβάνονταν όταν ο συμμετέχων έμπαινε στη φάση REM του ύπνου, δηλαδή στο στάδιο κατά το οποίο εμφανίζονται τα πιο έντονα και ζωντανά όνειρα.
Οι ερευνητές είχαν προηγουμένως εκπαιδεύσει τους συμμετέχοντες να κινούν τα μάτια τους από αριστερά προς τα δεξιά, προκειμένου να σηματοδοτούν ότι ένα διαυγές όνειρο είχε ξεκινήσει και ότι εξακολουθούσε να βρίσκεται σε εξέλιξη.
Συνολικά, λίγο περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες έδωσαν το συγκεκριμένο σήμα με τα μάτια τους, την ώρα που οι μετρήσεις από το ακουστικό επιβεβαίωναν ότι βρίσκονταν σε κατάσταση ύπνου, συνήθως στη φάση REM. Όταν ξύπνησαν, οι συγκεκριμένοι συμμετέχοντες ανέφεραν επίσης ότι είχαν βιώσει ένα διαυγές όνειρο.
«Η εκπαίδευση οδήγησε σε ένα σχετικά υψηλό ποσοστό διαυγών ονείρων, ακόμη και σε ανθρώπους που προηγουμένως τα βίωναν σπάνια», σημειώνει ο Μάτζεκ.
Τα αποτελέσματα χαρακτηρίστηκαν «εντυπωσιακά» από τον Κριστόφερ Άπελ, από το Institute of Sleep and Dream Technologies στο Αμβούργο της Γερμανίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα ευρήματα δείχνουν ότι η επίτευξη διαύγειας στα όνειρα μπορεί να είναι πολύ πιο εύκολα εκπαιδεύσιμη και σε σύντομο χρονικό διάστημα απ’ ό,τι υποδηλώνει η μέχρι σήμερα αντίληψη, σύμφωνα με την οποία αποτελεί ένα σπάνιο και αυθόρμητο φαινόμενο.
Ωστόσο, η αισθητηριακή διέγερση κατά τη διάρκεια της φάσης REM δεν έκανε τα διαυγή όνειρα πιο πιθανό να εμφανιστούν. Εκείνο που άλλαξε ήταν η διάρκειά τους. Το χρονικό διάστημα μεταξύ του πρώτου και του τελευταίου σήματος με τα μάτια έδειξε ότι τα διαυγή όνειρα διαρκούσαν περίπου δύο φορές περισσότερο όταν τα αισθητηριακά ερεθίσματα επαναλαμβάνονταν κατά τη διάρκεια της φάσης REM.
Η δυνατότητα παράτασης των διαυγών ονείρων θα μπορούσε να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την επιστημονική έρευνα. Τα διαυγή όνειρα μελετώνται ως πιθανό εργαλείο για την ενίσχυση της δημιουργικότητας και της επίλυσης προβλημάτων, ενώ εξετάζεται επίσης η αξιοποίησή τους για την αντιμετώπιση των εφιαλτών σε ανθρώπους που πάσχουν από διαταραχή μετατραυματικού στρες.
Παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι υπάρχουν ακόμη σημαντικά ερωτήματα. Περίπου το 55% των ανθρώπων έχει βιώσει τουλάχιστον ένα διαυγές όνειρο, όμως δεν είναι ακόμη γνωστό αν η συγκεκριμένη μέθοδος μπορεί να προκαλέσει διαυγή όνειρα σε ανθρώπους που δεν έχουν βιώσει ποτέ κάτι αντίστοιχο.
Με πληροφορίες από NewScientist / Dreamengineeringlab / BioRxiv