Από 6,8 εκατ. γεννήσεις το 1964 σε μόλις 3,55 εκατ. το 2024. Μέσα σε έξι δεκαετίες, ο αριθμός των παιδιών που γεννιούνται κάθε χρόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση μειώθηκε σχεδόν στο μισό. Καθώς η ΕΕ αναμένεται να χάνει κατά μέσο όρο 1,2 εκατ. ανθρώπους εργάσιμης ηλικίας τον χρόνο έως το 2050, η νέα έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναδεικνύει ως βασικές απαντήσεις τη μεγαλύτερη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, την ειδικευμένη μετανάστευση και την παραμονή στην απασχόληση ακόμη και πέραν της συντάξιμης ηλικίας, την οποία χαρακτηρίζει βασικό παράγοντα για την επάρκεια των μελλοντικών συντάξεων.
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη στις πρώτες θέσεις της δημογραφικής γήρανσης, καθώς συγκαταλέγεται στις τέσσερις γηραιότερες χώρες της ΕΕ, με διάμεση ηλικία περίπου 47 ετών και δείκτη γονιμότητας κοντά στο 1,2 παιδί ανά γυναίκα.
Επιστροφή στο 1970
«Η αντιμετώπιση της δημογραφικής αλλαγής δεν είναι κάτι που μπορούν να αναβάλουν οι ηγέτες. Η δημογραφική αλλαγή συντελείται τώρα», προειδοποιεί η αρμόδια επίτροπος Ντουμπράβκα Σούιτσα στον πρόλογο της έκθεσης, η οποία εκπονήθηκε από το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Επιτροπής.
Ο πληθυσμός της Ένωσης, που ανερχόταν σε 450,6 εκατ. στις αρχές του 2025, προβλέπεται να κορυφωθεί στα 453,3 εκατ. το 2029 και στη συνέχεια να συρρικνώνεται σταθερά. Θα περιοριστεί στα 445 εκατ. το 2050 και στα 398,8 εκατ. το 2100. Πρόκειται για μείωση περίπου 52 εκατ. κατοίκων ή 11,7%, η οποία θα επαναφέρει την ΕΕ στα πληθυσμιακά επίπεδα της δεκαετίας του 1970.
Έως τα μέσα του αιώνα, σχεδόν ένας στους τρεις Ευρωπαίους θα είναι ηλικίας 65 ετών και άνω, έναντι περίπου ενός στους πέντε σήμερα. Η αναλογία των ηλικιωμένων προς τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας θα αυξηθεί από 34 ανά 100 σήμερα σε περισσότερους από 60 στο τέλος του αιώνα.
Το στοίχημα του αναξιοποίητου δυναμικού
Για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία της, η ευρωπαϊκή ανάπτυξη δεν θα στηρίζεται σε έναν διαρκώς αυξανόμενο πληθυσμό. Το βάρος μεταφέρεται στην παραγωγικότητα, στις δεξιότητες και στην καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού που ήδη βρίσκεται στην Ευρώπη.
Περίπου το 20% των ανθρώπων εργάσιμης ηλικίας βρίσκεται εκτός αγοράς εργασίας, περισσότεροι από 4 εκατ. είναι μακροχρόνια άνεργοι και 8 εκατ. νέοι δεν εργάζονται ούτε συμμετέχουν σε εκπαίδευση ή κατάρτιση.
Σύμφωνα με μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών, εάν όλα τα κράτη μέλη έφθαναν στα ποσοστά συμμετοχής της Σουηδίας, της χώρας με την υψηλότερη συμμετοχή στην αγορά εργασίας στην ΕΕ, η συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού έως το 2070 θα περιοριζόταν στο 2,8%, δηλαδή σε 5,9 εκατ. άτομα. Με αμετάβλητα τα σημερινά ποσοστά, η απώλεια υπολογίζεται στο 15,6% ή σε 33,2 εκατ. ανθρώπους.
Μεγάλο μέρος του περιθωρίου αφορά τις γυναίκες. Το 2024, περίπου 37,9 εκατ. γυναίκες εργάσιμης ηλικίας βρίσκονταν εκτός εργατικού δυναμικού. Η σύγκλιση της συμμετοχής τους με εκείνη των ανδρών θα μπορούσε από μόνη της να περιορίσει σχεδόν στο μισό τις συνέπειες της γήρανσης στην αγορά εργασίας.
Σημαντικός είναι και ο ρόλος της εκπαίδευσης. Με τα σημερινά εκπαιδευτικά επίπεδα, το εργατικό δυναμικό της ΕΕ προβλέπεται να συρρικνωθεί κατά 18,8 εκατ. έως το 2050. Εάν το ποσοστό των αποφοίτων πανεπιστημίου αυξανόταν κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες, η απώλεια θα περιοριζόταν στα 13,5 εκατ. και η εκτιμώμενη επίπτωση στο ΑΕΠ από 9% σε 1,1%.
Η επανένταξη όσων βρίσκονται εκτός εργασίας απαιτεί, πάντως, ολοκληρωμένα μέτρα στήριξης, κοινωνικές υπηρεσίες, κατάρτιση και ουσιαστική επανειδίκευση.
Εργασία και πέραν της συντάξιμης ηλικίας
Η μέση νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης, με βάση τις αλλαγές που έχουν ήδη νομοθετηθεί στα κράτη μέλη, αναμένεται να αυξηθεί από περίπου 65 έτη σήμερα σε 66 το 2050 και σε 67 το 2070. Ακόμη και έτσι, τα ποσοστά αναπλήρωσης, δηλαδή το ποσοστό του τελευταίου εργασιακού εισοδήματος που καλύπτει η σύνταξη, προβλέπεται να μειωθούν στις περισσότερες χώρες.
Η έκθεση αναφέρει ότι «βασικός παράγοντας για τη διασφάλιση της επάρκειας των μελλοντικών συντάξεων θα είναι η εργασία πέραν της συντάξιμης ηλικίας». Η παραμονή στην απασχόληση για μεγαλύτερο διάστημα μπορεί να βελτιώσει το ποσοστό αναπλήρωσης και να δημιουργήσει πρόσθετα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
Το επίσημο δελτίο Τύπου χρησιμοποιεί πιο προσεκτική διατύπωση και αναφέρεται στη δυνατότητα των μεγαλύτερων εργαζομένων να παραμένουν ενεργοί «εφόσον το επιλέγουν».
Η έκθεση αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι δεν μπορούν όλοι να παρατείνουν εξίσου τον εργασιακό τους βίο. Οι εργαζόμενοι χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου έχουν συχνά μικρότερο προσδόκιμο ζωής και επομένως λιγότερα χρόνια για να απολαύσουν τη σύνταξή τους. Παράλληλα, οι γυναίκες ηλικίας 65 ετών και άνω λαμβάνουν κατά μέσο όρο 24,5% χαμηλότερο συνταξιοδοτικό εισόδημα από τους άνδρες, λόγω χαμηλότερων αποδοχών και διακοπών σταδιοδρομίας για λόγους φροντίδας.
Χωρίς τη μετανάστευση, 130 εκατ. λιγότεροι κάτοικοι
Η μετανάστευση, υποστηρίζει η έκθεση της Κομισιόν, συγκρατεί ήδη την πληθυσμιακή μείωση, καθώς από το 2012 οι θάνατοι υπερβαίνουν τις γεννήσεις και η αύξηση του συνολικού πληθυσμού στηρίζεται στη θετική καθαρή μετανάστευση.
Η Κομισιόν επιμένει ότι χωρίς καθαρή μετανάστευση, ο πληθυσμός της ΕΕ θα ήταν το 2100 περίπου 130 εκατ. μικρότερος, ή κατά 32% χαμηλότερος σε σχέση με το βασικό σενάριο, ενώ η ετήσια μείωση των ανθρώπων εργάσιμης ηλικίας έως το 2050 θα διπλασιαζόταν από 1,2 εκατ. σε 2,4 εκατ.
Η έκθεση ξεκαθαρίζει ότι η μετανάστευση μπορεί να επιβραδύνει τη γήρανση, όχι όμως να ανατρέψει την κατεύθυνσή της. Οι μετανάστες γερνούν και αυτοί, ενώ η γονιμότητά τους τείνει σταδιακά να συγκλίνει με εκείνη της χώρας εγκατάστασης.
Η Επιτροπή δίνει έμφαση στην ειδικευμένη μετανάστευση για την κάλυψη ελλείψεων σε κρίσιμους τομείς και τη στήριξη της καινοτομίας. Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι προτεραιότητα παραμένει η αναβάθμιση και η επανειδίκευση όσων βρίσκονται ήδη στην ΕΕ.
Η Ελλάδα και ο φαύλος κύκλος της ερήμωσης
Η έκθεση εντάσσει την Ελλάδα, μαζί με τα κράτη της Βαλτικής, την ανατολική Γερμανία και Πολωνία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη νότια Ιταλία και την ενδοχώρα της Ιβηρικής Χερσονήσου, στις περιοχές όπου συγκεντρώνεται η παρατεταμένη πληθυσμιακή μείωση.
Σχεδόν τα τρία τέταρτα των περιφερειών της ΕΕ, 837 από τις 1.165, προβλέπεται να χάσουν πληθυσμό μεταξύ 2025 και 2050. Οι αγροτικές περιοχές θα δεχθούν το ισχυρότερο πλήγμα, με συνολική μείωση 7,9%.
Σε τμήματα της Ελλάδας, η αναλογία των ανθρώπων άνω των 65 ετών προς τον πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας προβλέπεται να αυξηθεί κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες ή περισσότερο έως το 2050. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες επιβαρύνσεις στην ΕΕ και συνδέεται με την πολύ χαμηλή γονιμότητα και τις περιορισμένες εισροές ανθρώπων εργάσιμης ηλικίας.
Η φυγή των νέων μπορεί να δημιουργήσει έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο παρακμής. Λιγότεροι κάτοικοι σημαίνουν μικρότερη φορολογική βάση και υψηλότερο κόστος για τη διατήρηση νοσοκομείων, σχολείων και συγκοινωνιών. Η υποβάθμιση των υπηρεσιών ωθεί στη συνέχεια ακόμη περισσότερους ανθρώπους να φύγουν.
Με αφετηρία την «ελευθερία να παραμένει κανείς στον τόπο του» που ανέδειξε η έκθεση του Ενρίκο Λέτα, η Επιτροπή προετοιμάζει στρατηγική ώστε οι περιοχές που πλήττονται από τη δημογραφική υποχώρηση να παραμένουν ελκυστικές για ζωή και εργασία.
Γήρανση, φροντίδα και δημόσια οικονομικά
Οι δαπάνες που συνδέονται με τη γήρανση αντιστοιχούσαν το 2022 στο 24,4% του ΑΕΠ της ΕΕ και σχεδόν στο ήμισυ των συνολικών δημόσιων δαπανών. Οι συντάξεις αντιστοιχούσαν στο 11,4% του ΑΕΠ, ενώ το συνολικό κόστος προβλέπεται να φθάσει το 25,6% έως το 2070.
Οι άνθρωποι άνω των 50 ετών που ενδέχεται να χρειάζονται μακροχρόνια φροντίδα θα αυξηθούν από 36 εκατ. το 2025 σε 48 εκατ. το 2070. Η σχετική δημόσια δαπάνη προβλέπεται να αυξηθεί από 1,7% σε 2,5% του ΑΕΠ.
Η αύξηση των αναγκών συμπίπτει με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού. Η ΕΕ καταγράφει ήδη έλλειμμα περίπου 1,2 εκατ. εργαζομένων στον τομέα της υγείας, ενώ η πίεση θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς μεγάλος αριθμός εργαζομένων του κλάδου θα συνταξιοδοτηθεί.
Η στέγαση ως δημογραφικό πρόβλημα
Η έκθεση συνδέει άμεσα τη στεγαστική κρίση με τη δημογραφία. Η Επιτροπή εκτιμά ότι απαιτούνται περίπου 650.000 επιπλέον κατοικίες κάθε χρόνο, πέραν των 1,6 εκατ. που κατασκευάζονται σήμερα. Οι αναγκαίες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις υπολογίζονται σε περίπου 150 δισ. ευρώ ετησίως.
Η κρίση προσιτότητας πλήττει δυσανάλογα τους νεότερους. Το 2024, το 49,1% των νέων ηλικίας 18 έως 34 ετών ζούσε ακόμη με τους γονείς του. Η ακριβή στέγαση καθυστερεί την αυτονόμηση και τη δημιουργία οικογένειας και επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη δημογραφική προοπτική.
Η απάντηση της Επιτροπής
Η Επιτροπή παραθέτει ως εργαλεία απάντησης τη Δημογραφική Εργαλειοθήκη, το Σχέδιο Προσιτής Στέγασης, τις στρατηγικές για τη Διαγενεακή Δικαιοσύνη και την καταπολέμηση της φτώχειας, την Ένωση Δεξιοτήτων, τη Στρατηγική Φροντίδας και την πρωτοβουλία για τις περιφέρειες που χάνουν πληθυσμό εργάσιμης ηλικίας.
Η πρόταση για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της περιόδου 2028 έως 2034 περιλαμβάνει επίσης τη δημογραφική αλλαγή μεταξύ των στόχων των εθνικών και περιφερειακών σχεδίων.