Του Μιχάλη Χουρδάκη Βουλευτή Α’ Θεσσαλονίκης Καθηγητή Ιατρικής, ΑΠΘ
Στην Ελλάδα το 2025 γεννήθηκαν 65.594 παιδιά. Είναι ο χαμηλότερος αριθμός γεννήσεων στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Σε αυτόν τον έναν αριθμό συμπυκνώνεται ολόκληρη η δημογραφική κρίση της Ελλάδας.
Τι αξία έχει μια οικονομική πολιτική, αν η χώρα χάνει σταθερά τους ανθρώπους της; Τι σημασία έχει ένας ισοσκελισμένος προϋπολογισμός, όταν κάθε χρόνο λιγοστεύουν οι νέοι που θα στηρίξουν την οικονομία, το ασφαλιστικό σύστημα και την ίδια την κοινωνική συνοχή;
Η δημογραφική κρίση δεν είναι ακόμη ένα κοινωνικό πρόβλημα. Είναι η μεγαλύτερη στρατηγική πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα τις επόμενες δεκαετίες.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Ο δείκτης γονιμότητας έχει υποχωρήσει στο 1,24 παιδιά ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το 2,1 που απαιτείται για τη φυσική ανανέωση του πληθυσμού. Οι θάνατοι υπερβαίνουν σταθερά τις γεννήσεις εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, και σχεδόν όλες οι περιφέρειες της χώρας χάνουν πληθυσμό. Η ερήμωση της ελληνικής περιφέρειας δεν αποτελεί πλέον πρόβλεψη, αλλά μια διαδικασία που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας.
Πίσω από αυτούς τους δείκτες βρίσκεται η καθημερινότητα χιλιάδων νέων ανθρώπων. Η στεγαστική κρίση, η οικονομική ανασφάλεια, η αβεβαιότητα στην εργασία και το αυξημένο κόστος ανατροφής ενός παιδιού οδηγούν ολοένα περισσότερα ζευγάρια στην αναβολή ή ακόμη και στην εγκατάλειψη της απόφασης να δημιουργήσουν οικογένεια. Σε αυτά προστίθεται και η απώλεια ενός σημαντικού μέρους του παραγωγικού πληθυσμού μέσω της μετανάστευσης των τελευταίων ετών.
Και όμως, απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να περιορίζεται κυρίως σε επιδόματα ή αποσπασματικές παρεμβάσεις. Είναι χρήσιμα εργαλεία, αλλά από μόνα τους δεν μπορούν να αναστρέψουν μια τόσο σύνθετη εξέλιξη.
Το βασικό πρόβλημα είναι βαθύτερο. Συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε το δημογραφικό ως αρμοδιότητα ενός υπουργείου, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί ευθύνη ολόκληρου του κράτους.
Οι αποφάσεις που επηρεάζουν περισσότερο την επιλογή ενός νέου ανθρώπου να δημιουργήσει οικογένεια λαμβάνονται συχνά αλλού: στο Υπουργείο Οικονομικών όταν σχεδιάζεται η φορολογική πολιτική, στο Υπουργείο Εργασίας όταν καθορίζονται οι όροι απασχόλησης, στο Υπουργείο Περιβάλλοντος όταν διαμορφώνεται η στεγαστική πολιτική, στα Υπουργεία Υποδομών και Ανάπτυξης όταν σχεδιάζεται το μέλλον της περιφέρειας. Αν αυτές οι πολιτικές δεν αξιολογούνται και μέσα από τη δημογραφική τους επίδραση, καμία επιμέρους δράση δεν μπορεί να ανατρέψει τη συνολική τάση.
Για αυτό χρειάζεται μια διαφορετική θεσμική προσέγγιση.
Κάθε νομοσχέδιο που κατατίθεται στη Βουλή θα πρέπει να συνοδεύεται από Έκθεση Δημογραφικού Αποτυπώματος. Όπως σήμερα θεωρούμε αυτονόητη τη δημοσιονομική έκθεση που συνοδεύει κάθε σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία, έτσι πρέπει να καταστεί αυτονόητη και η αξιολόγηση των δημογραφικών συνεπειών της.
Ένα φορολογικό νομοσχέδιο διευκολύνει ή δυσκολεύει ένα νέο ζευγάρι να αποκτήσει παιδί; Μια στεγαστική πολιτική καθιστά πραγματικά πιο προσιτή την κατοικία ή απλώς μεταθέτει το πρόβλημα; Μια μεταρρύθμιση στην αγορά εργασίας επιτρέπει την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής; Μια αναπτυξιακή παρέμβαση δημιουργεί προοπτικές παραμονής των νέων στην περιφέρεια ή επιταχύνει τη δημογραφική της αποψίλωση;
Αυτά δεν είναι δευτερεύοντα ερωτήματα. Είναι ερωτήματα εθνικής βιωσιμότητας.
Η πρόταση αυτή δεν αφορά μία συγκεκριμένη κυβέρνηση ούτε μία συγκεκριμένη πολιτική παράταξη. Οφείλει να αποτελέσει μόνιμη θεσμική υποχρέωση του ελληνικού κράτους. Όποιο κόμμα κι αν κυβερνά, πρέπει να τεκμηριώνει τις δημογραφικές συνέπειες κάθε σημαντικής νομοθετικής πρωτοβουλίας πριν αυτή γίνει νόμος και όχι όταν οι επιπτώσεις της έχουν ήδη αποτυπωθεί σε ακόμη μία γενιά με λιγότερα παιδιά.
Παράλληλα, απαιτείται η δημιουργία ενός ανεξάρτητου μηχανισμού αξιολόγησης των δημογραφικών πολιτικών, με ετήσιες δημόσιες εκθέσεις, μετρήσιμους στόχους και συστηματική αποτίμηση των αποτελεσμάτων. Οι δημόσιες πολιτικές δεν αρκεί να έχουν καλές προθέσεις. Οφείλουν να αποδεικνύουν, με στοιχεία, ότι παράγουν αποτέλεσμα.
Το δημογραφικό δεν προσφέρεται για μικροκομματικές αντιπαραθέσεις. Απαιτεί συνέχεια του κράτους, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και μια νέα κουλτούρα στη νομοθέτηση. Αν πραγματικά θέλουμε να αναστρέψουμε αυτή την πορεία, πρέπει να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε το δημογραφικό ως ένα ακόμη πεδίο κοινωνικής πολιτικής και να το μετατρέψουμε σε βασικό κριτήριο κάθε κυβερνητικής απόφασης.
Γιατί κάθε νόμος αφήνει το αποτύπωμά του στο μέλλον της χώρας. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτό το αποτύπωμα θα είναι δημογραφικά θετικό ή αν θα συνεχίσουμε να νομοθετούμε σαν το δημογραφικό να αφορά κάποιον άλλον και όχι το ίδιο το μέλλον της Ελλάδας.