Η Τζόρτζια Μελόνι καταγράφει σήμερα, Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου, ένα ιστορικό ρεκόρ: η κυβέρνησή της συμπληρώνει 1.413 συνεχόμενες ημέρες στην εξουσία και γίνεται η μακροβιότερη αδιάλειπτη κυβέρνηση στην ιστορία της Ιταλικής Δημοκρατίας. Ξεπερνά κατά μία ημέρα τη δεύτερη κυβέρνηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, που είχε παραμείνει στην εξουσία 1.412 ημέρες, από το 2001 έως το 2005. Ο Μπερλουσκόνι, πάντως, εξακολουθεί να κατέχει με μεγάλη διαφορά το ρεκόρ συνολικού χρόνου στην πρωθυπουργία, με 3.339 ημέρες —πάνω από εννέα χρόνια— σε τέσσερις διαφορετικές κυβερνήσεις.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη κυβερνητική διάρκεια στην Ιταλία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μια ιστορική σύγκριση που αναπόφευκτα φτάνει πίσω στην εποχή του Μπενίτο Μουσολίνι – σε ένα, βεβαίως, εντελώς διαφορετικό, πολιτικό καθεστώς.
Το επίτευγμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς την παραδοσιακή πολιτική αστάθεια της Ιταλίας: 68 κυβερνήσεις σε οκτώ δεκαετίες, με μέση διάρκεια ζωής κοντά στους 14 μήνες. Καμία από αυτές δεν έχει ολοκληρώσει πλήρη πενταετή θητεία χωρίς διακοπή· ο Μπερλουσκόνι είχε πλησιάσει περισσότερο, αλλά μια κυβερνητική κρίση τον ανάγκασε να παραιτηθεί για λίγο το 2005 πριν σχηματίσει νέο υπουργικό συμβούλιο.
Οι Αδελφοί της Ιταλίας δεν σκοπεύουν να αφήσουν το ορόσημο να περάσει απαρατήρητο. Πάνω από 10.000 υποστηρικτές αναμένονται το βράδυ στο λιμάνι του Μπάρι, σε μια προεκλογικού χαρακτήρα συγκέντρωση όπου η Μελόνι θα εμφανιστεί μαζί με τους κυβερνητικούς εταίρους της, Ματέο Σαλβίνι και Αντόνιο Ταγιάνι, υπό το σύνθημα «Η πιο σταθερή κυβέρνηση, η πιο ισχυρή Ιταλία».
Η σταθερότητα έγινε ευρωπαϊκό κεφάλαιο
Πέρα από τον αριθμό των ημερών, η κυβερνητική διάρκεια υπήρξε ίσως το σημαντικότερο πολιτικό κεφάλαιο που απέκτησε η Μελόνι.
Όταν ανέλαβε τον Οκτώβριο του 2022, ήταν η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Ιταλίας και επικεφαλής της πρώτης κυβέρνησης με ηγετικό κόμμα νεοφασιστικών καταβολών· αρκετοί στις Βρυξέλλες, όπως και οι αγορές, την αντιμετώπισαν αρχικά με ανησυχία. Αντ’ αυτού, ακολούθησε περισσότερο πραγματιστική πορεία: διατήρησε τη στήριξη στην Ουκρανία, ακολούθησε προσεκτική δημοσιονομική πολιτική και απέκτησε κεντρικό ρόλο στις ευρωπαϊκές συζητήσεις για το μεταναστευτικό, το εμπόριο και τις διατλαντικές σχέσεις.
Η πολιτική σταθερότητα στη Ρώμη της επέτρεψε να κάθεται στο ευρωπαϊκό τραπέζι με διαφορετικό βάρος από αρκετούς προκατόχους της – σε αντίθεση με τη Γαλλία και τη Βρετανία, όπου η αστάθεια άλλαξε επανειλημμένα ηγεσίες την ίδια περίοδο. Όπως το θέτει ο υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροζέτο, η Μελόνι «δρέπει ακριβώς αυτό που της αξίζει σε όρους διεθνούς αξιοπιστίας». Η αντίθετη ανάγνωση, ωστόσο, υπενθυμίζει ότι η ιδεολογική εγγύτητα με τον Ντόναλντ Τραμπ – στον οποίο η Μελόνι επένδυσε πολιτικά, φιλοδοξώντας για την Ιταλία ρόλο «γέφυρας» ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Βρυξέλλες – δεν απέτρεψε τελικά τους αμερικανικούς δασμούς ούτε εξασφάλισε προνομιακή μεταχείριση.
Υπάρχουν και επιδόσεις που η Μελόνι μπορεί να επικαλεστεί: η ανεργία έχει υποχωρήσει στο 5,8%, από τα χαμηλότερα επίπεδα εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, οι αφίξεις μεταναστών από τη Βόρεια Αφρική έχουν μειωθεί σημαντικά σε σχέση με το 2023, ενώ οι αγορές επιβράβευσαν τη δημοσιονομική προσοχή της Ρώμης.
Η διάρκεια δεν σημαίνει και επιτυχία
Η αντιπολίτευση, ωστόσο, αντιτείνει ότι η κυβερνητική μακροβιότητα δεν αποτελεί από μόνη της επίτευγμα. «Αν έχεις πέντε χρόνια στην εξουσία και δεν έχεις πολλά να δείξεις όταν επιστρέφεις στους ψηφοφόρους, αυτό μπορεί να στραφεί εναντίον σου», σημειώνει η αναλύτρια διεθνών σχέσεων Ναταλί Τότσι.
Η ιταλική οικονομία εξακολουθεί να κουβαλά προβλήματα δεκαετιών: χαμηλή παραγωγικότητα, δημογραφική κάμψη, στάσιμους μισθούς και φυγή νέων στο εξωτερικό. Η ανάπτυξη παρέμεινε κάτω από το 1% τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ το δημόσιο χρέος παραμένει από τα υψηλότερα στην ευρωζώνη.
Παράλληλα, αρκετές από τις μεταρρυθμίσεις που είχε υποσχεθεί η Μελόνι δεν προχώρησαν όπως σχεδίαζε. Η μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης απορρίφθηκε σε δημοψήφισμα, ενώ οι αλλαγές στον εκλογικό νόμο και στη θεσμική ενίσχυση της πρωθυπουργίας έχουν προκαλέσει εσωτερικές τριβές στον κυβερνητικό συνασπισμό.
Η μεγαλύτερη απειλή έρχεται από ακόμη πιο δεξιά
Και ενώ η Μελόνι προετοιμάζεται ήδη για τις εκλογές του 2027, η πιο ενδιαφέρουσα απειλή δεν έρχεται από την κεντροαριστερά αλλά από τα δεξιά της.
Ο πρώην στρατηγός και ευρωβουλευτής Ρομπέρτο Βανάτσι, με το νέο κόμμα Futuro Nazionale, κινείται πλέον γύρω στο 7–7,6% στις δημοσκοπήσεις, έχει ξεπεράσει σταθερά τη Λέγκα του Σαλβίνι και πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής τη Forza Italia του Ταγιάνι.
Αντιευρωπαϊστής, επικριτικός απέναντι στη βοήθεια προς την Ουκρανία και υπέρ μιας πολύ σκληρότερης μεταναστευτικής πολιτικής, επιχειρεί να προσελκύσει ψηφοφόρους που θεωρούν ότι η Μελόνι έγινε υπερβολικά μετριοπαθής, υπερβολικά ευρωπαϊκή και πολύ κοντά στο Κίεβο.
Αυτό είναι και το πολιτικό παράδοξο πίσω από τους πανηγυρισμούς στο Μπάρι: η Μελόνι απέδειξε ότι μπορεί να νικήσει την περίφημη ιταλική κυβερνητική αστάθεια. Τώρα πρέπει να αποδείξει ότι η σταθερότητα αρκεί και για να κερδίσει ξανά τους Ιταλούς το 2027.
Πηγές:
ANSA, LaC News24, Guardian, Euractiv, FT