Η επικείμενη επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στην Ινδία ενόψει του συνεδίου των Brics θα πραγματοποιηθεί κάτω από ιδιαίτερες γεωπολιτικές συνθήκες που φέρνουν στο προσκήνιο το διμερές εμπόριο μεταξύ Πεκίνου – Νέου Δελχί και την αύξηση των επενδύσεων και επηρεάζονται από τον πόλεμο των ΗΠΑ κατά του Ιράν.
Πρόκειται για την πρώτη επίσκεψη του Κινέζου προέδρου στην Ινδία από το 2019. Τα τελευταία χρόνια, οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν χαρακτηριστεί από διπλωματικές εντάσεις, οι οποίες κορυφώθηκαν λόγω των αιματηρών συνοριακών συμπλοκών στα Ιμαλάια το 2020, όταν τουλάχιστον 20 Ινδοί στρατιώτες και άγνωστος αριθμός κινεζικών δυνάμεων σκοτώθηκαν. Ως αποτέλεσμα, ο πολιτικός διάλογος τελμάτωσε και περιορίστηκαν οι ανταλλαγές σε εμπόριο και επενδύσεις.
Στο 2026 επικρατούν, όμως διαφορετικές συνθήκες ασφαλείας, με αποτέλεσμα οι δύο ηγέτες να επιχειρούν μία προσεκτική επαναπροσέγγιση μέσω περιφερειακών φόρουμ, όπως το πρόσφατο που έγινε στο Κιργιστάν.
«Οι δομικές διαφορές και το έλλειμμα στρατηγικής εμπιστοσύνης στις διμερείς σχέσεις είναι σημαντικά, άρα πολυμερή φόρουμ όπως οι BRICS αποτελούν μια πλατφόρμα για τη διαχείριση αυτών των προκλήσεων», δήλωσε ο Πραβίν Ντόντι, ανώτερος αναλυτής στο Crisis Group.
Σε ανάλυσή τους, οι Financial Times, αναφέρονται στις τακτικές επαναπροσέγγισης που εφαρμόζουν οι δύο πολυπληθέστερες χώρες του κόσμου που επιθυμούν την εμβάθυνση, αλλά με προσεκτικούς όρους.
Εμπόριο και επενδύσεις
Υπό την καθοδήγηση αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένου του Κινέζου Υπουργού Εξωτερικών Ουάνγκ Γι, και συμβούλων του Μόντι, όπως ο κορυφαίος αξιωματούχος ασφαλείας Ατζίτ Ντοβάλ και ο Υπουργός Εξωτερικών Σ. Τζαϊσανκάρ, η Κίνα και η Ινδία επιδιώκουν να ενισχύσουν τις σχέσεις τους.
Το 2026, οι επικεφαλής των εμπορικών διαπραγματεύσεων πραγματοποίησαν την πρώτη διμερή συνάντησή τους από το 2019. Επιπλέον, η Ινδία ενέκρινε τη προμήθεια κρίσιμων εξαρτημάτων από την Κίνα για δύο μεγάλες κρατικές εταιρείες, αίροντας τους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί πριν έξι χρόνια, λόγω της κρίσης στα Ιμαλάια.
Το διμερές εμπόριο μεταξύ Κίνας και Ινδίας αυξήθηκε πέρυσι κατά 12,4% φτάνοντας το επίπεδο-ρεκόρ των 155 δισεκατομμυρίων δολαρίων, υπερδιπλάσιο από τα 71,6 δισεκατομμύρια δολάρια που είχαν καταγραφεί πριν από μια δεκαετία. Κατά τους πρώτους επτά μήνες του 2026, το διμερές εμπόριο σημείωσε περαιτέρω αύξηση 23% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Οι επενδυτικές ροές αυξάνονται επίσης. Τους τελευταίους 18 μήνες, κινεζικές εταιρείες στους τομείς της τεχνολογίας και της ενέργειας ενδιαφερόνται να επενδύσουν στην Ινδία, συμπεριλαμβανομένων του προμηθευτή κινητήρων Horse Powertrain και της κατασκευάστριας μπαταριών CosMX.
Τον Μάρτιο, η κυβέρνηση Μόντι αποφάσισε να χαλαρώσει τις κινεζικές επενδύσεις στους τομείς της ηλιακής ενέργειας και των ηλεκτρονικών.
Επαναπροσέγγιση σημειώνεται και στον τομέα της ασφάλειας. Το 2024, οι δύο χώρες συμφώνησαν να ξεκινήσουν ξανά τις περιπολίες στα σύνορά τους μήκους 3.500 χιλιομέτρων, οι οποίες είχαν ανασταλεί μετά τις συμπλοκές του 2020.
Παράλληλα, την περασμένη χρονιά αποκαταστάθηκαν οι απευθείας αεροπορικές συνδέσεις για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια, ενώ φέτος άνοιξε ξανά το διασυνοριακό εμπόριο σε τρία ορεινά περάσματα των Ιμαλαΐων. Να σημειωθεί ότι οι δύο πλευρές διοργάνωσαν από κοινού ινδουιστικά και βουδιστικά προσκυνήματα σε ιερούς τόπους στο Θιβέτ.
«Ο Μόντι έχει δαπανήσει μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο στην Κίνα»
Ο Ντόντι χαρακτήρισε τις εξελίξεις αυτές ως «προσεκτική επαναπροσέγγιση», που τις επαναφέρει σε έναν «περιφερειακό ανταγωνισμό προσαρμοσμένο σε συνθήκες ανταγωνισμού και συνεργασίας».
«Η επαναπροσέγιση των σχέσεων έχει ξεκινήσει, αλλά από τη στιγμή που υπάρχει δυσπιστία σε ένα έθνος, απαιτείται πολύς χρόνος για να διορθωθούν τα πράγματα», δήλωσε ο Αμιτάμπ Καντ, πρώην απεσταλμένος της Ινδίας στο G20. Σύμφωνα με τον ίδιο, η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών οφείλεται στο γεγονός ότι «ο Μόντι έχει δαπανήσει μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο στην Κίνα».
Σημαντικός παράγοντας που επιτρέπει την επαναπροσέγγιση μεταξύ Κίνας και Ινδίας είναι η εξωτερική πολιτική του Τραμπ που ενεπλάκη στον πόλεμο στο Ιράν και έχει διαταράξει τις σχέσεις των ΗΠΑ, ιδιαίτερα με την Ινδία, που επιδίωκε μια στενότερη σχέση με την Ουάσινγκτον.
Το Πεκίνο προσπαθεί να απομακρύνει την Ινδία από την αμερικανική επιρροή, αξιοποιώντας τις ανακατατάξεις που φέρνει η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Παράλληλα, βλέπει την ινδική αγορά ως μια κρίσιμη διέξοδο για τις κινεζικές επιχειρήσεις, σε μια περίοδο που η δική του οικονομία επιβραδύνεται. Βασικός στόχος του Πεκίνου είναι να πείσει το Νέο Δελχί να μην βλέπει την Κίνα ως εχθρό και να μην συμμαχεί αυτόματα με τις ΗΠΑ.
Από την άλλη πλευρά, η Ινδία παραμένει ιδιαίτερα προσεκτική. Φοβάται την κινεζική διείσδυση σε ευαίσθητους τεχνολογικούς τομείς και επενδύει στη δική της βιομηχανία — όπως στην εγχώρια κατασκευή iPhone και επεξεργαστών — για να μην εξαρτάται από τους Κινέζους. Την ίδια στιγμή, η Κίνα αποφεύγει να βοηθήσει την Ινδία να γίνει ανταγωνιστικό βιομηχανικό κέντρο, βάζοντας εμπόδια στην εξαγωγή κρίσιμων υλικών και βιομηχανικών μηχανημάτων.
Μετά τις αιματηρές συνοριακές συμπλοκές του 2020, η Ινδία έχει υιοθετήσει τη στρατηγική της «ανταγωνιστικής συνύπαρξης». Αντιμετωπίζει πλέον την Κίνα ως έναν μόνιμο και αξιόλογο αντίπαλο, αλλά διατηρεί ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας για να αποτρέψει την κλιμάκωση της έντασης σε μια ανοιχτή διαμάχη.