Με μία ιδιαίτερα σκληρή εκτίμηση για το μέλλον των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έκλεισε τη συνέντευξή του στη HuffPost και στον Τέρενς Κουίκ ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου.
«Η γνώμη μου είναι ότι το σχέδιο Πισσαρίδη, που λέμε, η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να το εφαρμόσει», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι στόχος είναι «να φύγει από τη μέση ένα μεγάλο μέρος του 50% των μικρομεσαίων». Και πρόσθεσε: «Αλλιώς δεν αιτιολογείται αυτή η στάση, η εχθρική απέναντι στη μικρομεσαία τάξη».
Η τοποθέτηση αυτή συμπυκνώνει την έντονη απογοήτευση που, σύμφωνα με τον ίδιο, άφησαν στον επιχειρηματικό κόσμο οι κυβερνητικές εξαγγελίες.
«Δημιουργήθηκαν μεγάλες προσδοκίες»
Ο Γιάννης Χατζηθεοδοσίου υπενθύμισε ότι επί μήνες κυβερνητικά στελέχη, βουλευτές και μέσα ενημέρωσης μιλούσαν για τη «χρονιά των μικρομεσαίων».
«Όλοι πήγαμε θεωρώντας ότι, αφού κάθε χρόνο οι μικρομεσαίοι ξεχνιόντουσαν από τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού, κάτι θα γίνει», σημείωσε.
Κατά τον ίδιο, όμως, πολλά από όσα ανακοινώθηκαν παραπέμπουν σε βάθος χρόνου, ενώ τα προβλήματα των επιχειρήσεων είναι σημερινά και πιεστικά.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο τέλος επιτηδεύματος και στη διαφορετική αντιμετώπιση της Αττικής.
«Στην Αττική έχουμε 400.000 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες», είπε, επισημαίνοντας παράλληλα το πολύ υψηλό κόστος της επαγγελματικής στέγης.
«Δεν μπορείς να δημιουργείς χώρα δύο ταχυτήτων»
Ο πρόεδρος του ΕΕΑ αμφισβήτησε ευθέως το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει επαρκής δημοσιονομικός χώρος για περισσότερα μέτρα στήριξης.
«Δεν μπορεί να δημιουργείς μια χώρα δύο ταχυτήτων και να λες ότι δεν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος», ανέφερε.
Κατά τον ίδιο, ο δημοσιονομικός χώρος συνδέεται τελικά με τις πολιτικές προτεραιότητες: «Για άλλους υπάρχουν οι δημοσιονομικοί τρόποι για να λυθούν τα προβλήματα. Για εμάς δεν υπάρχουν».
Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα τις διαδοχικές εκτιμήσεις για το συνολικό ύψος των κυβερνητικών μέτρων, υποστηρίζοντας ότι όταν υπάρχει πολιτική βούληση μπορούν να εξευρεθούν πρόσθετοι πόροι.
Προκαταβολή φόρου και τεκμαρτή φορολόγηση
Στο στόχαστρο του Γιάννη Χατζηθεοδοσίου βρέθηκαν και δύο από τα σημαντικότερα φορολογικά ζητήματα που απασχολούν τους επαγγελματίες: η προκαταβολή φόρου και η τεκμαρτή φορολόγηση.
Για την προκαταβολή φόρου ήταν χαρακτηριστικός:
«Τι σημαίνει προκαταβολή φόρου; Δίνουμε δανεικά στην πολιτεία χωρίς επιτόκιο».
Αναφέρθηκε επίσης στο κόστος της ψηφιακής προσαρμογής των επιχειρήσεων — POS, ψηφιακή κάρτα εργασίας, ψηφιακό τιμολόγιο και myDATA — υποστηρίζοντας ότι οι επιβαρύνσεις αυτές μπορεί να φθάνουν σε αρκετές χιλιάδες ευρώ.
Το ερώτημα που έθεσε είναι γιατί, από τη στιγμή που το κράτος διαθέτει πλέον τόσα ηλεκτρονικά εργαλεία για να παρακολουθεί την οικονομική δραστηριότητα μιας επιχείρησης, εξακολουθεί να εφαρμόζει τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης.
ΦΠΑ στα βασικά αγαθά: «Πάρτε τον μέσο όρο της Ευρώπης»
Μεγάλο μέρος της συζήτησης με τον Τέρενς Κουίκ επικεντρώθηκε στην ακρίβεια και στην πρόταση για μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά.
Ο πρόεδρος του ΕΕΑ υποστήριξε ότι περίπου 60 προϊόντα μπορούν να χαρακτηριστούν απολύτως αναγκαία για ένα νοικοκυριό και ζήτησε η Ελλάδα να κινηθεί προς τα χαμηλότερα επίπεδα ΦΠΑ που εφαρμόζονται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
«Δεν λέμε να κάνετε κάτι πρωτόγνωρο για τη χώρα. Πάρτε τον μέσο όρο της Ευρώπης», είπε.
Απέρριψε παράλληλα το επιχείρημα ότι μια μείωση του ΦΠΑ δεν θα περάσει στις τελικές τιμές. Όπως υποστήριξε, ο ανταγωνισμός μπορεί να πιέσει τις επιχειρήσεις να μεταφέρουν το όφελος στον καταναλωτή προκειμένου να αυξήσουν τον τζίρο τους.
Η Κύπρος ως παράδειγμα
Η Κύπρος μπήκε επίσης στη συζήτηση, με τον Τέρενς Κουίκ να αναφέρεται σε μέτρα που έχουν ληφθεί εκεί για συγκεκριμένα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα.
Ο Γιάννης Χατζηθεοδοσίου απάντησε ότι είχε επισκεφθεί την Κύπρο λίγους μήνες νωρίτερα και είχε συζητήσει το θέμα με αρμόδιο υπουργό.
Σύμφωνα με όσα μετέφερε στη συνέντευξη, η κυπριακή πλευρά εκτιμούσε ότι η μείωση του ΦΠΑ πέρασε στον καταναλωτή σε ποσοστό περίπου 95%.
Για τον πρόεδρο του ΕΕΑ, το παράδειγμα αυτό αποτελεί απάντηση σε όσους υποστηρίζουν ότι μια φορολογική ελάφρυνση θα απορροφηθεί αποκλειστικά από τις επιχειρήσεις.
Καύσιμα: «Τροφοδοτούν τον πληθωρισμό»
Ιδιαίτερα ανήσυχος εμφανίστηκε και για τις τιμές των καυσίμων και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης.
«Για να παραχθούν προϊόντα χρειαζόμαστε καύσιμα. Για να μετακινηθούν προϊόντα χρειαζόμαστε επίσης καύσιμα», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι κάθε νέα αύξηση περνά στην αλυσίδα παραγωγής και μεταφοράς και τελικά στις τιμές.
Χρησιμοποίησε μάλιστα ξανά το παράδειγμα της Κύπρου, επισημαίνοντας ότι καύσιμα που προέρχονται από την Ελλάδα μπορούν να πωλούνται φθηνότερα στην κυπριακή αγορά, γεγονός που απέδωσε στη μεγάλη φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα.
Η ανησυχία του γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, όπως είπε, λόγω των διεθνών εξελίξεων και της νέας ενεργειακής αβεβαιότητας.
Ο φόβος για έναν βαρύ οικονομικό χειμώνα
Στη συζήτηση τέθηκε και το ενδεχόμενο ενός δύσκολου χειμώνα, εφόσον οι διεθνείς κρίσεις συνεχίσουν να πιέζουν τις τιμές ενέργειας και καυσίμων.
Ο Χατζηθεοδοσίου προειδοποίησε ότι τα μέτρα πρέπει να λαμβάνονται προληπτικά και όχι όταν πλέον η αγορά θα έχει φθάσει σε ασφυξία.
«Ή θα πάρεις μέτρα τώρα για να προσπαθήσεις να προστατεύσεις τους καταναλωτές από την ακρίβεια ή θα τα πάρεις μετά και ίσως να είναι αργά», είπε.
Και περιέγραψε έναν φαύλο κύκλο: η ακρίβεια περιορίζει την αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών, η κατανάλωση υποχωρεί, ο τζίρος των μικρών επιχειρήσεων μειώνεται και οι επαγγελματίες δυσκολεύονται ακόμη περισσότερο να καλύψουν φορολογικές, ασφαλιστικές και λειτουργικές υποχρεώσεις.
«330.000 επιχειρήσεις έχουν αρρύθμιστες οφειλές»
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί και το στοιχείο που παρέθεσε για τα χρέη των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΕΕΑ, περίπου 330.000 επιχειρήσεις έχουν αρρύθμιστες οφειλές.
Η εκτίμησή του είναι ότι, χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις, ο αριθμός αυτός κινδυνεύει να αυξηθεί, καθώς περισσότερες επιχειρήσεις θα δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Και κάπου εκεί ο Γιάννης Χατζηθεοδοσίου κατέληξε στην πιο πολιτική και πιο αιχμηρή αποστροφή της συνέντευξής του:
«Η γνώμη μου είναι ότι το σχέδιο Πισσαρίδη, που λέμε, η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να το εφαρμόσει. Έχει αποφασίσει να φύγει από τη μέση ένα μεγάλο μέρος του 50% των μικρομεσαίων. Αλλιώς δεν αιτιολογείται αυτή η στάση, η εχθρική απέναντι στη μικρομεσαία τάξη».