Η συζήτηση για την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας οδηγεί πάντα στο ίδιο ερώτημα: πώς θα μεγαλώσουν οι μικρές μας επιχειρήσεις; Στο ερώτημα όμως αυτό, απαντάται πάντοτε με πολιτικό πρόσημο. Από το δεν χρειάζεται να μεγαλώσουν στο πρέπει να κλείσουν οι πολλές για να μεγαλώσουν οι λίγες. Υπάρχει όμως και η ενδιάμεση πρόταση να τις βοηθήσουμε να μεγαλώσουν προσφέροντας ουσιαστική βοήθεια σε όσους το επιθυμούν και το προσπαθούν. Έτσι κανείς δεν θα μπορεί να διαμαρτυρηθεί ότι η κοινωνία δεν τον βοήθησε, και η Εθνική μας Οικονομία θα αποκτήσει επιχειρηματικούς πρωταθλητές σε όλους τους κλάδους.
Όταν λέμε ότι οι μικρές επιχειρήσεις πρέπει να μεγαλώσουν, δεν εννοούμε απλώς να αυξήσουν τον τζίρο τους. Εννοούμε να γίνουν πιο οργανωμένες, πιο ανθεκτικές, πιο παραγωγικές, να αποκτήσουν διοικητική δομή, να έχουν δομική συνέχεια, να μπορούν να σχεδιάζουν το μέλλον τους. Και όλο αυτό με απώτερο στόχο να αυξηθεί η παραγωγή και η εξωστρέφεια.
Η συνηθισμένη αντίρρηση σε αυτήν την προοπτική είναι η άποψη για την κουλτούρα του Έλληνα επιχειρηματία η οποία δεν βοηθάει ή δεν επιδιώκει τη συνεργασία.
Όμως δεν φταίει ούτε το DNA ούτε το φυσικό μας περιβάλλον. Οι ελληνικές ΜμΕ έμαθαν να λειτουργούν έτσι επειδή το συνολικό επιχειρηματικό περιβάλλον κυριαρχείται περισσότερο από επιχειρηματικότητα ανάγκης παρά φιλοδοξίας για την υλοποίηση μιας νέας ιδέας ή ενός επιχειρηματικού έργου. Και αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχουν χρηματοδοτικοί θεσμοί, δεν υπάρχουν σοβαρά σχεδιασμένα έργα επιδοτήσεων, δεν υπάρχουν θεσμοί οι οποίοι στέκονται ως αρωγοί και σύμβουλοι. Επιπλέον, ο κρατικός μηχανισμός μεταφέρει στις επιχειρήσεις το κόστος της γραφειοκρατίας, αδιαφορεί για την παραγωγική τους κατεύθυνση και τις αντιμετωπίζει περισσότερο ως ύποπτους παραβάτες παρά ως φορείς δημιουργίας.
Η παραγωγική ανάπτυξη της χώρας παραμένει έτσι αιχμάλωτη ενός συστήματος φωτογραφικών ρυθμίσεων, συντεχνιακών εξυπηρετήσεων και ψηφοθηρικών επιλογών, το οποίο διαμορφώθηκε επί δεκαετίες.
Ο μικρός επιχειρηματίας έμαθε να λειτουργεί μόνος, να εμπιστεύεται κυρίως την οικογένεια, να φοβάται την απώλεια ελέγχου και να αντιμετωπίζει τους άλλους περισσότερο ως ανταγωνιστές παρά ως πιθανούς συνεργάτες. Συνεπώς είναι δύσκολο έως απίθανο να περιμένουμε ότι οι συνεργασίες, οι συμπράξεις ή οι συγχωνεύσεις θα προκύψουν αυθόρμητα. Χρειάζονται πολιτικές για καθοδήγηση, θεσμική υποστήριξη και πρακτική οργάνωση.
Οι πολιτικές αυτές πρέπει να κινηθούν σε πολλές κατευθύνσεις.
Πρώτον, πρέπει να εντοπίσουμε τις επιχειρήσεις οι οποίες μπορούν να μεγαλώσουν μόνες τους. Είναι επιχειρήσεις με προϊόν, τεχνογνωσία, εξοπλισμό, επιχειρηματία με φιλοδοξία και δυνατότητα πρόσβασης σε νέες αγορές. Κυρίως πρέπει να τις αναζητήσουμε στη βιομηχανία, στη βιοτεχνία, στην αγροδιατροφή, στην τεχνολογία, στις κατασκευές ειδικού εξοπλισμού και σε όλους τους κλάδους στους οποίους η Ελλάδα μπορεί να παράγει προϊόντα αντί να τα εισάγει.
Δεύτερον, πρέπει να εντοπίσουμε κλάδους στους οποίους οι συνέργειες έχουν πραγματικό νόημα. Δεν συγχωνεύονται όλες οι επιχειρήσεις ούτε συνεργάζονται όλοι με όλους. Υπάρχουν όμως κλάδοι στους οποίους οι κοινές αγορές πρώτων υλών, η κοινή χρήση εξοπλισμού, η κοινή εμπορική παρουσία, η κοινή εξαγωγική προσπάθεια ή η δημιουργία ενιαίου brand μπορούν να αλλάξουν εντελώς το αποτέλεσμα. Μικρές παραγωγικές μονάδες, εργαστήρια, βιοτεχνίες, επιχειρήσεις τροφίμων, μεταποίησης, ένδυσης, επίπλου, μετάλλου, τεχνικών εφαρμογών και αγροτικών προϊόντων μπορούν να αποκτήσουν δύναμη μέσα από οργανωμένα σχήματα συνεργασίας.
Τρίτον, χρειάζεται κρατική πολιτική με συγκεκριμένο στόχο. Η μεγέθυνση των μικρών επιχειρήσεων δεν μπορεί να αφεθεί μόνο στην αγορά. Η αγορά, με τη σημερινή της δομή, χρηματοδοτεί κυρίως τους μεγάλους, τους ήδη οργανωμένους και τους ήδη ισχυρούς. Το τραπεζικό σύστημα δεν έχει ούτε την κουλτούρα ούτε τα εργαλεία για να αναλάβει μόνο του αυτόν τον ρόλο. Συνεπώς, η πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει έναν ειδικό φορέα με αποστολή τη μεγέθυνση των ΜμΕ.
Ο φορέας αυτός δεν πρέπει να είναι ακόμη μία γραφειοκρατική υπηρεσία. Πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός παραγωγής βιώσιμων προτάσεων. Να χαρτογραφεί κλάδους, να εντοπίζει επιχειρήσεις με προοπτική, να προτείνει συνεργατικά σχήματα, να φέρνει σε επαφή επιχειρηματίες, τράπεζες, επενδυτές, επιμελητήρια και πανεπιστήμια. Να αξιολογεί επιχειρηματικά σχέδια και να δημιουργεί πραγματικούς δρόμους μετάβασης από τη μικρή, μοναχική επιχείρηση στη συνεργατική, οργανωμένη και ανταγωνιστική επιχείρηση.
Τέταρτον, πρέπει να δημιουργηθεί ένα εθελοντικό μητρώο επιχειρήσεων για όσες επιχειρήσεις έχουν την φιλοδοξία μεγέθυνσης και συνέχειας. Το μητρώο αυτό θα αποτελεί πεδίο αναφοράς για τον σχεδιασμό και την εξειδίκευση των αναπτυξιακών πολιτικών.
Η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερες μικρές επιχειρήσεις σε δρόμο μεγέθυνσης παρά περισσότερες κλειστές ή στάσιμες.