Το Ιράν εκτέλεσε τον Μοτζταμπά Κιάν, κατηγορώντας τον ότι παρείχε πληροφορίες σε ΗΠΑ και Ισραήλ στη διάρκεια του πολέμου. Η υπόθεση έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά, σκοτεινή καταγραφή εκτελέσεων που οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων περιγράφουν ως προϊόντα εξαναγκασμένων ομολογιών, άδικων δικών και «στημένων» κατηγοριών με στόχο την τρομοκράτηση της κοινωνίας.
Το Ιράν προχώρησε στην εκτέλεση του Μοτζταμπά Κιάν, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι παρέδωσε πληροφορίες για μονάδες της αμυντικής βιομηχανίας σε «εχθρούς» της χώρας, σύμφωνα με τον ιστότοπο της ιρανικής δικαιοσύνης Mizan. Η εκτέλεση παρουσιάζεται από τις αρχές ως υπόθεση κατασκοπείας που συνδέεται άμεσα με τον πόλεμο που ξέσπασε στα τέλη Φεβρουαρίου μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Όμως πίσω από τη γλώσσα της «εθνικής ασφάλειας» υπάρχει ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται. Στο Ιράν, οι κατηγορίες περί «κατασκοπείας», «διαφθοράς επί της γης» ή «εχθρότητας κατά του Θεού» έχουν χρησιμοποιηθεί συστηματικά σε περιόδους κοινωνικής έκρηξης, ιδίως μετά τον ξεσηκωμό «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» που ακολούθησε τον θάνατο της Μαχσά Αμινί το 2022.
Η Διεθνής Αμνηστία είχε χαρακτηρίσει την εκτέλεση του Μοχσέν Σεκαρί, τον Δεκέμβριο του 2022, αποτέλεσμα μιας δίκης που «δεν έμοιαζε με ουσιαστική δίκη». Ο Σεκαρί εκτελέστηκε λιγότερο από τρεις εβδομάδες αφότου καταδικάστηκε για «εχθρότητα κατά του Θεού», κατηγορία που οργανώσεις δικαιωμάτων θεωρούν ασαφή, υπερβολικά γενική και πολιτικά εργαλειοποιημένη.
Ακολούθησαν ο Ματζιντρεζά Ραχναβάρντ, ο Μοχαμάντ Μεχντί Καραμί, ο Σεγέντ Μοχαμάντ Χοσεϊνί και άλλοι διαδηλωτές. Η Iran Human Rights έχει καταγράψει ότι σε υποθέσεις θανατικών ποινών κατά διαδηλωτών υπήρξαν βασανιστήρια, εξαναγκασμένες ομολογίες, αποκλεισμός από δικηγόρους και δίκες-παρωδία, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι κατηγορούμενοι φέρονται να υποχρεώθηκαν ακόμη και να αναπαραστήσουν μπροστά στην κάμερα την εκδοχή των αρχών.
Η ίδια οργάνωση έχει καταγράψει και παλαιότερες υποθέσεις, όπως του Μοσταφά Σαλεχί και του παλαιστή Ναβίντ Αφκαρί, οι οποίοι συνδέθηκαν με τις διαδηλώσεις του 2016-2019 και εκτελέστηκαν ύστερα από κατηγορίες που οργανώσεις χαρακτήρισαν κατασκευασμένες ή βαθιά προβληματικές.
Το 2025, σύμφωνα με κοινή έκθεση της Iran Human Rights και της ECPM, το Ιράν εκτέλεσε τουλάχιστον 1.639 ανθρώπους, αριθμός ρεκόρ από το 1989. Μόνο 113 από αυτές τις εκτελέσεις ανακοινώθηκαν επίσημα, ενώ η έκθεση περιγράφει τη θανατική ποινή ως κεντρικό εργαλείο πολιτικής καταστολής.
Η Human Rights Watch σημειώνει ότι οι ιρανικές αρχές συνέχισαν να καταδικάζουν ανθρώπους έπειτα από κατάφωρα άδικες δίκες, με ομολογίες που αποσπάστηκαν με βασανιστήρια και χωρίς ουσιαστική πρόσβαση σε δικηγόρους.
Η νέα εκτέλεση, λοιπόν, δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι κρίκος σε μια αλυσίδα όπου η κρεμάλα λειτουργεί όχι μόνο ως ποινή, αλλά ως πολιτικό μήνυμα: προς τους αντιφρονούντες, τους διαδηλωτές, τις μειονότητες και κάθε πολίτη που μπορεί να αμφισβητήσει την εξουσία.
Στο Ιράν, η κατηγορία συχνά προηγείται της απόδειξης. Και η εκτέλεση, όπως δείχνει η φρικιαστική καταγραφή των τελευταίων ετών, έρχεται πολλές φορές πριν από τη δικαιοσύνη.