Σε ένα διπλωματικό αδιέξοδο που μοιάζει να βαθαίνει, οι ειρηνευτικές προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία παραμένουν ουσιαστικά παγωμένες, ενώ ο Αμερικανός ειδικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δυσαρέσκειας τόσο στο Κίεβο όσο και στη Μόσχα.
Ο Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Αμερικανού προέδρου και ένας από τους βασικούς συνομιλητές της Ουάσινγκτον στις διαπραγματεύσεις, επισκέφθηκαν στις αρχές Σεπτεμβρίου τη Ρωσία και την Ουκρανία, επιχειρώντας να επανεκκινήσουν μια διαδικασία που είχε ουσιαστικά βαλτώσει για μήνες. Ωστόσο, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται ο Kyiv Independent, οι επαφές δεν απέφεραν την πολυπόθητη πρόοδο.
Στο παρασκήνιο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, έχουν ήδη ξεκινήσει προσπάθειες περιορισμού του ρόλου του Γουίτκοφ, ενώ παράλληλα αμφισβητείται η στενή σχέση του με τον Ρώσο διαπραγματευτή Κίριλ Ντμίτριεφ. Το παράδοξο είναι ότι ο άνθρωπος που προκαλεί πλέον εκνευρισμό και στις δύο πλευρές εξακολουθεί να έχει την εμπιστοσύνη του Τραμπ.
Στο Κίεβο, η βασική κριτική αφορά την περιορισμένη πίεση που ασκεί η Ουάσινγκτον προς τη Μόσχα. Ουκρανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι από την αμερικανική πλευρά δεν έχουν παρουσιαστεί αρκετές νέες προτάσεις, ενώ θεωρούν ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να αυξήσει ουσιαστικά την πίεση προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Την ίδια στιγμή, όμως, και στη Μόσχα φαίνεται να έχει ενισχυθεί η δυσπιστία απέναντι στον Γουίτκοφ. Ρώσοι αξιωματούχοι, σύμφωνα με ουκρανικές πηγές που γνωρίζουν τη διαδικασία, φέρονται να θεωρούν ότι ο Αμερικανός απεσταλμένος έχει συμβάλει σε αρκετές διπλωματικές αποτυχίες, καθώς και ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν μετέφερε με ακρίβεια στην Ουάσινγκτον τις θέσεις της ρωσικής πλευράς.
Ιδιαίτερα προβληματική θεωρείται η υπόθεση της συνόδου κορυφής Τραμπ και Πούτιν στην Αλάσκα. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο Γουίτκοφ φέρεται να είχε μεταφέρει στον Τραμπ ότι ο Ρώσος πρόεδρος ήταν έτοιμος να συζητήσει εδαφικές παραχωρήσεις. Ωστόσο, Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι η πραγματική θέση του Πούτιν ήταν διαφορετική και ότι ο Γουίτκοφ είχε παρερμηνεύσει όσα είχαν συζητηθεί.
Στο επίκεντρο βρίσκεται και η περίφημη αναφορά του Γουίτκοφ στα «πέντε εδάφη». Μετά τη συνάντησή του με τον Πούτιν την άνοιξη του 2025, ο Αμερικανός απεσταλμένος είχε μιλήσει για μια πιθανή συμφωνία που αφορούσε πέντε περιοχές, αναφερόμενος στα κατεχόμενα από τη Ρωσία τμήματα του Ντονέτσκ, του Λουγκάνσκ, της Ζαπορίζια, της Χερσώνας και την Κριμαία.
Σύμφωνα με τις πηγές που επικαλείται ο Kyiv Independent, ο Πούτιν είχε χρησιμοποιήσει σε μια συζήτηση την ένδειξη «3+2», την οποία ο Γουίτκοφ φέρεται να πήρε μαζί του στην Ουάσινγκτον. Η ερμηνεία της συγκεκριμένης αναφοράς αποτέλεσε στη συνέχεια αντικείμενο έντονης διαφωνίας.
Ακόμη μεγαλύτερη κριτική προκάλεσε ο τρόπος με τον οποίο φέρεται να χειρίστηκε ο Γουίτκοφ τις επαφές του με τον Ρώσο πρόεδρο. Ο Αμερικανός απεσταλμένος έχει συναντηθεί τουλάχιστον επτά φορές με τον Πούτιν και έχει περιγράψει δημοσίως αρκετές από αυτές τις συναντήσεις με ιδιαίτερα θερμά λόγια. Μετά την τελευταία τους επαφή, στις 5 Σεπτεμβρίου, φέρεται μάλιστα να είπε στον Ρώσο πρόεδρο ότι μετά τη συνταξιοδότησή του θα θυμάται τις συναντήσεις τους στο Κρεμλίνο ως μερικές από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής του.
Για ορισμένους Ουκρανούς αξιωματούχους, τέτοιες δηλώσεις ενισχύουν την εντύπωση ότι ο Γουίτκοφ διατηρεί μια υπερβολικά φιλική προσέγγιση απέναντι στον Ρώσο πρόεδρο. Στο Κίεβο έχουν εκφραστεί επίσης αμφιβολίες για τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχει στις ίδιες τις διαπραγματεύσεις, με μία πηγή να τον κατηγορεί ότι αποχωρούσε κατά διαστήματα από τις συναντήσεις χωρίς να ενημερώνει τους υπόλοιπους συμμετέχοντες.
Η αμερικανική πλευρά, πάντως, απορρίπτει τις συγκεκριμένες πληροφορίες. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι χαρακτήρισε τα δημοσιεύματα «ψευδείς ειδήσεις και ανοησίες», υποστηρίζοντας ότι ο Γουίτκοφ εργάζεται εντατικά για την επίτευξη ειρηνευτικής συμφωνίας και επικοινωνεί σχεδόν καθημερινά με εκπροσώπους τόσο της Ρωσίας όσο και της Ουκρανίας.
Στο άλλο άκρο της αμερικανορωσικής διαπραγματευτικής γραμμής βρίσκεται ο Κίριλ Ντμίτριεφ. Ο επικεφαλής του ρωσικού κρατικού επενδυτικού ταμείου και ειδικός απεσταλμένος του Πούτιν έχει εξελιχθεί σε βασικό συνομιλητή της Ουάσινγκτον, αλλά η θέση του στο Κρεμλίνο δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Η στενή συνεργασία του με τον Γουίτκοφ φαίνεται να αποτελεί πλέον μέρος του προβλήματος. Πηγές που γνωρίζουν τις διαπραγματεύσεις υποστηρίζουν ότι οι δύο άνδρες είχαν εργαστεί στενά πάνω σε προτάσεις για τον τερματισμό του πολέμου, χωρίς όμως να καταφέρουν να μετατρέψουν τις επαφές τους σε συγκεκριμένη συμφωνία.
Παράλληλα, η παρουσία του Ντμίτριεφ στις διαπραγματεύσεις φέρεται να προκαλεί αντιδράσεις στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών. Η άτυπη διπλωματική του δραστηριότητα βρίσκεται σε μια παράλληλη τροχιά με εκείνη του υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, ο οποίος εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό πρόσωπο της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, έχουν αυξηθεί οι πληροφορίες ότι ο Τραμπ εξετάζει αλλαγές στην αμερικανική διαπραγματευτική ομάδα. Το ενδιαφέρον στράφηκε ιδιαίτερα στον διευθυντή της CIA Τζον Ράτκλιφ, ο οποίος ταξίδεψε στη Μόσχα στα τέλη Αυγούστου και συναντήθηκε με υψηλόβαθμους Ρώσους αξιωματούχους ασφαλείας.
Οι Financial Times μετέδωσαν, επικαλούμενοι ανώνυμες πηγές, ότι ο Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο να αναθέσει στον Ράτκλιφ ευρύτερο διπλωματικό ρόλο στις συνομιλίες. Ο Λευκός Οίκος διέψευσε την πληροφορία, ενώ πηγές που γνωρίζουν τη ρωσική πλευρά υποστηρίζουν ότι η Μόσχα δεν θα έβλεπε θετικά μια τέτοια αλλαγή.
Έτσι, προς το παρόν, ο Γουίτκοφ παραμένει στη θέση του. Ο Τραμπ δεν φαίνεται διατεθειμένος να απομακρύνει έναν άνθρωπο με τον οποίο διατηρεί μακρά προσωπική σχέση, ενώ ταυτόχρονα αναζητά έναν διαφορετικό τρόπο για να δώσει νέα ώθηση στη διαδικασία.
Σε αυτή την προσπάθεια, η οικονομία φαίνεται να αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται οι New York Times, η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσει επιχειρηματικές συμφωνίες ως κίνητρο για τη Ρωσία, ακόμη και πριν από την επίτευξη οριστικής ειρηνευτικής συμφωνίας.
Οι προτάσεις που έχουν πέσει στο τραπέζι περιλαμβάνουν πιθανές συνεργασίες σε σπάνιες γαίες και αλουμίνιο, κοινά έργα στην Αρκτική, αλλά και συμμετοχή αμερικανικών εταιρειών στην πώληση ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη.
Μια τέτοια προσέγγιση θα αποτελούσε σημαντική μετατόπιση από την προηγούμενη θέση του Τραμπ. Πριν από τη σύνοδο με τον Πούτιν στην Αλάσκα, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι οι επιχειρηματικές συμφωνίες με τη Ρωσία δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν μέχρι να διευθετηθεί ο πόλεμος.
Τώρα, όμως, η Ουάσινγκτον εξετάζει αν ακριβώς αυτές οι οικονομικές προοπτικές μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο πίεσης και κινήτρων. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν μια τέτοια αλλαγή στρατηγικής μπορεί να ξεμπλοκάρει τις διαπραγματεύσεις ή αν θα προσθέσει ακόμη ένα επίπεδο στις ήδη περίπλοκες σχέσεις μεταξύ Ουάσινγκτον, Μόσχας και Κιέβου.