Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, περιέγραψε πώς ανασύρθηκε από τα συντρίμμια ενός συγκροτήματος της ηγεσίας της χώρας μετά την αμερικανο-ισραηλινή αεροπορική επιδρομή που στοίχισε τη ζωή στον ανώτατο ηγέτη της χώρας, Αλί Χαμενεΐ, την πρώτη ημέρα του πολέμου, και πώς έκτοτε επιβιώνει μετακινούμενος διαρκώς με αυτοκίνητο στην πρωτεύουσα, την Τεχεράνη.
Σε συνέντευξή του στον Ιρανό δημοσιογράφο Τζαβάντ Μογκουγί, ο Αραγτσί επιβεβαίωσε ότι το Ισραήλ και οι ΗΠΑ διέθεταν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία όπου βρίσκονταν ο Χαμενεΐ και άλλα στελέχη, γεγονός που τους επέτρεψε να στοχεύσουν την ανώτατη ηγεσία του Ιράν.
Ανέφερε ότι δεν έχει συναντήσει ακόμη τον νέο ηγέτη της χώρας, τον γιο του Χαμενεΐ, Μοτζτάμπα, αλλά επισήμανε ότι η ανάδειξή του στο αξίωμα έστειλε «ένα πολύ σημαντικό μήνυμα στον κόσμο, ότι δεν θα υπάρξει καμία αλλαγή στις πολιτικές και τα ιδεώδη του καθεστώτος».
Μιλώντας στον Μογκουγί πριν από την επανέναρξη των εχθροπραξιών πριν από 10 ημέρες, ο Αραγτσί δήλωσε ότι ανέκαθεν αμφέβαλλε για την πιθανότητα επιτυχίας των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ, αλλά τόνισε ότι αυτές κρίνονταν απαραίτητες —έστω και αν η πιθανότητα επιτυχίας ήταν μόλις 10%— κυρίως για να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπήρχε περιθώριο αμφιβολίας πως το Ιράν είχε επιδιώξει τη διπλωματική οδό.
«Κανείς δεν θα μπορούσε να μας καταλογίσει την ευθύνη», είπε χαρακτηριστικά.
Στη συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο την Κυριακή, ο Αραγτσι επιβεβαίωσε ότι το Ιράν είχε προτείνει στις ΗΠΑ μια συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα κατά τον τελευταίο γύρο συνομιλιών στη Γενεύη, αλλά ανέφερε ότι ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Μπαντρ Αλμπουσαϊντι τον ενημέρωσε την επόμενη κιόλας ημέρα πως το κλίμα στην Ουάσιγκτον είχε ξαφνικά γίνει πιο πολεμοχαρές.
Τα κοινά πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ ξεκίνησαν λίγο μετά τις 9 το πρωί της επόμενης ημέρας, τη στιγμή που ανώτατα στελέχη είχαν συγκεντρωθεί για συσκέψεις στο Υπουργείο Πληροφοριών, στο Στρατηγικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής και στο Συμβούλιο Άμυνας.
«Αυτό που έχει σημασία, κατά την άποψή μου, είναι το γεγονός ότι το Ισραήλ διέθετε πληροφορίες για αυτές τις συναντήσεις», δήλωσε ο Αραγκτσί, προσθέτοντας: «Αυτό ενδέχεται να υποδεικνύει ένα κενό ασφαλείας που πιθανότατα εξακολουθεί να υφίσταται. Πρέπει να διορθωθεί».
Ο Αραγτσί ενημέρωνε τον αναπληρωτή επιτελάρχη του Χαμενεΐ, τον Αλί Ασγκάρ Χιτζαζί, όταν στο κτήριο εκδηλώθηκαν εκρήξεις μέσα σε διάστημα λίγων δευτερολέπτων – καθεμία πιο κοντινή από την προηγούμενη, όπως ανέφερε. «Η τρίτη έκρηξη σημειώθηκε σχεδόν δίπλα στο κτίριό μας. Το τμήμα όπου βρισκόταν το γραφείο του Χιτζαζί χτυπήθηκε άμεσα και η αριστερή πλευρά του κτιρίου καταστράφηκε ολοσχερώς».
Η γραμματέας του Χιτζαζί σκοτώθηκε ακαριαία, αλλά ο Αραγτσί και ο Χιτζαζί γλίτωσαν από την πλήρη ισχύ της έκρηξης. «Βρισκόμασταν στην άλλη πλευρά του κτιρίου και, μετά την έκρηξη, το ταβάνι, οι τοίχοι και όλα τα υπόλοιπα κατέρρευσαν πάνω μας. Άρπαξα το χέρι του Χιτζαζί και προσπαθήσαμε να βγούμε ανάμεσα στα δοκάρια, τις σανίδες και τα κομμάτια ξύλου, ακούγοντας τις κραυγές για βοήθεια. Νερό έτρεχε από το ταβάνι. Όλα είχαν καταστραφεί. Τελικά καταφέραμε να βγούμε και είδα ότι διάφορα σημεία του συγκροτήματος είχαν αποτελέσει στόχο».
Ένας περαστικός μετέφερε εσπευσμένα τον Αραγσί στο υπουργείο Εξωτερικών, καθώς το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο είχε χτυπηθεί.
«Για τρεις ημέρες ήμασταν αποκομμένοι από τα πάντα, προσπαθώντας να μάθουμε ποιος ήταν ζωντανός και ποιος είχε πεθάνει ως μάρτυρας», είπε. «Ο εχθρός νόμιζε ότι θα μπορούσε να μας παραλύσει στοχεύοντας την ηγεσία, αλλά απέτυχε».
Ο Αραγτσί δήλωσε ότι το Ιράν ήταν προετοιμασμένο για μια τέτοια επίθεση και είχε ήδη καταρτίσει σχέδια για το κλείσιμο των στρατηγικής σημασίας Στενών του Ορμούζ, σε περίπτωση που γινόταν στόχος ο Ανώτατος Ηγέτης.
Η κωδική ονομασία για ένα τέτοιο σενάριο ήταν «Κωδικός 110» – μια αναφορά στο άρθρο του ιρανικού Συντάγματος που καθορίζει τις εξουσίες του Ανώτατου Ηγέτη.
Ο Αραγτσί ανέφερε ότι οι ΗΠΑ αποφάσισαν να επιτεθούν επειδή πίστευαν ότι η κυβέρνηση του Ιράν είχε αποδυναμωθεί στο εξωτερικό –λόγω των πληγμάτων που δέχθηκαν οι σύμμαχες δυνάμεις της («proxies») στη Συρία και τον Λίβανο– αλλά και στο εσωτερικό, εξαιτίας των οικονομικών διαδηλώσεων, η ταχύτητα και η κλίμακα των οποίων, όπως παραδέχτηκε, τον είχαν αιφνιδιάσει.
Ο Αραγτσί δήλωσε ότι οι κυβερνήσεις της περιοχής είχαν συμβουλεύσει τον Ντόναλντ Τραμπ να αποφύγει τον πόλεμο, επισημαίνοντας ότι μια επίθεση στο Ιράν δεν θα ήταν τόσο εύκολη υπόθεση όσο η αμερικανική επιχείρηση στη Βενεζουέλα για τη σύλληψη του τότε προέδρου, Νικολάς Μαδούρο. «Το Ιράν είναι διαφορετική περίπτωση. Στηρίζεται σε έναν πολιτισμό χιλιάδων ετών, σε συνδυασμό με τη σιιτική σκέψη και τις πεποιθήσεις περί μαρτυρίου. Όταν αυτά τα στοιχεία συνδυάζονται, δημιουργούν κάτι που δεν μπορεί να ηττηθεί εύκολα», τόνισε.
Είπε στον Μογκουγί ότι το Ιράν είχε προειδοποιήσει τις γειτονικές κυβερνήσεις πως οποιαδήποτε επίθεση θα απαντιόταν με αντίποινα κατά στόχων στην περιοχή. «Αν το Ισραήλ πλήξει τις πυρηνικές μας εγκαταστάσεις, εμείς θα πλήξουμε τις δικές τους. Οι πύραυλοί μας δεν φτάνουν στην Αμερική, επομένως θα χτυπήσουμε τις βάσεις τους, οι οποίες δυστυχώς βρίσκονται στις χώρες σας. Αν πλήξουν τις πετρελαϊκές μας εγκαταστάσεις, θα φροντίσουμε ώστε κανείς στην περιοχή να μην μπορεί να πουλήσει πετρέλαιο», δήλωσε.
Ανέφερε επίσης ότι οι προειδοποιήσεις προς την τουρκική κυβέρνηση ώθησαν την Άγκυρα να ματαιώσει το σχέδιο του Τραμπ για την ενθάρρυνση μιας κουρδικής εξέγερσης που θα επεκτεινόταν από το Ιράκ στο Ιράν.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, «συνομίλησε με τους Αμερικανούς και τήρησε πολύ σταθερή στάση επί του θέματος. Μια σειρά ενεργειών απέτρεψε αυτό το σχέδιο», δήλωσε ο Αραγτσί. Πρόσθεσε ότι το Ιράν εργάζεται για να οξύνει τις διαιρέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ. «Υπάρχουν ενίοτε συγκρούσεις στόχων και θέσεων που μπορούν να αξιοποιηθούν», είπε, χωρίς να δώσει λεπτομέρειες.
Ο Αραγτσί δήλωσε ότι, μετά την 12ήμερη εκστρατεία βομβαρδισμών του Ισραήλ κατά της χώρας του το 2025, το Ιράν βελτίωσε τις πυραυλικές του δυνατότητες, μειώνοντας τον χρόνο που απαιτείται για την επαναλειτουργία μιας βάσης μετά από επίθεση από 10-15 ώρες σε 35-40 λεπτά. Αναφερόμενος στο δίλημμα μεταξύ διπλωματίας και πολέμου, ο Αραγτσί είπε: «Δεν πολεμάμε, εκτός εάν το κόστος της μη διεξαγωγής πολέμου είναι υψηλότερο από το κόστος της διεξαγωγής του».