«Οι δασμοί θα υπονομεύσουν τις διατλαντικές σχέσεις και θα οδηγήσουν σε μια επικίνδυνη καθοδική πορεία», προειδοποίησαν χθες τις Ηνωμένες Πολιτείες η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, με κοινή τους ανακοίνωση, απαντώντας στην απόφαση της Ουάσιγκτον να επιβάλει δασμούς 10% συν επιπλέον 15% σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Σουηδία και Φινλανδία) οι οποίες έχουν αποστείλει στρατιωτικές δυνάμεις στη Γροιλανδία.

Την ίδια ώρα, με πρωτοβουλία της κυπριακής προεδρίας, συνεδριάζουν εκτάκτως σήμερα στις Βρυξέλλες οι μόνιμοι αντιπρόσωποι των κρατών-μελών, προκειμένου να εξετάσουν την κατάσταση και τα επόμενα βήματα της ευρωπαϊκής αντίδρασης.

Advertisement
Advertisement

Η νέα κλιμάκωση από την πλευρά της Ουάσιγκτον απειλεί παράλληλα να εκτροχιάσει το πλαίσιο συμφωνίας ΕΕ–ΗΠΑ που είχε επιτευχθεί το περασμένο καλοκαίρι. Βάσει της συμφωνίας, η οποία πρέπει να εγκριθεί α πό το Ευρωκοινοβούλιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε αποδεχθεί έναν ενιαίο δασμό 15% στους περισσότερους τομείς, ενώ οι δασμοί στα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα μειώνονταν στο μηδέν — μια συμφωνία την οποία οι Βρυξέλλες είχαν τότε παρουσιάσει ως το τίμημα για τη διατήρηση της αμερικανικής εμπλοκής στην Ουκρανία και της ευρύτερης διεθνούς σταθερότητας.

Στο κοινό τους ανακοινωθέν, η πρόεδρος της Κομισιόν και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου υπογραμμίζουν ότι η εδαφική ακεραιότητα και η κυριαρχία αποτελούν θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και είναι ουσιαστικής σημασίας τόσο για την Ευρώπη όσο και για τη διεθνή κοινότητα στο σύνολό της. Τονίζουν επίσης το κοινό διατλαντικό συμφέρον για την ειρήνη και την ασφάλεια στην Αρκτική, μεταξύ άλλων μέσω του ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας ότι η προ-συντονισμένη δανική άσκηση με τους συμμάχους ανταποκρίνεται στην ανάγκη ενίσχυσης της ασφάλειας στην περιοχή και δεν συνιστά απειλή για κανέναν.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εκφράζει την πλήρη αλληλεγγύη της προς τη Δανία και τον λαό της Γροιλανδίας, σημειώνοντας ότι ο διάλογος παραμένει ουσιαστικής σημασίας και ότι είναι αποφασισμένη να αξιοποιήσει τη διαδικασία που ξεκίνησε ήδη την περασμένη εβδομάδα μεταξύ του Βασιλείου της Δανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. «Η Ευρώπη θα παραμείνει ενωμένη, συντονισμένη και προσηλωμένη στην υπεράσπιση της κυριαρχίας της», καταλήγει η ανακοίνωση.

Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ο επικεφαλής της μεγαλύτερης πολιτικής ομάδας, Μάνφρεντ Βέμπερ, δήλωσε ότι η έγκριση της συμφωνίας ΕΕ–ΗΠΑ «δεν είναι δυνατή σε αυτό το στάδιο», υπό το βάρος των απειλών του Ντόναλντ Τραμπ. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρόεδρος της επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Κοινοβουλίου, Μπερντ Λάνγκε, δήλωσε στο Euractiv ότι η εφαρμογή της συμφωνίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να ανασταλεί, προαναγγέλλοντας ότι θα ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την ενεργοποίηση του Μηχανισμού Αντι-Εξαναγκασμού (Anti-Coercion Instrument – ACI), του λεγόμενου «εμπορικού μπαζούκα» της ΕΕ.

Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι δασμοί 10% σε όλα τα αγαθά από τις οκτώ ευρωπαϊκές χώρες θα τεθούν σε ισχύ από την 1η Φεβρουαρίου και θα αυξηθούν στο 25% από την 1η Ιουνίου. «Αυτός ο δασμός θα είναι απαιτητός και πληρωτέος μέχρις ότου επιτευχθεί συμφωνία για την πλήρη και ολοκληρωτική αγορά της Γροιλανδίας», έγραψε στο Truth Social, συνδέοντας ευθέως το εμπορικό μέτρο με τις γεωπολιτικές του αξιώσεις στην Αρκτική.

Παρότι παραμένει ασαφές πώς ακριβώς θα συνδυαστούν οι νέοι δασμοί με το υφιστάμενο καθεστώς, στις Βρυξέλλες εκφράζεται πλέον ανοιχτά ο φόβος ότι το διακύβευμα υπερβαίνει κατά πολύ το εμπόριο. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι η κλιμάκωση κινδυνεύει να οδηγήσει σε ένα βαθύτερο ρήγμα στις διατλαντικές σχέσεις, σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών πιέσεων και αμφισβήτησης της δυτικής συνοχής. Για πολλούς στις Βρυξέλλες, η κρίση αυτή αποτελεί ταυτόχρονα μια σαφή ένδειξη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, εάν θέλει να διατηρήσει τον διεθνή της ρόλο και να παραμείνει ενωμένη, οφείλει να επιταχύνει τις διαδικασίες εμβάθυνσης και ολοκλήρωσής της, καθώς και την ενίσχυση της στρατηγικής της αυτονομίας, τόσο σε οικονομικό όσο και σε αμυντικό επίπεδο.

Το ευρύτερο αυτό πλαίσιο είχε άλλωστε σκιαγραφηθεί και από την ίδια την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, λίγες ημέρες νωρίτερα από την Κύπρο, όπου είχε κάνει λόγο για την ανάγκη διαμόρφωσης μιας νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής ασφάλειας. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, είχε υιοθετήσει μια προσεκτική και για ορισμένους αμφιλεγόμενη στάση ως προς τη Γροιλανδία, υπογραμμίζοντας ότι η προστασία της εμπίπτει στην ευθύνη του ΝΑΤΟ και ότι οι συζητήσεις για την ασφάλειά της θα συνεχιστούν και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διττή αυτή τοποθέτηση αποτυπώνει, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, το ευρύτερο δίλημμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανάμεσα στη φιλοδοξία για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και την παραδοσιακή εξάρτησή της από το διατλαντικό πλαίσιο ασφάλειας, ένα πλαίσιο που, όπως σημειώνεται, δοκιμάζεται πλέον όχι μόνο πολιτικά αλλά και θεσμικά.

Advertisement