Υπάρχουν ταξίδια που τα θυμάσαι για το τοπίο, για το φαγητό, για τους ανθρώπους. Και υπάρχουν και ταξίδια που τα θυμάσαι για εκείνον τον τουρίστα που έκανε τα πάντα για να επιβεβαιώσει όλα τα στερεότυπα της χώρας του.
Ένα χιουμοριστικό αφιέρωμα του Moss and Fog επιχειρεί να καταγράψει τις πιο «ντροπιαστικές» ή μάλλον πιο χαρακτηριστικές συνήθειες των τουριστών από διάφορες χώρες. Προφανώς όλα αυτά δεν είναι επιστημονική μελέτη ούτε πρέπει να τα παίρνουμε κατά γράμμα. Είναι όμως εκείνες οι μικρές υπερβολές που κρύβουν μέσα τους μια δόση αλήθειας.
Οι Γερμανοί οργανώνουν τα πάντα με στρατιωτική ακρίβεια. Φτάνουν νωρίς, έχουν διαβάσει τον οδηγό πριν ακόμη μπουν στο μουσείο και φυσικά έχουν προλάβει να «πιάσουν» την ξαπλώστρα. Οι Βρετανοί στήνονται σε ουρές ακόμη κι όταν δεν υπάρχει λόγος να υπάρχει ουρά. Οι Αμερικανοί μιλούν δυνατά, αφήνουν γενναιόδωρα φιλοδωρήματα και απορούν όταν ο υπόλοιπος κόσμος δεν λειτουργεί με τους ίδιους κανόνες.
Για τους Έλληνες, το στερεότυπο είναι απολαυστικό: όπου κι αν βρεθούμε, πάντα κάπου υπάρχει ένας ξάδελφος, ένας κουμπάρος, ένας φίλος που έχει «το καλύτερο μαγαζί». Ακόμη κι αν μιλάμε με ιδιοκτήτη άλλου εστιατορίου, εμείς θα βρούμε τρόπο να του προτείνουμε την ταβέρνα του δικού μας ανθρώπου.
Ιδιαίτερη θέση στη λίστα έχουν οι Ιάπωνες τουρίστες. Εκείνοι, σύμφωνα με το αφιέρωμα, σχηματίζουν τόσο άψογες ουρές ώστε οι υπόλοιποι τουρίστες μπαίνουν πίσω τους χωρίς καν να ξέρουν γιατί περιμένουν. Είναι η πειθαρχία, η ευγένεια, ο σεβασμός στη σειρά και στον δημόσιο χώρο, που για πολλούς λαούς μοιάζει σχεδόν εξωπραγματικός.
Και μετά έρχονται οι Νοτιοκορεάτες. Για αυτούς, το φαγητό δεν τρώγεται πριν φωτογραφηθεί. Το πιάτο πρέπει να στηθεί, να φωτιστεί, να απαθανατιστεί σχεδόν επαγγελματικά και ύστερα να ανέβει στα κοινωνικά δίκτυα. Μόνο τότε μπορεί να αρχίσει το γεύμα. Στην εποχή του Instagram και του TikTok, ίσως οι Κορεάτες απλώς πρόλαβαν να κάνουν τέχνη αυτό που όλοι οι υπόλοιποι κάνουμε πια μηχανικά.
Το ωραίο με τέτοιες λίστες είναι ότι γελάς πρώτα με τους άλλους και μετά, θέλοντας και μη, αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Γιατί ο τουρίστας, όπου κι αν πάει, κουβαλά μαζί του τη χώρα του: τη φωνή του, τις συνήθειές του, τις ανασφάλειές του, την ευγένεια ή την αγένειά του.
Και τελικά αυτό είναι το πιο αστείο και το πιο ανθρώπινο στο ταξίδι. Νομίζουμε ότι πάμε να γνωρίσουμε έναν ξένο τόπο. Στην πραγματικότητα, πολλές φορές αποκαλύπτουμε πρώτα ποιοι είμαστε εμείς.