Προσοχή σκληρές εικόνες
Μια καφέ αρκούδα τρέχει ορμητικά μέσα στην ταϊγκά της Σιβηρίας, προτού δύο κυνηγοί πλησιάσουν το θήραμά τους. Ακούγονται τρεις πυροβολισμοί και η αρκούδα πέφτει νεκρή μέσα στα ψηλά χόρτα. Κρατώντας το τουφέκι του και ακουμπώντας το χέρι του στο τρίχωμα του νεκρού ζώου, ο κυνηγός Μιχαήλ Κοντάκοφ δηλώνει ότι ο ίδιος και άλλοι ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα των κατοίκων του κοντινού οικισμού Πονττέσοβο, μετά από μια θανατηφόρα επίθεση αρκούδας σε γυναίκες της περιοχής.
«Η κατάσταση με τις αρκούδες στον οικισμό είναι πολύ δύσκολη αυτή τη στιγμή», δήλωσε ο Κοντάκοφ στο Reuters. «Οι αρκούδες μπαίνουν όλο και συχνότερα απευθείας μέσα στον οικισμό. Φέτος ζήσαμε μια τραγωδία: δύο γυναίκες που είχαν πάει να μαζέψουν μανιτάρια σκοτώθηκαν από μια αρκούδα. Αποφασίσαμε να αρχίσουμε να κυνηγάμε τις αρκούδες επειδή ο αριθμός τους είναι πολύ μεγάλος».
Ανεξέλεγκτη αύξηση του πληθυσμού των αρκούδων
Το πρόβλημα αφορά ολόκληρη τη χώρα.
Η ρωσική κυβέρνηση ανακοίνωσε τον περασμένο μήνα ότι επεξεργάζεται επείγοντα μέτρα για τον έλεγχο του πληθυσμού των καφέ αρκούδων, ο οποίος έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο σε ορισμένες περιοχές, με τουλάχιστον 22 ανθρώπους να έχουν χάσει τη ζωή τους σε επιθέσεις από την άνοιξη, σύμφωνα με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης.
Ο πληθυσμός των καφέ αρκούδων έχει υπερδιπλασιαστεί τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, φτάνοντας τις 308.000 σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, εν μέρει λόγω των μικρότερων σε διάρκεια και ηπιότερων χειμώνων.
Ειδικοί που επικαλούνται ρωσικά μέσα ενημέρωσης δήλωσαν ότι οι αρκούδες αναγκάστηκαν φέτος να αναζητήσουν τροφή σε μεγαλύτερες αποστάσεις, καθώς η πρώιμη άνοιξη και η ξηρασία οδήγησε σε έλλειψη μούρων, με τα οποία συνήθως τρέφονται.
Ευθύνες αποδίδονται επίσης στους ανθρώπους, οι οποίοι αφήνουν υπολείμματα τροφής σε ανοιχτούς χώρους προσελκύοντας έτσι τις αρκούδες, ενώ παράλληλα αγνοούν τους κανόνες ασφαλείας.
Στο Κρασνογιάρσκ, τη σιβηρική περιοχή όπου κυνηγά ο Κονταντάκοφ και η οποία φιλοξενεί σχεδόν 27.000 αρκούδες, οι αρχές ανακοίνωσαν τον περασμένο μήνα την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του τοπικού υπουργείου Περιβάλλοντος.
Κατηγορούν το υπουργείο ότι απέτυχε να ελέγξει τον αριθμό των αρκούδων —μια αμέλεια που, όπως υποστηρίζουν, οδήγησε στον θάνατο επτά ανθρώπων μόνο μέσα στον Σεπτέμβριο.
Στο Πονττεσόβο, έναν οικισμό περίπου 3.500 κατοίκων στις όχθες του ποταμού Γενισέι, ένας απλός ξύλινος σταυρός υψώνεται πάνω από τον τάφο της Ζόγια Γκουμπανόβα, δίπλα σε μια έγχρωμη φωτογραφία της εκλιπούσας συνταξιούχου. Η 67χρονη Γκουμπανόβα έχασε τη ζωή της στις 31 Αυγούστου από επίθεση αρκούδας, ενώ μάζευε μανιτάρια —μια δημοφιλή ρωσική ασχολία.
Συνομιλώντας έξω από το ξύλινο σπίτι της, η Γιούλια Μάρκοβα, κάτοικος της περιοχής, δηλώνει ότι η κατάσταση έχει γίνει ανυπόφορη. «Ζούμε με τον φόβο εδώ και σχεδόν δύο μήνες· δεν μπορούμε καν να βγούμε για μια βραδινή βόλτα. Ο κόσμος φοβάται να αφήσει τα παιδιά του να βγουν έξω μόνα τους. Δεν πρόκειται για παιχνίδι, για κάποιο μαλακό, ακίνδυνο αρκουδάκι. Είναι άγριο ζώο. Και ποιος ξέρει ποιες είναι οι προθέσεις του ή σε τι διάθεση βρίσκεται όταν έρχεται εδώ. Ίσως απλώς να είναι περίεργο ή ίσως να αναζητά το επόμενο θύμα του», είπε η ίδια.
Η Μάρκοβα ανέφερε ότι οι κάτοικοι —όπως και η Γκουμπάνοβα, η οποία έπεσε θύμα επίθεσης αρκούδας— δεν είχαν αντιληφθεί πλήρως τον κίνδυνο που συνιστούν οι αρκούδες, ενώ αρχικά ένιωθαν συμπόνια γι’ αυτές, καθώς ήταν φανερό ότι φέτος δεν έβρισκαν αρκετούς καρπούς και μούρα για να τραφούν.
Ωστόσο, όπως επισήμανε, τα αισθήματα των κατοίκων σκλήρυναν αφότου οι αρκούδες άρχισαν να εισβάλλουν στον οικισμό κατά δεκάδες. «Δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ τέτοια εισβολή», δήλωσε η Μάρκοβα.
Αρκούδες εμφανίζονται σε πάρκα όπου παίζουν παιδιά
Καθώς παρακολουθούσε την κόρη της να χαλαρώνει στην τοπική παιδική χαρά, η έγκυος Βαλέρια Εφρέμοβα δήλωσε ότι η αυξημένη δραστηριότητα των αρκούδων έχει αλλάξει τη ζωή των κατοίκων. «Όταν οι αρκούδες άρχισαν να βγαίνουν από το δάσος, περιορίσαμε τις εξόδους μας όσο το δυνατόν περισσότερο, ακόμα και τις επισκέψεις στο πάρκο. Ήταν πραγματικά τρομακτικό, καθώς οι αρκούδες έφταναν μέχρι και στο πάρκο όπου έπαιζαν παιδιά. Το να βγει κανείς έξω μετά τη δύση του ηλίου ήταν εντελώς αδιανόητο. Ακόμα και τώρα, παρόλο που ο αριθμός των εμφανίσεων φαίνεται να έχει μειωθεί —τουλάχιστον με βάση τις πληροφορίες που έχουμε—, κυκλοφορούμε με το αίσθημα της διαρκούς επιφυλακής, κοιτάζοντας συνεχώς γύρω μας», είπε η ίδια.
Ο Νικολάι Ζιλίνσκι, ένας άλλος κάτοικος, ανέφερε ότι ο κόσμος περιμένει να κρυώσει ο καιρός και να πέσουν οι αρκούδες σε χειμερία νάρκη, ωστόσο σημείωσε ότι οι κάτοικοι θα εξακολουθούν να ανησυχούν ακόμα και τότε. «Δεν είμαστε σίγουροι ότι όλες οι αρκούδες θα πέσουν σε χειμερία νάρκη. Είναι πάρα πολλές και πεινούν», δήλωσε.
Πρόσθεσε ότι φοβόταν να πάει για ψάρεμα με τη βάρκα του, μήπως δεχτεί επίθεση από αρκούδα.
Ο Βλαντιμίρ Βάγκιν, επίσης κάτοικος της περιοχής, είπε ότι οι άνθρωποι φοβούνται πως μπορεί να δεχτούν επίθεση ακόμα και μέσα στους κήπους των σπιτιών τους. Έδειξε ένα σημείο κοντά σε μια βατομουριά στον κήπο του, όπου πίστευε ότι είχε βρεθεί κάποια αρκούδα. Καθώς οδηγούσε μέσα στον οικισμό μετά το σκοτάδι, παρατήρησε πόσο άδειοι ήταν οι δρόμοι. «Ο κόσμος δεν βγαίνει έξω επειδή φοβάται», είπε.