Στον βυθό του βορειοανατολικού Ατλαντικού, σε βάθη που ξεπερνούν τα 4.000 μέτρα, βρίσκονται εδώ και δεκαετίες περισσότερα από 200.000 βαρέλια με ραδιενεργά απόβλητα. Δεν πρόκειται για σενάριο περιβαλλοντικού θρίλερ, αλλά για μια πραγματικότητα που άρχισε να γράφεται από τις πρώτες δεκαετίες της πυρηνικής εποχής, όταν ευρωπαϊκές χώρες θεωρούσαν τη θάλασσα εύκολη λύση για την απομάκρυνση αποβλήτων που κανείς δεν ήθελε να κρατήσει στη στεριά.
Η «εύκολη λύση» του βυθού
Από τη δεκαετία του 1950 έως και το 1990, χιλιάδες βαρέλια με ραδιενεργά υλικά βυθίστηκαν σε διεθνή ύδατα του Ατλαντικού. Τα απόβλητα ήταν συνήθως εγκιβωτισμένα σε τσιμέντο ή άσφαλτο, μέσα σε μεταλλικά δοχεία, με την αντίληψη ότι το βάθος, η απόσταση από τις ακτές και η τεράστια μάζα του ωκεανού θα λειτουργούσαν ως «φυσική απομόνωση».
Σήμερα, αυτή η λογική μοιάζει όχι μόνο παρωχημένη, αλλά και επικίνδυνη. Γιατί ό,τι θάφτηκε στη θάλασσα δεν εξαφανίστηκε. Απλώς έμεινε εκεί, μακριά από τα μάτια των κοινωνιών και των κυβερνήσεων, περιμένοντας την ώρα που η επιστήμη θα επέστρεφε για να δει τι πραγματικά συμβαίνει.
Η Γαλλία οδηγεί την επιστημονική αποστολή
Γαλλικοί επιστημονικοί φορείς, με τη συμμετοχή του CNRS και του Ifremer, έχουν ξεκινήσει αποστολές χαρτογράφησης και ελέγχου των περιοχών όπου έχουν εντοπιστεί τα βαρέλια. Η αποστολή NODSSUM χρησιμοποιεί προηγμένα υποβρύχια ρομπότ, σόναρ υψηλής ανάλυσης και δειγματοληψίες από νερό, ίζημα και θαλάσσιους οργανισμούς.
Ο στόχος δεν είναι απλώς να μετρηθούν τα βαρέλια. Είναι να διαπιστωθεί σε ποια κατάσταση βρίσκονται, αν έχουν διαβρωθεί, αν διαρρέουν ραδιενεργά στοιχεία και πώς αλληλεπιδρούν με το θαλάσσιο οικοσύστημα. Διότι σε αυτά τα βάθη, ακόμη και μικρές αλλοιώσεις μπορούν να έχουν συνέπειες που δύσκολα γίνονται άμεσα ορατές.
Δεν είναι μόνο θέμα ραδιενέργειας, είναι θέμα ευθύνης
Οι πρώτες εκτιμήσεις των επιστημόνων δείχνουν ότι μεγάλο μέρος των αποβλήτων πιθανότατα ανήκει στις κατηγορίες χαμηλής ή μέσης ραδιενέργειας και όχι στα πιο επικίνδυνα υψηλής ραδιενέργειας πυρηνικά καύσιμα. Αυτό όμως δεν καθησυχάζει πλήρως. Τα βαρέλια είχαν σχεδιαστεί για να αντέξουν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Οι δεκαετίες πέρασαν, τα υλικά γερνούν, η διάβρωση προχωρά και κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα τι συμβαίνει σε κάθε σημείο του βυθού.
Το ζήτημα είναι και βαθιά ηθικό. Η ανθρωπότητα, στην αρχή της πυρηνικής της περιπέτειας, πέταξε στη θάλασσα ένα πρόβλημα που δεν ήξερε ή δεν ήθελε να λύσει. Και τώρα καλείται να αντιμετωπίσει την κληρονομιά εκείνης της επιλογής.
Ένας ωκεανός γεμάτος μυστικά
Η υπόθεση των ραδιενεργών βαρελιών δείχνει πόσα λίγα γνωρίζουμε ακόμη για τα μεγάλα βάθη των ωκεανών. Εκεί όπου δεν φτάνει το φως, υπάρχουν μορφές ζωής, μικροοργανισμοί, ψάρια, καρκινοειδή και οικοσυστήματα που λειτουργούν με δικούς τους αργούς ρυθμούς. Η επιστημονική έρευνα επιχειρεί τώρα να απαντήσει αν τα βαρέλια έχουν γίνει απλώς «ξένα σώματα» στον βυθό ή αν επηρεάζουν, με τρόπο αθόρυβο αλλά υπαρκτό, τη θαλάσσια ζωή.
Το μεγάλο μάθημα
Το σοκ δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν 200.000 ραδιενεργά βαρέλια στον Ατλαντικό. Το σοκ είναι ότι για δεκαετίες αυτό θεωρήθηκε αποδεκτή πρακτική. Η απαγόρευση της απόρριψης ραδιενεργών αποβλήτων στη θάλασσα ήρθε αργότερα, όταν πλέον χιλιάδες δοχεία είχαν καταλήξει στα βάθη.
Η νέα αποστολή δεν μπορεί να αλλάξει το παρελθόν. Μπορεί όμως να αποκαλύψει την πραγματική έκταση του προβλήματος και να υπενθυμίσει κάτι απλό: η φύση δεν είναι χωματερή. Και ο βυθός της θάλασσας δεν είναι το μέρος όπου οι κυβερνήσεις και οι βιομηχανίες μπορούν να εξαφανίζουν τις ευθύνες τους.