Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Η εκμάθηση ξένων γλωσσών ενισχύει τη νοητική ανάπτυξη, καθώς η πολυγλωσσία συμβάλλει στην πνευματική εγρήγορση και επιβραδύνει τη γήρανση του εγκεφάλου.
  • Ερευνητικά δεδομένα έδειξαν ότι άτομα που γνωρίζουν τέσσερις γλώσσες παρουσιάζουν εγκεφαλική εικόνα έως και δεκατρία χρόνια νεότερη σε σύγκριση με τους μονόγλωσσους.
  • Επιστήμονες χρησιμοποίησαν μαγνητοεγκεφαλογράφημα και τεχνητή νοημοσύνη για να αξιολογήσουν τη νευρολογική ηλικία εκατοντάδων συμμετεχόντων με διαφορετικά επίπεδα γλωσσικής ικανότητας.
  • Η μελέτη κατέδειξε ότι η υψηλή γλωσσική επάρκεια και η έγκαιρη εκμάθηση δεύτερης γλώσσας συνδέονται άμεσα με τη σημαντική καθυστέρηση της εγκεφαλικής γήρανσης.
  • Οι ερευνητές επεσήμαναν ότι η πολυγλωσσική εμπειρία λειτουργεί ως διαβάθμιση, αν και δεν απέκλεισαν την επίδραση άλλων παραγόντων όπως ο τρόπος ζωής.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Η εκμάθηση ξένων γλωσσών δεν συμβάλλει μόνο στην επαγγελματική καταξίωση, αλλά και στη νοητική ανάπτυξη, καθώς όσοι επενδύουν σε αυτό το χόμπι χαρακτηρίζονται από πνευματική εγρήγορση, επιβραδύνοντας κατά 13 χρόνια το γήρας του εγκεφάλου.

Η πολυγλωσσία είναι παράγοντας πνευματικής εγρήγορσης

Σύμφωνα με τα ευρήματα από μία έρευνα που παρουσιάστηκε στο Συνέδριο της Ομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Νευροεπιστημονικών Εταιρειών στη Βαρκελώνη, όσοι μιλούν δύο γλώσσες είχαν εγκεφάλους που φαίνονταν περίπου έξι χρόνια νεότεροι από εκείνους που μιλούσαν μόνο μία γλώσσα. Οι άνθρωποι που μιλούν τρεις γλώσσες είχαν εγκεφάλους που φαίνονταν περίπου επτά χρόνια νεότεροι, και για εκείνους που γνωρίζουν τέσσερις γλώσσες, οι εγκέφαλοί τους φαίνονταν περίπου 13 χρόνια νεότεροι.

Advertisement
Advertisement

Για τη μέτρηση της νευρολογικής ηλικίας, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν μαγνητοεγκεφαλογράφημα για να καταγράψουν την εγκεφαλική δραστηριότητα 728 ατόμων με ποικίλες ηλικίες και επίπεδα γλωσσικής ικανότητας.

Στη συνέχεια, χρησιμοποίησαν τεχνητή νοημοσύνη για να επεξεργαστούν τα αποτελέσματα, ώστε να υπολογίσουν ένα φυσιολογικό επίπεδο εγκεφαλικής συνδεσιμότητας για κάθε δεδομένη ηλικία. Ακολούθως, μια δεύτερη, ανεξάρτητη ομάδα 144 ατόμων υποβλήθηκε σε απεικόνιση και συγκρίθηκε, η οποία αποτελούνταν από ίσο αριθμό ατόμων που μιλούσαν μία, δύο, τρεις ή τέσσερις γλώσσες.

iStock

Η συγκεκριμένη μελέτη μέτρησε τον αντίκτυπο της ομιλίας διαφόρων γλωσσών σε μεμονωμένους εγκεφάλους και επιστήμονες στην Ισπανία, τη Χιλή, την Αργεντινή και το Δουβλίνο συνέκριναν ανθρώπους που ζουν στην περιοχή των Βάσκων –η οποία χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα πολυγλωσσίας– οι οποίοι μιλούσαν Ισπανικά, Βασκικά, Γαλλικά και Αγγλικά.

«Σε απλά λόγια, οι άνθρωποι που μιλούσαν περισσότερες γλώσσες έτειναν να έχουν εγκεφάλους που φαίνονταν νεότεροι από το αναμενόμενο για τη χρονολογική τους ηλικία», δήλωσε μία επιστήμονας από το Κέντρο Γνωσιακής, Εγκεφαλικής και Γλωσσικής Λειτουργίας των Βάσκων (BCBL) στο Σαν Σεμπαστιάν.

Και πρόσθεσε: «Το αποτέλεσμα δεν σχετιζόταν μόνο με τον αριθμό των γλωσσών που μιλούσαν. Η υψηλότερη γλωσσική επάρκεια και η πιο πρώιμη κατάκτηση μιας δεύτερης γλώσσας συνδέονταν επίσης με πιο καθυστερημένη γήρανση του εγκεφάλου. Αυτό υποδηλώνει ότι η πολυγλωσσική εμπειρία λειτουργεί ως διαβάθμιση: δεν πρόκειται απλώς για το αν είναι κανείς δίγλωσσος ή όχι, αλλά για το βάθος και τη διάρκεια της γλωσσικής εμπειρίας».

Οι ερευνητές έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο και το εκπαιδευτικό επίπεδο, αλλά προειδοποίησαν ότι δεν μπορούσαν να αποκλείσουν την πιθανή επιρροή άλλων παραγόντων που μπορεί να έχουν αντίκτυπο στον εγκέφαλο, όπως ο τρόπος ζωής και η κοινωνική δραστηριοποίηση.