Νέες παρατηρήσεις του Διαστημικού Τηλεσκοπίου James Webb δίνουν στους αστρονόμους σημαντικά στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο ένας γιγάντιος εξωπλανήτης κατάφερε να επιβιώσει από τον θάνατο του γονικού του άστρου και να βρεθεί σε εξαιρετικά κοντινή τροχιά γύρω από τα απομεινάρια του.
Η ανακάλυψη θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ενδέχεται να προσφέρει μια εικόνα για το μέλλον των αερίων γιγάντων του Ηλιακού μας Συστήματος, όπως ο Δίας και ο Κρόνος, όταν ο Ήλιος ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής του σε περίπου πέντε δισεκατομμύρια χρόνια.
🪐 International researchers using the #JWST to look at a planet orbiting a distant white dwarf say they might know what will happen to our solar system after our Sun's inevitable demisehttps://t.co/frtEMB5xiH #science #sciencenews #space #whitedwarf #astronomy #astrophysics pic.twitter.com/S0eUtqKbEr
— Australian Science Media Centre (@AusSMC) July 2, 2026
Ο εξωπλανήτης WD 1856 b, που ανακαλύφθηκε το 2020 και βρίσκεται περίπου 80 έτη φωτός από τη Γη, έχει μέγεθος αντίστοιχο του Δία, ενώ είναι επτά φορές μεγαλύτερος από τον λευκό νάνο γύρω από τον οποίο περιφέρεται, ο οποίος έχει περίπου το μέγεθος της Γης. Ο πλανήτης ολοκληρώνει μία περιφορά κάθε 34 ώρες και απέχει λιγότερο από τρία εκατομμύρια χιλιόμετρα από το άστρο του, δηλαδή περίπου 50 φορές πιο κοντά απ’ ό,τι η Γη από τον Ήλιο.
Η ιδιαιτερότητα του συστήματος προβλημάτιζε τους επιστήμονες, καθώς ένα άστρο σαν τον Ήλιο, πριν μετατραπεί σε λευκό νάνο, διογκώνεται σε ερυθρό γίγαντα με διάμετρο πάνω από 100 φορές μεγαλύτερη από την αρχική του. Θεωρητικά, ένας τόσο κοντινός πλανήτης θα έπρεπε να είχε καταστραφεί. Όπως δήλωσε στο CNN ο μεταδιδακτορικός ερευνητής του Πανεπιστημίου Northwestern και συγγραφέας της μελέτης, δρ. Κρίστοφερ Ο’Κόνορ, πρόκειται για «ένα από τα πιο παράξενα πλανητικά συστήματα που γνωρίζουμε».
Για να εξηγήσουν αυτό το φαινόμενο, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το James Webb, μετρώντας τη μάζα, τη θερμοκρασία και την ατμόσφαιρα του πλανήτη. Η παρατήρηση αποδείχθηκε εξαιρετικά απαιτητική, καθώς οι λευκοί νάνοι είναι πολύ αμυδροί και η διέλευση του WD 1856 b μπροστά από το άστρο του διαρκεί μόλις οκτώ λεπτά. Όπως εξήγησε η συγγραφέας της μελέτης Βικτόρια Μπεμ από το Πανεπιστήμιο Cornell, μόνο το Webb διαθέτει την απαραίτητη ευαισθησία για να συλλέξει μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα αρκετό φως, ώστε να αναλυθεί το φάσμα της ατμόσφαιρας του πλανήτη.
James Webb Space Telescope observations of a planet orbiting a white dwarf reveal details of the planet’s atmosphere, which may offer insights into the fate of our own Solar System when the Sun dies. The findings are published in Nature. https://t.co/OaOqNQchVu pic.twitter.com/xdmwKTi7CJ
— Nature Portfolio (@NaturePortfolio) July 2, 2026
Οι μετρήσεις έδειξαν ότι ο WD 1856 b έχει μάζα τέσσερις έως έντεκα φορές μεγαλύτερη από εκείνη του Δία και θερμοκρασία περίπου 127 βαθμών Κελσίου, δηλαδή περίπου 132 βαθμούς υψηλότερη από αυτήν που θα είχε αν θερμαινόταν αποκλειστικά από τον λευκό νάνο. Η διαφορά αυτή οδήγησε τους επιστήμονες στο συμπέρασμα ότι ο πλανήτης θερμάνθηκε κατά τη διάρκεια μιας βίαιης μετακίνησης προς το άστρο του.
Οι ερευνητές εξετάζουν δύο πιθανά σενάρια. Το πρώτο, γνωστό ως «μοντέλο κατάποσης», υποστηρίζει ότι ο πλανήτης καταβροχθίστηκε από το άστρο όταν αυτό έγινε ερυθρός γίγαντας, αλλά τελικά επέζησε. Το δεύτερο, το «μοντέλο βαρυτικής αλληλεπίδρασης», προτείνει ότι αρχικά βρισκόταν σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση και αργότερα μετακινήθηκε προς τον λευκό νάνο εξαιτίας των βαρυτικών επιδράσεων άλλων σωμάτων του συστήματος.
Τα νέα δεδομένα φαίνεται να ενισχύουν το δεύτερο σενάριο. Η ομάδα εκτιμά ότι η έντονη θέρμανση σημειώθηκε πριν από περίπου ένα δισεκατομμύριο χρόνια, αρκετά αργότερα από τον θάνατο του άστρου.
Παράλληλα, το Webb ανίχνευσε στην ατμόσφαιρα του πλανήτη ίχνη νεφών και υδρογονανθράκων, πιθανότατα μεθανίου, κάτι που παρατηρείται για πρώτη φορά σε πλανήτη που διέρχεται μπροστά από λευκό νάνο. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της μελέτης, δρ. Ράιαν ΜακΝτόναλντ, η παρουσία μεθανίου αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι ο πλανήτης δεν πέρασε από τη φάση της «κατάποσης», καθώς σε αυτή την περίπτωση η σύστασή του θα είχε αλλοιωθεί.
Ωστόσο, ανεξάρτητοι επιστήμονες εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί. Η δρ. Κάρολαϊν Μόρλεϊ από το Πανεπιστήμιο του Τέξας σημειώνει ότι οι αποκλίσεις στις εκτιμήσεις της θερμοκρασίας σε σχέση με προηγούμενες μελέτες δεν επιτρέπουν ακόμη ασφαλή συμπεράσματα για την «επαναθέρμανση» του πλανήτη, αν και θεωρεί εύλογη την ανίχνευση μεθανίου και ισχυρές τις ενδείξεις ύπαρξης νεφών ή ομίχλης.
Παρόμοια στάση κρατά και ο δρ. Ίαν Κρόσφιλντ από το Πανεπιστήμιο του Κάνσας, μέλος της ομάδας που ανακάλυψε τον WD 1856 b το 2020, επισημαίνοντας ότι απαιτείται περισσότερη έρευνα, ενώ χαρακτηρίζει ιδιαίτερα σημαντική τη συμβολή του James Webb στη μελέτη γιγάντιων εξωπλανητών γύρω από νεκρά άστρα.
Οι επιστήμονες θεωρούν ότι το σύστημα WD 1856 αποτελεί ένα πιθανό «παράθυρο» στο μακρινό μέλλον του Ηλιακού Συστήματος. Όταν ο Ήλιος εξελιχθεί σε ερυθρό γίγαντα, αναμένεται να καταπιεί τον Ερμή και την Αφροδίτη, ενώ η τύχη της Γης παραμένει αβέβαιη. Αντίθετα, οι γιγάντιοι πλανήτες είναι πιθανό να επιβιώσουν και να συνεχίσουν να περιφέρονται γύρω από τον λευκό νάνο που θα απομείνει.
Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, ο θάνατος ενός άστρου δεν σημαίνει απαραίτητα και το τέλος του πλανητικού του συστήματος, καθώς κάποιοι πλανήτες μπορεί να συνεχίσουν να εξελίσσονται για τρισεκατομμύρια χρόνια μετά την εξαφάνιση του άστρου που τους δημιούργησε
Με πληροφορίες από CNN.com