Δάκρυσε και ο ουρανός σήμερα στη Λέσβο. Λες και η ίδια η φύση ήθελε να συνοδεύσει τον παπα-Στρατή Δήσσο στην αγκαλιά του Κυρίου. Τον παπα-Στρατή του Ταξιάρχη. Τον ιερέα που δεν υπηρέτησε απλώς ένα προσκύνημα, αλλά έγινε ο ίδιος κομμάτι της ψυχής του Μανταμάδου, της Λέσβου και χιλιάδων ανθρώπων που πέρασαν από εκεί για να ανάψουν ένα κερί, να ζητήσουν δύναμη, να αφήσουν ένα τάμα, να ακουμπήσουν τον πόνο τους.
Το λαϊκό προσκύνημα που προηγήθηκε δεν ήταν τυπικό. Ήταν πράγματι λαϊκό. Ήταν ο απλός κόσμος που πήγαν στον Ταξιάρχη για να πει το τελευταίο «ευχαριστώ». Άνθρωποι κάθε ηλικίας, πιστοί, φίλοι, προσκυνητές, συμπατριώτες του, άνθρωποι που τον γνώρισαν από κοντά ή που απλώς είχαν ακούσει το όνομά του συνδεδεμένο με το μεγάλο θαύμα της πίστης στον Μανταμάδο.
Το μεσημέρι τελέστηκε η εξόδιος ακολουθία μέσα σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης. Ακολούθησε η ταφή του. Και μαζί της έκλεισε επί γης ένας μεγάλος κύκλος διακονίας, προσφοράς, πίστης και αγάπης. Όμως δεν έκλεισε η παρουσία του. Γιατί ο παπα-Στρατής δεν θα φύγει ποτέ πραγματικά από τον Ταξιάρχη. Θα είναι εκεί, στο βλέμμα των πιστών, στο φως των κεριών, στις σιωπηλές προσευχές, στις μνήμες εκείνων που τον έζησαν.
(Οι φωτό που δημοσιεύω είναι από τα ΝΕΑ της ΛΕΣΒΟΥ)
Ο θάνατός του συγκλόνισε τη Λέσβο. Βρέθηκε στη θάλασσα, στη θαλάσσια περιοχή της Πεδής, και η είδηση έπεσε σαν κεραυνός. Αγαπούσε τη θάλασσα. Και η θάλασσα, με έναν τρόπο σκληρό αλλά και μυστήριο, τον παρέδωσε πίσω στον Ταξιάρχη. Εκεί όπου ανήκε η καρδιά του.
Το βιογραφικό του, όσο πλούσιο κι αν είναι σε ημερομηνίες και διακονία, μοιάζει φτωχό μπροστά σε αυτό που πραγματικά υπήρξε. Ένας ιερέας ταπεινός, επίμονος, εργατικός, άνθρωπος της Εκκλησίας αλλά και της κοινωνίας. Ένας παπάς που δεν κλείστηκε πίσω από τα άμφια, αλλά έζησε μέσα στον κόσμο, κοντά στον άνθρωπο, στον πόνο, στην ανάγκη, στην πίστη.
Για μένα, όμως, σήμερα ο αποχαιρετισμός είναι και προσωπικός.
Παπα-Στρατή μου, εσύ που με έλεγες «Νικόλαο», έτσι σε αποχαιρετώ κι εγώ. Όχι σαν είδηση. Όχι σαν ρεπορτάζ. Σαν έναν άνθρωπο που είχε την ευλογία να σε γνωρίσει, να σε ακούσει, να σε αισθανθεί. Το «Νικόλαο» που έβγαινε από το στόμα σου δεν ήταν απλώς ένα όνομα. Ήταν ο τρόπος σου να αγκαλιάζεις τον άλλο με οικειότητα, με γλυκύτητα, με εκείνη τη δύναμη που έχουν μόνο οι αληθινοί άνθρωποι του Θεού.
Σήμερα η Λέσβος σε αποχαιρετά. Ο Μανταμάδος πενθεί. Ο Ταξιάρχης σε υποδέχεται. Και εμείς μένουμε πίσω με την ευγνωμοσύνη για όσα έκανες, για όσα άφησες, για όσα δίδαξες χωρίς μεγάλα λόγια.
Καλό Παράδεισο, παπα-Στρατή.
Και όταν θα περνάμε πάλι την πόρτα του Ταξιάρχη, θα ξέρουμε ότι κάπου εκεί, διακριτικά, θα μας περιμένεις. Με εκείνο το βλέμμα, εκείνη τη φωνή, εκείνη την πίστη που δεν έσβησε. Απλώς πέρασε στην αιωνιότητα.
Α, και κάτι που θέλω να σε παρακαλέσω. Εκεί που είσαι, κάτω από τις φτερούγες των ταξιαρχών, μη ξεχνάς να μου παραγγέλνεις λουκουμάδες… Να μην ξεχάσουμε τις ανθρώπινες συνήθειες μας. Και να ξέρεις ότι την μικρή ασημένια εικονίτσα που μου χάρισες όταν πρωτογνωριστήκαμε, την έχω από τότε κρεμασμένη στο λαιμό μου. Όπως καταλαβαίνεις θα εξακολουθείς να είσαι συνέχεια μαζί μου…