ΤΟ BLOG
24/02/2019 13:02 EET | Updated 24/02/2019 13:02 EET

Αναμνήσεις: Οι δύο Έλληνες της Αλάσκας

Μοναδικές αφηγήσεις από τον Ροβήρο Μανθούλη.

Ροβήρος Μανθούλης
Καθημερινή σκηνή Western στην Μοντάνα, στον δρόμο για τον Καναδά - Αλάσκα

Όταν έφτασα στην Αλάσκα οι δύο Έλληνες έγιναν τρεις! Και ιδού πώς. Για να ονειροπολήσουμε και λίγο, εγκλωβισμένοι μέσα στο σωσίβιο στο οποίο ζούμε, ώσπου να βγούμε σε καμιά πλαζ. Με μια ιστορία σαν μυθιστόρημα. Να την γράψω πριν την ξεχάσω. Καλοκαίρι, 1952. Διακοπές. Ο Κνουτ Χάουγκε, ο Νορβηγός συμφοιτητής μου μας λέει ”παιδιά, ένας γνωστός μου που μένει στην Αλάσκα μου ζητάει να του πάω εκεί μια Κάντιλακ. Και λέω αν θέλετε να έρθετε να πάμε παρέα. Θα διασχίσουμε δέκα Πολιτείες και τον Καναδά. Με το πιο αναπαυτικό αυτοκίνητο του κόσμου. Στην Αλάσκα θα βρούμε αμέσως δουλειά. Εκεί οι μισθοί είναι διπλάσιοι από δω. Τι λέτε;” 

Είπαμε ναι και οι υπόλοιποι τρεις της παρέας. Πού αλλού θα βρεις τζάμπα ένα ταξίδι 10.000 χιλιομέτρων. Τα μισά χιλιόμετρα στους αμερικανικούς αυτοκινητόδρομους και τα άλλα μισά στον ”ΑLCAN″ (τον Αλασκο - Καναδέζικο αυτοκινητόδρομο των 90 ημερών) που ήταν πρόσφατος και γεμάτος λάσπη. Πρόσφατος γιατί είχε διανοιχτεί βιαστικά στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, από τον φόβο Ιαπωνικής εισβολής στην Αλάσκα. 

Πήρα μαζί μου την Βίβλο και μια αλλαξιά ρούχα. Στη διαδρομή Νέα Υόρκη - Μοντάνα είχα εντυπωσιαστεί από δύο πράγματα. Το πρώτο ήταν ο αριθμός εστιατορίων ελληνικής ιδιοκτησίας και ελληνικού προσωπικού. Σχεδόν όλα ήταν ελληνικά, από την μια μεριά της Αμερικής ως την άλλη. Ελληνικές ήταν οι προφορές, ελληνικές οι φάτσες, ελληνική και η φιλοξενία. Ποτέ δεν με άφησαν να πληρώσω από τη στιγμή που άρχισα να τους μιλάω ελληνικά! Συμπατριώτες που ζούσαν σε μια πλήρη ελληνική ερημιά.

Μια άλλη συγκινητική εμπειρία ήταν στο μεγάλο Εθνικό Πάρκο της Μοντάνα όπου είδα τους τουρίστες να περιμένουν ώρα πολύ αμίλητοι γύρω από μια τρύπα στο έδαφος. Τους ρώτησα γιατί. Μου είπαν ότι περιμένουν theOldFaithful″. Toν αιωνόβιο πίδακα που εμφανίζεται ξανά και ξανά από αυτήν την τρύπα κάθε 53 λεπτά και 22 δεύτερα, αν θυμάμαι καλά. Εδώ και αιώνες! Αδύνατον, λέμε. Να το δούμε. Ήταν όλοι με το ρολόι στο χέρι. Ο ”πιστός πίδακας” βγήκε στην ώρα του! Δεν γίνεται, είπαμε. Και μείναμε ξανά, με το ρολόι κι εμείς στο χέρι. Σε 53 λεπτά και 22 δευτερόλεπτα, ακριβώς, ο πίδακας τινάχτηκε πάλι 5 μέτρα ψηλά. Όχι, δεν ήταν επινόηση κάποιου κηπουρού. Αλλά ένα ακόμα ανεξήγητο φαινόμενο της μητέρας Φύσης.  

Ο Ρ. Μανθούλης αγκαλιά με μια συμπαθητική (;) αρκούδα στο δάσος της Μοντάνα.

Πήραμε τον δόμο για το Καναδά. Προς συνάντηση του ”Alasca - CanadianHighway″. Στα 3.000 χιλιόμετρα του οποίου συναντήσαμε μόνο ένα εστιατόριο! Και φτάνουμε επιτέλους στα σύνορα Αλάσκας - Καναδά. Ήταν 6 το απόγευμα και βρήκαμε το ελεγκτήριο των διαβατηρίων κλειστό. Μια ταμπέλα έλεγε: ”Παρακαλούμε τους ταξιδιώτες να μην περάσουν τα σύνορα και να περιμένουν μέχρι αύριο το πρωί, ώρα 9″. Κοιμηθήκαμε στην Κάντιλακ και το πρωί εμφανιστήκαμε ενώπιον του ελεγκτού. Ήμασταν οι μόνοι. Κι′ απ′ ότι φαίνεται οι μόνοι που θα περνούσαν τα σύνορα εκείνη την ημέρα! Ο ελεγκτής κοιτάζει γεμάτος περιέργεια το ελληνικό μου διαβατήριο, κάτι ψάχνει σ′ ένα συρτάρι και μου λέει: ”Συγχαρητήρια. Είστε ο πρώτος Έλληνας που περνάει από αυτά σύνορα!”. 

Δεν αργήσαμε να φτάσουμε στην Κεντρική πόλη της Αλάσκας, το Fairbanks. Κι′ εδώ αρχίζει η Αποκάλυψη του Ιωάννου! Όλοι οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από ένα συμπαγές πλήθος μερικών εκατοντάδων ανδρών! Τι συμβαίνει; Έγινε επιτέλους καμιά απεργία; Ναι έγινε απεργία, αλλά όχι στην Αλάσκα! Εδώ και τρεις μήνες απεργούσαν οι λιμενεργάτες στις δυτικές ακτές της Αμερικής, κανένα πλοίο δεν έφερνε τα υλικά που χρειάζονταν τα αεροδρόμια και οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Έτσι ΟΛΟΙ οι εργαζόμενοι της Αλάσκας βρέθηκαν σε προσωρινή ανεργία. Ένα μπαρ, ένα μαγειρείο και ένα ξενοδοχείο υπήρχαν μόνο στην μικρή αυτή πόλη. Οι ελάχιστοι δρόμοι της έγιναν το… σαλόνι των ανέργων. Όρθιοι, ακίνητοι. Επί τρεις μήνες περιμένουν να λήξει η απεργία των λιμενεργατών της Δυτικής Αμερικής. Μάλλον θα πρέπει να επιστρέψουμε στα σπίτια μας το συντομότερο. Έτσι κι′ αλλιώς από τον Σεπτέμβριο αρχίζει το βαρύ κρύο και η κατασκότεινη εικοσιτετράωρη Νύχτα του Βορείου Πόλου! Αλλά εγώ πώς θα επιστρέψω; Οι άλλοι έχουν τα εμβάσματα από τους γονείς, εγώ τι θα γίνω με τα 7 δολάρια που μου έχουν μείνει; Στο πανδοχείο που κατέληξα με είχαν βάλει με άλλους είκοσι να κοιμηθούμε σε κρεβάτια εκστρατείας στο υπόγειο, δίπλα στις υδραυλικές εγκαταστάσεις. Στο τοπικό Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας είχε μια ουρά από 900 περίπου ανέργους. Η απάντηση ήταν μονίμως: ”επιστρέψτε από κει που ήρθατε”! Η παρέα μου αυτό έκανε. 

Και προβαίνω στο απονενοημένο διάβημα. Διαβάζω ολόκληρο τον τηλεφωνικό κατάλογο μήπως και πάνω σε κανένα ελληνικό όνομα. Και βρήκα ένα! Με κάλεσε να φάμε! Ήταν πανευτυχής. Μενιδιάτης, μετανάστης στην αρχή του αιώνα, ανεβαίνει το 1910 στην Αλάσκα όταν βρέθηκε εκεί χρυσάφι (σαν τον Τσάρλι Τσάπλιν στο ”Χρυσοθήρα”) αγόρασε μερικά σπιτάκια και, ζούσε από τα νοίκια. Το καλοκαίρι βέβαια. «Θέλεις δουλειά;», μου λέει, «μην ανησυχείς». Το μόνο που δουλεύει είναι το Χρυσωρυχείο, μου λέει. Ο μάγειρας είναι Έλληνας! Τον πήρε στο άψε-σβήσε στο τηλέφωνο και την άλλη μέρα βρέθηκα στο Χρυσωρυχείο!

Με έναν μισθό 3 φορές από όσο θα έπαιρνα στην Νέα Υόρκη. Μάλιστα στην επιστροφή πήρα με αεροπλάνο! Πετούσα για πρώτη φορά. 

Σκεπτόμενος
Ο Ρ. Μανθούλης σκάβει στην Αλάσκα

Η Αλάσκα, που είναι όσο το ένα τρίτο των ΗΠΑ, ήταν ένα κομμάτι της Ρωσίας. Το 1850 ο Τσάρος την πούλησε στους Αμερικάνους για 8 ή 10 εκατομμύρια δολάρια! Όταν πήγα ήταν ακόμα Territory, μια Κτήσις. Το τελευταίο FarWest. Το κατοικούσαν μόνο άνδρες. Όλοι νόμιμα οπλισμένοι. Εκτός από τους Εσκιμώους. 

Είχα αρχίσει να διαβάζω την Βίβλο στα ελληνικά, στα οποία και γράφτηκε άλλωστε. Ένας συνάδελφος εκεί την είχε στα γερμανικά. Και αποφασίσαμε να ανταλλάξουμε μαθήματα. Και τότε είναι που συνειδητοποίησα ότι οι ξένες μεταφράσεις αρχίζουν με ένα τραγικό λάθος. Στη φράση «Εν αρχή ην ο λόγος και ο λόγος ην ο Θεός». Οι ξένοι μεταφράζουν ”εν αρχή είναι η ομιλία″. Ενώ ”λόγος” εδώ δεν μπορεί παρά να σημαίνει Λογική θεϊκή! Αυτή ακριβώς που είχε μέσα του και ο τηλεφωνικός κατάλογος του Fairbanks, όπου ανακάλυψα τον βιβλικό Μενιδιάτη που μ′ έσωσε!

Ο Ροβήρος Μανθούλης παρέα με δύο Εσκιμώους