Αρχαία Τενέα: Εντοπίστηκε η περιοχή εγκατάστασης της πόλης των κλασικών χρόνων

Το μέγεθος και η δυναμική της πόλης συνεχίζει να εντυπωσιάζει και με τα φετινά ανασκαφικά αποτελέσματα.

Η περιοχή εγκατάστασης της πόλης των κλασικών χρόνων της αρχαίας Τενέας εντοπίστηκε για πρώτη φορά κατά τη συστηματική αρχαιολογική έρευνα 2022 στο Χιλιομόδι Κορινθίας, στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος της Αρχαίας Τενέας, όπως αναφέρει σε ανακοίνωση του το ΥΠΠΟΑ. Η έρευνα πραγματοποιείται υπό τη διεύθυνση της αρχαιολόγου Δρ. Έλενας Κόρκα, με φορέα υλοποίησης τη Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Η ανασκαφή ανέδειξε δημόσιο κτίριο, που ανασκάφηκε σε έκταση 145 τ.μ. με σημαντικά ευρήματα, μεταξύ άλλων και μεγάλη διασπορά αναθηματικών ειδωλίων που συνδέονται πιθανότατα με όμορο λατρευτικό χώρο. Ταυτόχρονα ανασκάφηκε ισχυρό αναλημματικό τείχος της πρώιμης κλασικής περιόδου στο όριο της πόλης.

Το μέγεθος και η δυναμική της ρωμαϊκής πόλης συνεχίζει να εντυπωσιάζει και με τα φετινά ανασκαφικά αποτελέσματα. Στον τομέα των ρωμαϊκών καταστημάτων της πόλης αποκαλύφθηκαν περί τα 2100 νομίσματα και σταθμία σε ένα δωμάτιο του κτιρίου, που ταυτίζεται με την έδρα τοπικού αξιωματούχου. Επιπλέον, ήρθε στο φως δεύτερο υπέργειο ταφικό μνημείο που καταδεικνύει, σε συνδυασμό με το πρώτο που εντοπίστηκε το 2016, την οικονομική ευρωστία και ακμή της ρωμαϊκής Τενέας. Τέλος, ανασκάφηκε μια υπερμεγέθης δεξαμενή περίπου 130 τ.μ., πιθανότατα η κεντρική υδροδοτική της ρωμαϊκής πόλης, που δείχνει τη δυναμική του πληθυσμού της τη συγκεκριμένη περίοδο.

Ειδικότερα, τη φετινή ανασκαφική περίοδο διερευνήθηκαν τέσσερις ανασκαφικοί τομείς εκ των οποίων ο ένας αποτελεί συνέχεια της ανασκαφής των χώρων εμπορικής δραστηριότητας, όμορων των ρωμαϊκών λουτρών, ενώ οι υπόλοιποι τρεις τομείς αποτελούν νέες θέσεις στα ανατολικά και βορειοανατολικά αυτών.

Στους χώρους εμπορικής δραστηριότητας, στην εγγύτητα των λουτρών, ολοκληρώθηκε η διερεύνηση της οικοδομικής νησίδας, που οριοθετείται στα βόρεια από την κεντρική λιθόστρωτη οδό, που οδηγεί στα λουτρά και δυτικά από μικρότερη πάροδο, που οδηγεί στα καταστήματα. Συγκεκριμένα, αποκαλύφθηκαν τρία νέα όμοια μεταξύ τους καταστήματα στον άξονα Α/Δ, παράλληλα και εφαπτόμενα στα νότια του κεντρικού δρόμου, τα οποία έφεραν υπόγειο χώρο και των οποίων η λειτουργία συνδέεται χρονολογικά με τις πρώτες κατασκευαστικές φάσεις των λουτρών.

Στη διασταύρωση, που διαμορφώνεται μεταξύ του κεντρικού λιθόστρωτου δρόμου και της παρόδου, ανασκάφηκε νέο δωμάτιο εσωτερικών διαστάσεων περίπου 3,90μ. x 4,30μ. Στον χώρο που διερευνήθηκε φέτος εντοπίστηκαν στο ίδιο στρώμα καταστροφής 2100 νομίσματα του 5ου και 6ου αι. μ.Χ. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν τα: φόλλις της Κυζίκου του 543 μ.Χ., νούμια των Θεοδοσίου, Μαρκιανού, Λέοντα Α΄, Ζήνωνα, Αναστάσιου, Ιουστίνου Α΄ και Ιουστινιανού Α΄ , καθώς επίσης και χάλκινο νόμισμα κοπής Αίγινας του 4ου αι. π.Χ. Πέραν των νομισμάτων εντοπίστηκαν ένα μολύβδινο και δύο χάλκινα σταθμία, καθώς και μία χάλκινη βελόνα.

Η ανασκαφή συμπληρώνει όλο και περισσότερο τη διάρθρωση του εμπορικού κέντρου της ρωμαϊκής Τενέας αποκαλύπτοντας την επέκταση των χώρων εμπορικής δραστηριότητας στον άξονα ΝΔ προς ΒΑ με ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, καθώς στη διερευνητική τομή, που πραγματοποιήθηκε στον ίδιο άξονα των καταστημάτων σε απόσταση 120μ.προς βορρά, αποκαλύφθηκε νέος χώρος όμοιας τυπολογίας με αυτούς στα νότια.

Ανατολικά των ανωτέρω χώρων εντοπίστηκε νέο κτίριο, του οποίου ανασκάφηκαν φέτος τέσσερις χώροι έκτασης 156τ.μ.. Πρόκειται για δωμάτια με επιμελημένες και ισχυρές τοιχοποιίες, ορισμένες εκ των οποίων φέρουν επικονίαση. Στο εσωτερικό ενός δωματίου βρέθηκε θησαυρός δεκαοχτώ ασημοχάλκινων νομισμάτων του 3ου αι. μ.Χ., κοπής Βαλεριανού, Γαλιηνού και Σαλονίνας. Επιπλέον, βρέθηκαν άλλα δεκατρία νομίσματα του 4ου και 5ου αι. μ.Χ. σιδερένια αξίνα, σιδερένιο κλειδί, σιδερένια αιχμή βέλους, σιδερένια γραφίδα και χρηστική κεραμική ρωμαϊκών χρόνων.

Βόρεια της ανωτέρω τομής σε απόσταση περίπου 310μ. αποκαλύφθηκε σε έκταση 145τ.μ. κτίριο κλασικών χρόνων, το οποίο διαφαίνεται ότι επεκτείνεται και στα δυτικά όσο και στα νότια. Στα κατώτερα στρώματα της θεμελίωσής του εντοπίζεται διασπορά κεραμικής αρχαϊκών και κλασικών χρόνων και μεταξύ αυτής σημαντικός αριθμός μικρογραφικών αγγείων, λύχνων, καθώς και ειδωλίων που απεικονίζουν θεότητες, συμποσιαστές, πτηνά, ίππους και άλλα ζώα. Επιπλέον, βρέθηκαν νομίσματα του 4ου αιώνα π.Χ., όπως δραχμή και ημίδραχμο Κορίνθου.

Κατά τη ρωμαϊκή εποχή ο χώρος μετατράπηκε σε οργανωμένο εργαστηριακό συγκρότημα. Διαθέτει εξαιρετικής ποιότητας δάπεδο τύπου opus spicatum, τρεις κλιβάνους και δύο ορθογώνιες δεξαμενές. Τα κινητά ευρήματα που εντοπίστηκαν στον χώρο είναι κυρίως σφήνες και αγνύθες, μία εκ των οποίων φέρει επιγραφή ”ΑΡΙΣΤΟ”. Τέλος, διαφαίνεται και η χρήση μέρους του χώρου ως ελαιοτριβείου σύμφωνα με το σωζόμενο τμήμα με το σχετικό αποτύπωμα (trapetum), σε συνδυασμό με την πληθώρα πυρήνων ελιάς που εντοπίστηκαν, κάποιες εκ των οποίων και εντός σιδερένιου κιβωτίου.

Ανατολικά, στο όριο της ζώνης των νεκροταφείων, αποκαλύφθηκε υπέργειο ταφικό μνημείο ρωμαϊκών χρόνων με υπόγειο ταφικό θάλαμο. Το μνημείο έχει διαστάσεις 4,5μ. x 5μ. και προσανατολισμό από Β/Ν με είσοδο στα νότια. Στο εσωτερικό του εντοπίστηκαν περιμετρικά των τοίχων τέσσερις κτιστές θήκες. Σε μεταγενέστερο χρόνο διαμορφώθηκε πέμπτος κτιστός τάφος με τη χρήση τμήματος πώρινης μονολιθικής σαρκοφάγου. Επιπλέον, στη ΝΔ γωνία του θαλάμου βρέθηκε παιδική ταφή σε λακκοειδή καλυβίτη κεραμοσκεπή τάφο. Μεταξύ των ευρημάτων από τους ανωτέρω τάφους ξεχωρίζουν περίαπτο με τρία χάλκινα ασσάρια κοπής Ρώμης, θησαυρός από τρεις χάλκινες «μάρκες», νόμισμα κοπής Κορίνθου του 1ου αι. π.Χ., χάλκινο νόμισμα κοπής Αθήνας κλασικών χρόνων, λύχνος με παράσταση του θεού Άρη, γυάλινο μυροδοχείο, τεφροδόχο αγγείο, κύπελλο και ένας λύχνος του 5ου αι. π.Χ.

Ανατολικά του νέου ταφικού μνημείου αποκαλύφθηκε σε μήκος 18μ. ισχυρό αναλημματικό τείχος, από ορθογώνιους ισομεγέθεις, πώρινους, επεξεργασμένους λίθους. Έχει κατεύθυνση Α/Δ και η κεραμική από την τάφρο θεμελίωσής του είναι πρώιμης κλασικής περιόδου. Σε σημείο του, το τείχος φαίνεται να διακόπτεται κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους προκειμένου να κατασκευαστεί υπερμεγέθης δεξαμενή διαστάσεων 15,2μ. x 8,40μ, η οποία πιθανότατα εξυπηρετούσε την υδροδότηση της ρωμαϊκής πόλης.

Δημοφιλή