ΤΟ BLOG
27/08/2019 10:56 EEST | Updated 27/08/2019 10:56 EEST

Brexit και οι βαθύτατες στρατηγικές προεκτάσεις

το Brexit δεν είναι κάποιο τέλος, αλλά η στρατηγική αφετηρία μεγάλων εξελίξεων ...

ASSOCIATED PRESS

Η συνηγορία των ΗΠΑ με το Brexit δεν κρύβεται. Γιατί όμως; Οι στρατηγικές λογικές μιας μεγάλης δύναμης όπως οι ΗΠΑ γίνονται έκδηλες και ολοφάνερες μόνο όταν ωριμάσουν οπότε η διακήρυξή τους εντάσσεται σε μια λογική επιτάχυνσης των εξελίξεων.  Αυτή η παρατήρηση ενέχει μεγάλη σημασία ιδιαίτερα όταν ένα διεθνές ζήτημα είναι τόσο λεπτό και σε πλήρη εξέλιξη όπως η έξοδος της Μεγάλης Βρετανίας (ΜΒ) από την ΕΕ. Οι ΗΠΑ συχνά και επανειλημμένα ενθάρρυναν έντονα τις Βρετανικές επιλογές Brexit ενώ η στήριξη του σημερινού Αμερικανού προέδρου για τον Τζόνσον ισοδυναμούσε με είδος έμμεσης πλην ολοφάνερης παρέμβασης στα εσωτερικά της ΜΒ. Το ίδιο ισχύει με τις δηλώσεις του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Αμερικανού προέδρου όταν πρόσφατα δήλωσε ότι ως είδος ανταμοιβής για το Brexit «οι ΗΠΑ θα κάνουν επί μέρους εμπορικές συμφωνίες με το ΗΒ μόλις έχουμε Brexit». 

Από την Ευρώπη και φτάνουν στον Περσικό κόλπο

Για συγκεκριμένους λόγους το Brexit θα πρέπει να εξετάζεται συνδυαστικά τόσο σε αναφορά με τις στρατηγικές του Λονδίνου όσο και σε αναφορά με τις στρατηγικές της Ουάσιγκτον. Συντομογραφικά λέμε ότι ο στρατηγικός σκοπός των ΗΠΑ είναι μαζί με πολλά άλλα η διαχείριση των ολοένα και πιο ώριμων στρατηγικών εξελίξεων στο Δυτικό άκρο της Περιμέτρου της Ευρασίας. Παρόμοια για το Λονδίνο. Για το ΗΒ είναι όπως φαίνεται λιγότερης σημασίας η συμμετοχή σε μια ΕΕ υπό πλήρη μετάβαση και μεγαλύτερης σημασίας τα μακροχρόνια στρατηγικά ερείσματα και μακροχρόνιες στρατηγικές σχέσεις που διασφαλίζουν τα ερείσματά του και τα συμφέροντά του, ιδιαίτερα με δεδομένες τις μεγάλες ανακατατάξεις στις «κοντινές» περιφέρειες που αρχίζουν από την Ευρώπη και φτάνουν στον Περσικό κόλπο.

Υπό ένα ευρύτερο πρίσμα η έντονη συνηγορία των ΗΠΑ έχει βαθύτατα στρατηγικά αίτια που αφορούν α) το αναδυόμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα του 21ου αιώνα το οποίο βρίσκεται σε πλήρη μετάβαση, β) τις Ευρωατλαντικές σχέσεις των οποίων μετά το 1949 αιχμή του δόρατος ήταν η Ατλαντική Συμμαχία και βοηθητικό «μέσο», μεταξύ άλλων, η Ευρωπαϊκή οικονομική κοινότητα που συσπείρωνε τους συμμάχους της Ουάσιγκτον και γ) ο έλεγχος της Γερμανίας για να αποτραπούν επιλογές κατευνασμού της ΕΣΣΔ (και Μεταψυχροπολεμικά της Ρωσίας) ή αντιπαράθεσης που θα οδηγούσε σε πυρηνικοποίησή της.

Στο σημείο αυτό, πάντως, έχει μεγάλη σημασία να τονιστεί ότι για τόσο μεγάλα ζητήματα κρατών που διαθέτουν άρτια κρατικά επιτελεία οιστρατηγικοί προσανατολισμοί αποφασίζονται με όρους μακροπρόθεσμων συμφερόντων και εξελίξεων και οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες δηλώσεις, στάσεις και αποφάσεις υπακούνε στα συμφέροντα που διασφαλίζουν ισχυρή θέση και ισχυρό ρόλο στις επερχόμενες πλανητικές, περιφερειακές και τοπικές ισορροπίες.

Μια «ειδική» σχέση με ιστορία

Το Brexit δεν μπορεί να αναλυθεί βάσιμα εάν δεν συνεκτιμηθεί πως το ΗΒ παρά το ότι έχασε τις αποικίες διατήρησε ισχύ, θέση και ρόλο πέραν των δυνάμεών του και αυτό επιτυγχανόταν και επιτυγχάνεται με την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ. Με διαφορετικά λόγια, στο υπόβαθρο των δυτικών στρατηγικών δομών και επιλογών ήταν, σε μεγάλο τουλάχιστον βαθμό, οι μετά-Αποικιακές στρατηγικές επιλογές του ΗΒ και η ειδική σχέση του Λονδίνου με την Ουάσιγκτον.

Εδώ, σε πρώτη φάση θα αναφέρουμε μερικές πτυχές της Βρετανικής στρατηγικής αφού προηγουμένως επισημανθεί ότι τα ζητήματα αυτά έχουν αναλυθεί αλλού ευρύτερα, εκτεταμένα και υπό ένα μονιμότερο πρίσμα και συμβατό με αξιώματα και τυπολογίες της στρατηγικής ανάλυσης. Οι στρατηγικές επιλογές των μεγάλων και μεσαίων δυνάμεων απαιτούν θέαση πέραν των εντυπώσεων που δημιουργούν βραχυπρόθεσμες δηλώσεις και αποφάσεις. Οι μεγάλες στρατηγικές υποθέσεις που ιστορικά μιλώντας είναι πάντα ενταγμένες μέσα σε  μονιμότερους προσανατολισμούς, αλλάζουν μόνο όταν συντελούνται μεγάλες ανακατανομές ισχύος και συμφερόντων. Γι’ αυτό καλό είναι οι ιθύνοντες να διαμορφώνουν θέση για τα συμφέροντα της χώρας όχι από αναλύσεις στα μέσα μαζικής πληροφόρησης που εάν δεν είναι προπαγανδιστικού χαρακτήρα συχνά κυμαίνονται από ερασιτεχνικές μέχρι προϊόν συμπαθειών ή αντιπάθειας για πρόσωπα και κράτη. 

Το ΗΒ για να διατηρήσει την ισχύ του ενόψει από-αποικιοποίησης ήδη από τις δεκαετίες του 1920 και 1930 άρχισαν να αλλάζουν την μέχρι τότε εχθρική στάση απέναντι στις ΗΠΑ (την Επανάσταση των οποίων θεωρούσαν προδοσία και απόσχιση) και να οικοδομούν την «ειδική σχέση» με τις ΗΠΑ. Επισημαίνουμε μερικές μόνο ενδεικτικές στάσεις και αποφάσεις που αποτέλεσαν τους άξονες της μεταπολεμικής διεθνούς πολιτικής, τους άξονες της Αμερικανικής υπερδύναμης και τους άξονες της στρατηγικής του ΗΒ. Παρενθετικά αναφέρονται τα πολλά βιβλία που έγραψε ο Τσώρτσιλ την δεκαετία του 1930 για τον «Αγγλοσαξονισμό» σε μια προσπάθεια να αναπτύξει ένα κοινό ιδεολογικό πλαίσιο μιας αναδυόμενης συμμαχίας.

Σε επίπεδο κρατικού στρατηγικού σχεδιασμού οι Βρετανοί σε πρώτη φάση επιλέγουν να αναπτύξουν την πυρηνική συνεργασία με την Ουάσιγκτον. Στην συνέχεια, παρά το ότι αρχικά δεν έπεισαν τους Αμερικανούς να εισέλθουν στον Πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων, όταν μετά το Πέρλ Χάρπορ οι ΗΠΑ ενεπλάκησαν αρχίζει ένας ακόμη διπλωματικός αγώνας του Λονδίνου για να συναινέσει η Ουάσιγκτον να βοηθηθεί η Σοβιετική Ένωση ούτως ώστε να κατανικηθεί η Γερμανία και να δομηθεί έτσι το μεταπολεμικό στρατηγικό πλαίσιο. Πρέπει να πούμε ότι στα στρατηγικά επιτελεία του ΗΒ μιλούσαν για την μεταπολεμική κατάσταση ήδη από την δεκαετία του 1930.

Επίσης, εν μέσω του πολέμου το Λονδίνο πρωτοστατεί για ένα νέο ηγεμονικό κονσέρτο δυνάμεων το οποίο όμως η Μόσχα δεν δέχεται. Ακολούθησαν οι διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στον ΟΗΕ και στο Συμβούλιο Ασφαλείας που αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, άτυπο κονσέρτο δυνάμεων. Στην Γιάλτα το Λονδίνο και πάλι παρά το ότι ήδη είχε απωλέσει τις περισσότερες αποικίες και η δύναμή της συρρικνώθηκε από τις καταστροφές του πολέμου, πρωτοστατεί για να σταθεροποιήσει τους μεταπολεμικούς συσχετισμούς με τρόπο που το ίδιο θα διαδραμάτιζε πρωτεύοντα στρατηγικό ρόλο. Παράλληλα, καλλιεργήθηκε και δημιουργήθηκε η «ειδική σχέση» ΗΒ-ΗΠΑ που όπως βλέπουμε καλά κρατάει.

Πολύ σύντομα υπενθυμίζουμε την επί αιώνες στρατηγική του Λονδίνου για την Ευρώπη ως η τότε θαλασσοκράτειρα υπερδύναμη στον ναυτικό χώρο. Με την ναυτική στρατηγική ήλεγχε την Περίμετρο της Ευρασίας κρατώντας τις Ηπειρωτικές Δυνάμεις στην ενδοχώρα και με ναυτικούς αποκλεισμούς εφάρμοζε διαίρει και βασίλευε για να ελέγχει το σύστημα ισορροπίας δυνάμεων της Ηπειρωτικής Ευρώπης. Στρατεύματα χρησιμοποίησε στο Βατερλό για να αποτρέψει την επικράτηση της Γαλλίας. Αργότερα είχαμε το Κονσέρτο Δυνάμεων στην Βιέννη το 1815.

ΝΑΤΟ - Ευρώπη -Γερμανία

Η μεταπολεμική σφυρηλάτηση της ειδικής σχέσης Λονδίνου-Ουάσιγκτον ενέχει μεγάλη σημασία και σήμερα γιατί εκτίμησή μας είναι ότι το Brexit είναι ενταγμένο στις ίδιες ακριβώς λογικές του Λονδίνου που αποσκοπούν στην διαιώνιση ισχυρής θέσης και ρόλου ταυτόχρονα και της ειδικής σχέσης με τις ΗΠΑ. Βραχυπρόθεσμες και ίσως και μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις σίγουρα θα υπάρξουν. Την στρατηγική στο Λονδίνο, όμως, την χαράσσουν κρατικά επιτελεία που παρά την από-αποικιοποίηση διατηρήθηκαν εάν όχι ενισχύθηκαν. Το ανθρώπινο δυναμικό, γράφουμε πολλοί, δεν απαιτεί μεγάλους πόρους. Ακόμη και εάν στελεχώσουν κρατικά επιτελεία χιλιάδες άριστοι των αρίστων θα στοιχίσει λιγότερο από ένα πολεμικό αεροπλάνο και σίγουρα πολύ λιγότερα από δισεκατομμύρια των κατά καιρούς σκανδάλων των οποίων γινόμαστε μάρτυρες. Στην Ελλάδα, βέβαια, αυτά είναι ακαταλαβίστικα λόγια γιατί κομματικές και ατομικές αντιλήψεις ιδιωτείας συχνά πρυτανεύουν.

 Δεν έχουμε παρά να υπενθυμίσουμε τις δηλώσεις του Τσώρτσιλ το 1946 και 1948 για τους μεταπολεμικούς θεσμούς της Ευρώπης. Για τα σχέδια «ενοποίησης» δήλωσε «είμαστε μαζί σας αλλά όχι ένας από εσάς» ενώ ταυτόχρονα στην περιφέρεια της τότε ΕΟΚ δημιούργησε μια «ελεύθερη ζώνη συναλλαγών» για να υπογραμμίσει ότι το ΗΒ θέλει Κοινότητα οικονομικών συναλλαγών αλλά όχι πολιτική ενοποίηση.

Τα στρατηγικά και τα πολιτικά σχέδια –του Λονδίνου και λίγο αργότερα και της Ουάσιγκτον– απαίτησαν να δημιουργηθεί η Ατλαντική Συμμαχία και όχι κάποια πολιτικά και στρατηγικά ενωμένη Ευρώπη. Ούτως ή άλλως κάθε αναλυτής των στρατηγικών των δυνάμεων έβλεπε και βλέπει ότι η στρατηγική διαφοροποίηση της Ευρώπης είναι πολύ μεγάλη για να αφήνει περιθώρια μιας ηπειρωτικής συμμαχίας. Το ότι στην Ελλάδα έβλεπαν «εγγύηση των ελληνικών συνόρων» επειδή αρχές του 1990 ενταχθήκαμε στην ασήμαντη ΔΕΕ είναι μια άλλη νεοελληνική πονεμένη ιστορία που καταμαρτυρεί βαθιά άγνοια για την Ευρωπαϊκή πολιτική.

Για το ΗΒ πριν, τότε, σήμερα και στο μέλλον, πάγια στρατηγική είναι επιδιαιτητής των ισορροπιών στην Ηπειρωτική Ευρώπη και μεταπολεμικά αυτό επιτυγχάνεται με την πανίσχυρη και καλά εδραιωμένη προαναφερθείσα ειδική στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ. Αυτό βασικά είπε ρητά αργότερα το 1958 και ο Μακμίλλαν ρητά στον Ντε Γκολ –υπονοώντας μάλιστα και πόλεμο, όπως ο ντε Γκολ γράφει στα απομνημονεύματά του– όταν το ΗΒ αποφάσισε ότι για να επηρεάσει τις εξελίξεις στην Ηπειρωτική Ευρώπη (να αποτρέψει μια ανάδειξη ηπειρωτικής συμμαχίας χωρίς το ΗΒ) θα ήταν ευκολότερο να το κάνει από μέσα ως μέλος της τότε ΕΟΚ. Διαδοχικά και έτσι αιτιολογημένα το βέτο της Γαλλίας εμπόδισαν το Λονδίνο να εκτελέσει αυτό το σχέδιο μέχρι και την αποχώρηση του Ντε Γκολ οπότε και εισήλθε στην τότε ΕΟΚ για να διαδραματίσει αυτό τον ρόλο.

Ενόψει μεγάλων ανακατατάξεων

Κάνοντας ένα ακόμη χρονικό άλμα για να υπογραμμίσουμε τον μονιμότερο χαρακτήρα των στρατηγικών αποφάσεων λέμε ότι δεν υπάρχει άλλη εξήγηση παρά μόνο ότι το Λονδίνο –εννοούμε τα επιτελεία στρατηγικής και όχι τα σχόλια στις εφημερίδες ή άσχετους πολιτικούς που στην πράξη αποδείχθηκε πως όταν αναλάβουν την εξουσία αλλάζουν– μαζί με την Ουάσιγκτον κρίνει ότι ενόψει μεγάλων ανακατατάξεων πάνω στην Ηπειρωτική Ευρώπη ιδιαίτερα σε αναφορά με την ενωμένη πια Γερμανία, τα συμφέροντά τους επιτάσσουν όπως το Λονδίνο αποκτήσει μεγαλύτερη δυνατότητα στρατηγικών ελιγμών εκτός της ΕΕ το μέλλον της οποίας γίνεται ολοένα και πιο αβέβαιο. Εάν αυτό ευσταθεί ως εκτίμηση είναι ή δεν είναι κατανοητές οι προεκτάσεις για την Ελλάδα που επί μια δεκαετία τώρα συνεχίζει να είναι υποχείριο των τεχνοκρατών και όχι μόνο;

Μάλιστα, φαίνεται ότι το Λονδίνο εκτιμά πως αυτό είναι τόσο σημαντικό που αξίζει να αναλάβει μεγάλα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα ρίσκα μαζί ίσως και να υποστεί ζημιές που –εξίσου σημαντικό να τονιστεί– η Ουάσιγκτον δηλώνει απερίφραστα ότι θα μετριάσει. Επειδή ασφαλώς συμφέρει τις ΗΠΑ γιατί αλτρουιστικά κράτη ποτέ δεν υπήρξαν και ποτέ δεν θα υπάρξουν. 

Μια ιδιοφυής Βρετανική στρατηγική

Για να καταδείξουμε τον μονιμότερο χαρακτήρα κριτηρίων και παραγόντων που επηρεάζουν την στρατηγική του Λονδίνου –και όπως ήδη αναφέρθηκε θα επανέλθουμε γιατί το ζήτημα αυτό ενώ άρχισε πριν αρκετά χρόνια με την ομιλία του Κάμερον τώρα σταθεροποιείται ως ευδιάκριτη στρατηγική απόφαση του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον– επανερχόμαστε στην δεκαετία του 1940. Οι δομές που έχουμε τώρα και όπως εξελίσσονται δεν οφείλονταν σε παρθενογένεση.

Αυστηρά περιγραφικά μιλώντας το στήσιμο της «ειδικής σχέσης» ΗΠΑ-ΗΒ ήταν μια με κάθε κριτήριο ιδιοφυής Βρετανική στρατηγική που στην συνέχεια η Ουάσιγκτον ενσωμάτωσε πλήρως στην πλανητική της στρατηγική.Αποτέλεσε τον άξονα τωνΕυρωατλαντικών σχέσεων. Ενώ βόλεψε στρατηγικά τις ΗΠΑ επειδή εκμεταλλεύτηκε την μεγάλη διπλωματική πείρα της πρώην αποικιοκρατικής υπερδύναμης (που παρά την απώλεια των αποικιών διατήρησε τα κρατικά επιτελεία στρατηγικής ανάλυσης και σχεδιασμού) ταυτόχρονα η Βρετανία που είχε ήδη χάσει όλη σχεδόν την ισχύ της λόγω από-αποικιοποίησης κατόρθωσε μέχρι και σήμερα να διατηρεί «ετερόφωτη-δανεική ισχύ» με διπλωματικά μέσα, όπως συχνά γράφουμε. Απλουστεύοντας λέμε ότι επί επτά δεκαετίες συχνά το Λονδίνο ήταν και συνεχίζει να είναι ο κυριότερος στρατηγικός σύμβουλος της Ουάσιγκτον. 

Θα ήταν παράλειψη πάντως να μην αναφερθεί έστω και σύντομα ότι από τις αρχές του 1940 εν μέσω του πολέμου (ήδη την δεκαετία του 1930 το Foreign Office έκανε εκθέσεις που σήμερα γνωρίζουμε και ο Τσώρτσιλ όπως ήδη αναφέρθηκε έγραψε πολλά βιβλία πριν γίνει πρωθυπουργός για τον «αγγλοσαξονισμό»), το Λονδίνο προετοίμαζε τις μεταπολεμικές στρατηγικές δομές με κύριο άξονα την σχέση με τις ΗΠΑ ως την νέα ηγέτιδα δύναμη των ναυτικών συμμαχιών και το ΗΒ τον κυριότερο σύμμαχό τους.

Μάλιστα, ερευνώντας και γράφοντας για το ζήτημα αυτό ήταν πραγματικά έκπληξη οι αθέατες ενέργειες των Βρετανών διπλωματών και των μυστικών υπηρεσιών να πειστεί η Ουάσιγκτον για την δημιουργία της Ατλαντικής Συμμαχίας το 1949 (κάτι που ήταν μεγάλη εξέλιξη επειδή σήμαινε εγκατάλειψη του απομονωτισμού-ουδετερότητας και έναρξη του παρεμβατισμού με το να πάρει την σκυτάλη της ηγέτιδας ναυτικής δύναμης). Εν μέσω μεγάλων συζητήσεων για την Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα / Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα (ΕΑΚ/ΕΠΚ) στην Ηπειρωτική Ευρώπη που το 1948 απέτυχαν και εν μέσω μιας ολοένα και πιο απειλητικής ΕΣΣΔ  που αποκορυφώθηκε στην κρίση του Βερολίνου το Λονδίνο «πανέτοιμο από καιρό» κυριολεκτικά «σέρβιρε στο πιάτο» στα υπόλοιπα κράτη την Ατλαντική συμμαχία που έχουμε μέχρι και σήμερα.

Απλουστεύοντας και πάλι για λόγους χώρου, συντομογραφικά λέμε ότι από καιρό υποστηρίξαμε ότι μετά το 1990 το κύριο ζήτημα δεν είναι η ΕΕ αλλά η Ατλαντική Συμμαχία και ο τρόπος που θα εξελιχθεί τον 21ο αιώνα με δεδομένο ότι για να διατηρήσει την σταθερότητα στην Δυτική Ευρώπη και να εξυπηρετήσει βραχυχρόνια και μεσοπρόθεσμα επεμβατικά σχέδια διαιωνίστηκε με την παλαιά της μορφή. Το 1990-91 είχαμε ακόμη και υπονοούμε να για άσκηση βίας (κυρίως από Γαλλία και Βρετανία) για να παρεμποδιστεί η Γερμανική επανένωση που τελικά έγινε με αντάλλαγμα την … ΟΝΕ, το «δέσιμο της Γερμανίας με νομισματικές κλωστές» όπως τότε πολλοί επισήμαναν.  

Ολοκληρώνουμε λοιπόν λέγοντας ότι το Brexit δεν είναι κάποιο τέλος, αλλά η στρατηγική αφετηρία μεγάλων εξελίξεων που αφορούν τις πλανητικές και περιφερειακές ισορροπίες, με κύριο ζήτημα στην Ευρώπη την θέση και τον ρόλο της Γερμανίας στο στρατηγικό τετράγωνο Λονδίνο-Παρίσι-Βόννη-Μόσχα με τις ΗΠΑ να συνεχίζoυν να είναι η υπερισχύουσα ναυτική δύναμη πάνω στην περίμετρο της Ευρασίας και πέραν αυτής. Αυτονόητα θα επανέλθουμε αν και εκτιμάται ότι οι ενδιαφερόμενοι και ιδιαίτερα οι εμπλεκόμενοι στις αποφάσεις απαιτείται να μελετήσουν εκτενέστερα κείμενα όπου και η γνώση, δηλαδή οι βαθύτερες διαμορφωτικές δυνάμεις της Μεταψυχροπολεμικής εποχής και οι στρατηγικοί προσανατολισμοί των ηγεμονικών δυνάμεων.