Candida auris: Ποια μέτρα προφύλαξης χρειάζονται για τον «πολύ επικίνδυνο μύκητα»

Το παθογόνο συνιστά απειλή για τη δημόσια υγεία, προειδοποιούν οι ειδικοί.
via Associated Press

Περισσότερα από 25 χρόνια υπάρχει ως αίτιο πρόκλησης νοσοκομειακών λοιμώξεων ο μύκητας Candida auris, ο οποίος τους τελευταίους μήνες, λόγω της πανδημίας, απασχολεί, συχνότερα, τη διεθνή επιστημονική κοινότητα.

«Ο συγκεκριμένος μύκητας (εν συντομία C. auris) πρωτοαπομονώθηκε και ταυτοποιήθηκε σε ασθενή με μυκητίαση στο αυτί, στην Ιαπωνία το 2009. Ομως, αναδρομικές μελέτες έδειξαν ότι προϋπήρχε ως αίτιο σηψαιμίας από το 1996, αλλά δεν μπορούσε να αναγνωριστεί με τα τότε διαθέσιμα εργαστηριακά μέσα», αναφέρει η καθηγήτρια Μυκητολογίας στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ κ. Αριστέα Βελεγράκη και εξηγεί:

«Ο μύκητας C. auris βρίσκεται σε νοσοκομειακούς χώρους, αλλά και στην κοινότητα. Την τελευταία τριετία, τα προηγμένα συστήματα ανάλυσης που χρησιμοποιούν τα εξειδικευμένα Μυκητολογικά εργαστήρια κάνουν ακόμη ευκολότερη την ταυτοποίηση του μύκητα. Αυτό έχει συνεισφέρει στην αύξηση της συχνότητάς του που παρατηρείται τελευταία.

Δημοσιευμένες ή υπό δημοσίευση μελέτες από το Εργαστήριο Ερευνητικής Μυκητολογίας, της Ιατρικής Σχολής Αθηνών καταδεικνύουν ότι οι κλώνοι C. auris που απαντώνται συχνότερα στην Ελλάδα προέρχονται από την Ινδία και ακολουθούν αυτοί από την Αυστρία και το Κουβέιτ.

Σε ό,τι αφορά το πόσο επικίνδυνος είναι ο μύκητας C. Auris, η κ. Βελεγράκη αναφέρει: «Το παθογόνο συνιστά απειλή για τη Δημόσια Υγεία, διότι έχει την ικανότητα να αποικίζει εύκολα το δέρμα, να μεταδίδεται ταχέως από ασθενή σε ασθενή στο νοσοκομειακό χώρο και να προκαλεί λοίμωξη βαριάς πρόγνωσης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή.

Επιπλέον, παραμένει για αρκετό χρονικό διάστημα στις επιφάνειες αντικειμένων, ενώ κάποια απολυμαντικά δεν τον εξουδετερώνουν.

Ακόμη, κάποια στελέχη C. auris εμφανίζουν αντοχή στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, με αποτέλεσμα να γίνεται δύσκολη η θεραπεία της λοίμωξης».

Σχετικά με το πόσο πρέπει να ανησυχούμε η καθηγήτρια Μυκητολογίας επισημαίνει: «Προς το παρόν δεν υπάρχουν στοιχεία που να στοιχειοθετούν μεγάλη αύξηση ή σοβαρή έξαρση των μυκητιάσεων που οφείλονται σε C. auris.

Η τήρηση των βασικών κανόνων υγιεινής και η σχολαστική καθαριότητα των χώρων όπου κινούμαστε είναι τα πιο αποτελεσματικά μέτρα προστασίας και πρόληψης για κάθε λοίμωξη:

· Πλένουμε τακτικά και σχολαστικά τα χέρια μας, με σαπούνι και νερό και

ακολούθως με αλκοολούχο διάλυμα, ιδίως πριν το φαγητό και μετά την τουαλέτα.

· Απολυμαίνουμε τακτικά τα χέρια μας με αλκοολούχο διάλυμα, εάν δεν έχουμε πρόσβαση σε σαπούνι και νερό.

· Η τήρηση των βασικών κανόνων υγιεινής και η σχολαστική καθαριότητα των χώρων όπου κινούμαστε είναι τα πιο αποτελεσματικά μέτρα προστασίας και πρόληψης για κάθε λοίμωξη.

· Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, το χλώριο είναι αποτελεσματικό στην καταπολέμηση του C. auris.

· Χώροι φροντίδας βρεφών, παιδιών και υπερηλίκων, καθώς και ασθενών, όπως τα νοσοκομεία, οφείλουν να ακολουθούν τα ειδικά πρωτόκολλα καθαριότητας και απολύμανσης.

· Εφόσον διαγνωσθεί μυκητίαση με C. auris σε μη νοσηλευόμενο ασθενή, θα πρέπει να γίνει πλήρης και ακριβής ταυτοποίηση του μύκητα καθώς και αντιμυκητόγραμμα, το οποίο δείχνει την ευαισθησία του μύκητα στα διαθέσιμα φάρμακα.

· Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ακολουθούνται πιστά οι οδηγίες του θεράποντα ιατρού».

Πηγή: ΕΡΤ

Popular in the Community