ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
07/03/2019 16:17 EET | Updated 07/03/2019 18:06 EET

Φθηνό χρήμα μοιράζει ξανά ο Ντράγκι για να προστατέψει την Ευρωζώνη

Τα καλά νέα, τα κακά νέα και οι συστάσεις.

Kai Pfaffenbach / Reuters

Ο Μάριο Ντράγκι ξαναβάζει μπροστά τις μηχανές και ετοιμάζεται για ακόμα μια φορά να «μοιράσει φθηνό χρήμα» με στόχο να προφυλάξει το μεγάλο ασθενή, την Ευρωζώνη. Το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει ετοιμάσει νέα εργαλεία  χρηματοδότησης για τις τράπεζες, ενώ διατηρεί αμετάβλητα τα επιτόκια. 

Στόχος της ΕΚΤ είναι οι τράπεζες και στη συνέχεια οικονομίες να συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση σε φθηνό χρήμα. Όπως αναφέρει στη σχετική ανακοίνωση, από τον Σεπτέμβριο και έως τον Μάρτιο του 2021 θα διενεργούνται νέες δράσεις μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης (TLTRO-ΙΙΙ). Οι νέες δράσεις θα βοηθήσουν να διατηρηθούν οι ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης των τραπεζών και η ήπια μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. 

Δηλαδή, ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο «σούπερ Μάριο» της Ευρωπαϊκής Οικονομίας αναλαμβάνει για ακόμα μια φορά το ρόλο του «σούπερ ήρωα», επιχειρώντας να προστατέψει την Οικονομία της Ευρωζώνης η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά από προβλήματα. Η μάχη του Brexit, οι εντάσεις στο δρόμο προς τις Ευρωεκλογές και οι εμπορικές εντάσεις σε διάφορες μεριές του πλανήτη απειλούν για ακόμα μια φορά την Ευρωπαϊκή Οικονομία.

Το αίτημα της αγοράς στο οποίο ανταποκρίθηκε ο Διοικητής της ΕΚΤ, ήταν οι τράπεζες να συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό ώστε να με τη σειρά τους να συνεχίσουν να παρέχουν ρευστότητα στην αγορά. Με αυτό τον τρόπο ο Μάριο Ντράγκι επιχειρεί να απαντήσει στις αρνητικές ειδήσεις που έρχονται διαρκώς από την οικονομία της Ευρωζώνης. 

Η νομισματική ένωση «λαχανιάζει»

Ο επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι ανακοίνωσε βέβαια και τη μεγαλύτερη υποχώρηση σε ό,τι αφορά τις οικονομικές προοπτικές της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από την εμφάνιση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης.

Ο Ντράγκι δήλωσε ότι η οικονομία της Ευρωζώνης θα αναπτυχθεί μόνο κατά 1,1% φέτος, ποσοστό μειωμένο κατά 0,6% συγκριτικά με την πρόβλεψη που είχε γίνει μόλις πριν από τρεις μήνες. Η ΕΚΤ προβλέπει πλέον ότι η οικονομία της ευρωζώνης θα αναπτυχθεί με ρυθμό 1,1% το 2019 αντί για 1,7% που ανέμενε προηγουμένως. Η ανάπτυξη θα αυξηθεί στο 1,6% το 2020 και θα υποχωρήσει στο 1,5% το 2021.

Επίσης το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων διατηρείται στο -0,40%. Παράλληλα, το επιτόκιο για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης παρέμεινε αμετάβλητο στο 0,00% και το επιτόκιο διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 0,25%.

Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 1,2% το 2019 αντί για 1,6% που προέβλεπε η ΕΚΤ τον Δεκέμβριο. Το 2020 θα ανέλθει στο 1,5% και το 2021 στο 1,6%. Ο Ντράγκι πάντως εμφανίστηκε αισιόδοξος πως το πακέτο των αποφάσεων της ΕΚΤ θα παράσχει ένα στήριγμα στις τιμές απασχολούν τους καταναλωτές.

Τα καλά νέα, τα κακά νέα και οι συστάσεις

Ο Ντράγκι κατά τη συνέντευξη Τύπου τόνισε πως οι αβεβαιότητες που συνεχίζουν να υπάρχουν σε παγκόσμιο επίπεδο και σχετίζονται με γεωπολιτικούς παράγοντες, η απειλή του προστατευτισμού και οι αδυναμίες των αναδυόμενων αγορών φαίνεται πως συνιστούν τους μεγαλύτερους κινδύνους για την οικονομία της Ευρωζώνης.

Εκτίμησε δε πως μια σειρά «εσωτερικών παραγόντων» που λειτουργούν ως βαρίδι στην ανάπτυξη έχουν αρχίσει να εξασθενούν αλλά και πως ανάκαμψη της Ευρωζώνης θα συνεχίσει να στηρίζεται από μια σειρά ευνοϊκών χρηματοδοτικών συνθηκών, την ισχυρή απασχόληση και τις αυξήσεις στους μισθούς αλλά και την συνεχιζόμενη αν και επιβραδυνόμενη επέκταση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας. Οι πιθανότητες ύφεσης μάλιστα χαρακτηρίζοντας χαμηλές.

Τόνισε δε πως αν και «οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης είναι πιο αδύναμες από ό,τι περιμέναμε...οι κίνδυνοι που αφορούν τις προοπτικές ανάπτυξης της ζώνης του ευρώ εξακολουθούν να είναι μειωμένοι».

Τέλος αναφερόμενες σε θέμα νομισματικής πολιτικής κάλεσε τις κυβερνήσεις να αναλάβουν τις ευθύνες τους

μεριμνώντας για την άσκηση των κατάλληλων δημοσιονομικών πολιτικών και την ορθή και άμεση αντιμετώπιση διαρθρωτικών προβλημάτων.

Πηγές: Bloomberg, Reuters