CULTURE
13/11/2019 07:18 EET

Η HuffPost προτείνει: 10 + 1 βιβλία που αξίζει να διαβάσετε τον Νοέμβριο

Ισίδωρος Ζουργός, Άρης Σφακιανάκης, Μαΐρ Γκουβέν, Τάχα Χουσεΐν, Αντρέ Μαλρό, Άντονι Χόροβιτς, Ζορίς-Καρλ Ουισμάνς.

amenic181 via Getty Images

Υπογραφές γνωστές, αλλά και ονόματα άγνωστα που κάνουν μεγαλειώδη είσοδο, τίτλοι κλασικοί που παρά την αξία και την αντοχή τους στον χρόνο, κυκλοφορούν πρώτη φορά στα ελληνικά, βιβλία που βραβεύτηκαν, συζητήθηκαν, βρέθηκαν στη λίστα με τα ευπώλητα -ή απλά, αγαπήσαμε από τις πρώτες λέξεις. 

Η HuffPost κάνει μια βόλτα στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, καταγράφει τις νέες αφίξεις και προτείνει. 

«Μεγάλος αδερφός» του Μαΐρ Γκουβέν (μετάφραση Λίζυ Τσιριμώκου, εκδόσεις Ίκαρος)

εκδόσεις Ίκαρος
«Μεγάλος αδερφός»

Ο «Μεγάλος αδερφός» τιμήθηκε με το βραβείο Goncourt πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα 2018 -το μεγαλύτερο λογοτεχνικό βραβείο της Γαλλίας- απέσπασε το 2018 τα βραβεία Première και Régine Deforges, και βρέθηκε στη μακρά λίστα του βραβείου Médicis 2017

Το συναρπαστικό αυτό μυθιστόρημα απέσπασε εξαιρετικές κριτικές, τόσο για το θέμα του, τον ιδιαίτερο ρυθμό της ιστορίας, όσο και για το ύφος της καθομιλουμένης γλώσσας που χρησιμοποιείται στις λαϊκές συνοικίες του Παρισιού.

Ο μεγάλος αδερφός είναι οδηγός ταξί, κλεισμένος έντεκα ώρες την ημέρα στην «καμπίνα» του. Μόνιμα συνδεδεμένος στο ραδιόφωνο, ντρέπεται για τη ζωή του και τον κόσμο που ανοίγεται από την άλλη μεριά του παρμπρίζ. Ο μικρός αδερφός του βρίσκεται στη Συρία για ιδεολογικούς λόγους κι εδώ και αρκετούς μήνες εργάζεται ως νοσηλευτής σε μια μουσουλμανική ανθρωπιστική οργάνωση, χωρίς να δίνει κανένα σημάδι ζωής.

Αυτή η ατέρμονη σιωπή βασανίζει τον πατέρα και τον αδερφό του και τους κάνει ν’ αναρωτιούνται για τα πραγματικά κίνητρα της φυγής του. Όταν ο μικρός αδερφός επιστρέφει, είναι πλέον αλλαγμένος.

«Η μόνη αλήθεια είναι ο θάνατος. Τα υπόλοιπα είναι απλώς μια λίστα με λεπτομέρειες. Ό,τι κι αν σου συμβεί στη ζωή, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στην ταφόπλακα. Άπαξ και το διαπιστώσεις, πρέπει απλώς να βρεις μια δικαιολογία για να ζεις. Η ζωή; Έμαθα να της μιλάω στα ίσα πλησιάζοντας τη θανή. Φλερτάρω τη μία με τη σκέψη στην άλλη. Συνέχεια, από τότε που το άλλο το σκυλί, το αίμα μου, η σάρκα μου, ο αδερφός μου, έφυγε μακριά, για κει κάτω, τον τόπο των τρελών και των βλαμμένων. Εκεί όπου για ένα αναμμένο τσιγάρο σε αποκεφαλίζουν. Στα Άγια Χώματα. Στη γειτονιά λέμε ‘στη Χάμα‘. Πολλοί ξεστομίζουν τη λέξη με φόβο. Άλλοι -τέλος πάντων, μερικοί- μιλούν γι’ αυτήν εκστασιασμένοι. Στον κόσμο των κανονικών ανθρώπων λέμε ‘στη Συρία’, με πνιχτή φωνή και σοβαρό βλέμμα, σαν να μιλούσαμε για την κόλαση...»

Ο συγγραφέας Μαΐρ Γκουβέν, ένα απάτριδο παιδί προσφύγων με μητέρα από την Τουρκία και Κούρδο πατέρα από το Ιράκ, που μεγάλωσε με τη γιαγιά του στα νοτιοανατολικά προάστια της γαλλικής πόλης Νάντη, εναλλάσσει το ιδιαίτερο χιούμορ με το βάρος που διαμορφώνεται από το ζήτημα της τρομοκρατίας. Εξερευνά τον γεμάτο μοναξιά κόσμο των οδηγών ταξί που αγωνίζονται για την καθημερινή επιβίωση. Δεν ξεχνά όσους έφυγαν στη Συρία για να κάνουν την τζιχάντ: τη στρατολόγηση, τις μάχες, αλλά και την ανέφικτη επιστροφή στη Γαλλία.

Eric Fougere - Corbis via Getty Images

...το εξαιρετικό πρώτο μυθιστόρημα του Mahir Guven, μπορεί είναι μια ιστορία από τα προάστια του Παρισιού αλλά με τον τρόπο του φθάνει στην καρδιά των ζητημάτων που απασχολούν τη σύγχρονη ΓαλλίαNew York Times

«Οι ρετσίνες του βασιλιά» του Ισίδωρου Ζουργού (εκδόσεις Πατάκη)

εκδόσεις Πατάκη
«Οι ρετσίνες του βασιλιά»

 «Τα μεσημέρια οι δείκτες του ρολογιού επιμηκύνονται, τεντώνονται και σκύβουν προς τις κοντές ώρες για να δώσουν το χέρι τους. Σφίγγουν τις παλάμες τους και τραβούν. Διελκυστίνδα. Ο χρόνος αργοσέρνεται με ραθυμία και περισυλλογή. Τα ορνίθια σωπαίνουν και παραχωρούν τη θέση τους στο θρόισμα που ακούγεται μέσα απ’ τα καλλικέλαδα πεύκα. Αεράκι και ζεστό χώμα. Πίσω απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα με τις σήτες, τα βλέφαρα κλείνουν για λίγο ύπνο. Αεράκι, χώμα, βρύσες που στάζουν μακρόσυρτα. Ήταν λιγοστοί οι χωριανοί που δεν ξάπλωναν τα μεσημέρια. Αν και το καλοκαίρι είχε περάσει και η ζέστη τις μικρές ώρες της μέρας δεν ήταν τόσο φορτική, στις ώρες του γεύματος και του ύπνου έβλεπες ελάχιστους να κυκλοφορούν. Ο Μασούρης ήταν ένας απ’ αυτούς, μόνο που, ακριβολογώντας, δεν κυκλοφορούσε, καθιστός ήταν κι έχασκε. Τι έκανε μονάχος κάτω απ’ τα δέντρα; Μερικοί σχολίαζαν κοροϊδεύοντας πως έκανε συντροφιά στα τζιτζίκια. Ο παπα-Γιώργης ήταν μάλλον εκείνος που είχε δείξει προς αυτήν την ερμηνεία. Είχε κάποτε ανακοινώσει σε μια μικρή ομήγυρη πως η μία και μοναδική εξομολόγηση που του είχε παραχωρήσει ο τρελο-Μασούρης επανερχόταν κάθε τόσο σ’ αυτήν την παράξενη λεπτομέρεια της ψυχής του: ήθελε, λέει, να κάνει συντροφιά στους τζίτζικες, μιας και σύντομα θα πέθαιναν αβοήθητοι στο πρώτο πάτημα της βροχής, εκεί στο πλατύσκαλο του φθινοπώρου....»

Κάποιο απόγευµα του φθινοπώρου, ένας ηλικιωµένος άντρας κάνει την εµφάνισή του στο χωριό. Μερικοί τον αναγνωρίζουν και ισχυρίζονται πως τον είχαν δει τον προηγούµενο χειµώνα να επιθεωρεί τις εργασίες στον πύργο, αυτόν που στέκεται στο τέρµα της µεγάλης ανηφόρας.

Οι ρετσίνες του βασιλιά του ταλαντούχου Ισίδωρου Ζουργού είναι ένα µυθιστόρηµα νόµισµα. Στη µια του όψη ένας αναµαλλιασµένος γέροντας που κάποτε ήταν βασιλιάς. Στην άλλη ένας κοιλαράς που µοιάζει να είναι ο Γαργαντούας ή ένας γεωργός που χαµογελάει βαστώντας στο χέρι ένα κρασοπότηρο.

Ο αφηγητής στρίβει το νόµισµα στον αέρα, κι αυτό, καθώς περιστρέφεται, φανερώνει µέσα από γράµµατα και µυστικά οικογενειακές ιστορίες και εικόνες µιας χώρας αµήχανης, βουτηγµένης στην ανεργία και στη νέα µετανάστευση.

Στη διάρκεια ενός χρόνου –όσο κρατάει το µυθιστόρηµα–, πίσω απ’ τις κουρτίνες της κάθε µέρας ελλοχεύει ο σαιξπηρικός κόσµος ως αδιάγνωστη ασθένεια: πύργοι, βασιλιάδες, κόρες, γελωτοποιοί, εξουσία, προδοσία, αίµα…

Όλα αυτά ώσπου το νόµισµα να πέσει στη γη, εκεί στη χθόνια σαγήνη της γονιµότητας και του τάφου. Εκεί στο χώµα-χωριό ο γερο-Έξαρχος, ο επισκέπτης του φθινοπώρου, καθώς τον αποδοµεί ο χρόνος, παίζει το τελευταίο του χαρτί. Στο καφενείο, µπρος στα µεθυσµένα γέλια, εκλιπαρεί για την τελευταία ευκαιρία που θα του χαρίσει την ανακαίνιση του κόσµου µέσα από τη θαλπωρή του κρασιού, της σάρκας και της αγάπης.

«Η σκιά του Κυβερνήτη» του Άρη Σφακιανάκη» (εκδόσεις Κέδρος) 

εκδόσεις Κέδρος
«Η σκιά του Κυβερνήτη»

Τέλη του 1827. Η Ελληνική Επανάσταση έχει σχεδόν καταπνιγεί. Η χώρα αγωνίζεται ακόμα για την ανεξαρτησία της. Οι δυο εμφύλιοι, η πτώση του Μεσολογγίου, οι καταστροφές του  Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο  έχουν οδηγήσει τους Έλληνες στην απόγνωση. Σε μια ύστατη προσπάθεια να σωθεί η χώρα καλούν τον Καποδίστρια να κυβερνήσει την Ελλάδα. Οι Μεγάλες Δυνάμεις συμφωνούν. Οι ελπίδες αναπτερώνονται.

Ο Καποδίστριας φτάνει στην Ελλάδα και ρίχνεται αμέσως στη δουλειά. Στην αρχή γίνεται δεκτός με αισθήματα ανακούφισης και ενθουσιασμού. Ωστόσο δεν αργεί να συναντήσει τα πρώτα εμπόδια. Οι κοτσαμπάσηδες πεισματώνουν, οι οπλαρχηγοί δυσανασχετούν, η αντιπολίτευση μηχανορραφεί.

«.... Κοίταξα το ρολόι μου. Την ίδια στιγμή άρχισε να χτυπάει η καμπάνα του καθεδρικού ναού που μετρούσε τις ώρες. Τρεις το μεσημέρι. Έβρεχε από το πρωί και οι άνθρωποι της πολιτείας ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Φυσούσε ένας κρύος αέρας, χιονιστής, όπως λένε στον τόπο μου. Την ερημιά διέκοπτε μόνο εκείνος ο άντρας στην άκρη του ξέφωτου, που περίμενε υπομονετικά το πλοίο του να φανεί. Είχε τυλιγμένο ένα άσπρο μαντίλι στον λαιμό του, κι έβλεπα από μακριά την ανάσα του να σχηματίζει λευκές τολύπες στον παγωμένο αέρα. Έβαζε κι έβγαζε το κανοκιάλι στην τσέπη του, όμως εκείνη τη μέρα φυσούσε πολύ και κανένα καράβι δεν είχε μπει στο λιμάνι της πόλης. Για μια στιγμή τον λυπήθηκα έτσι που τον έβλεπα σκυφτό, σκεβρωμένο, μοναχικό. Τα σύννεφα είχαν κατέβει χαμηλά πάνω από τις κεραμιδοσκεπές κι αστραπές αυλάκωναν το στερέωμα. Άκουγα το μπουμπουνητό του κεραυνού να σβήνει μακριά, σαν τη βαριά πόρτα του Κήπου της Εδέμ όταν έκλεισε πίσω από τους πρωτόπλαστους. Η γειτνίαση με την εκκλησία επηρέαζε ολοφάνερα τις σκέψεις μου. Δεν είχε προλάβει να αποσώσει η καμπάνα τα χτυπήματά της, όταν ξεπετάχτηκαν, πίσω από τη βορινή πλευρά της εκκλησίας, δύο άντρες με ναυτική φορεσιά, έτρεξαν ως την άκρη της πλατείας και ρίχτηκαν με άγριες φωνές στον μεσόκοπο άντρα, που φάνηκε να ξαφνιάζεται. Μάλιστα του έφυγε το κανοκιάλι από τα χέρια κι άκουσα τον μεταλλικό του κρότο πάνω στις πλάκες. Οι δύο ναυτικοί έσειαν στα χέρια τους κάτι μεγάλες κάμες, απ’ αυτές που έχουν στις βάρκες για να ξεκοιλιάζουν τα σκυλόψαρα. Αντέδρασα χωρίς πολλή σκέψη. Τράβηξα αμέσως τα πιστόλια μου απ’ το σφιχτό ζωνάρι και βγήκα στην ανοιχτωσιά πυροβολώντας στον αέρα δυο φορές. Οι ψαράδες, που είχαν προλάβει να ρίξουν καταγής τον άντρα, μόλις με είδαν να σημαδεύω καταπάνω τους τράπηκαν σε φυγή, κουτρουβαλώντας τα σκαλιά που οδηγούσαν στο λιμάνι. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να τους κυνηγήσω. Προείχε να δω σε τι κατάσταση βρισκόταν το θύμα αυτής της άνανδρης επίθεσης. Πλησίασα τον άντρα, που είχε στο μεταξύ σηκωθεί και τακτοποιούσε τα ρούχα του. Τον ρώτησα αν είχε χτυπήσει. Κοίταξε πάνω ως κάτω το κορμί του. Από μια πληγή στο χέρι του έτρεχε αίμα. Έβγαλα ένα βατιστένιο μαντίλι, δώρο μιας γυναίκας που με αγαπούσε κάποτε, και προσφέρθηκα να περιποιηθώ το τραύμα. Με άφησε να κάνω τη δουλειά μου. Το χέρι του έτρεμε ελαφρά, μα η ανάσα του έβγαινε κανονική. Είχε λευκή επιδερμίδα κι η παλάμη του έδειχνε άνθρωπο που δεν ασχολήθηκε ποτέ με χειρωνακτικές εργασίες. Ήταν απαλή, όμοια παλάμη κορασίδας. «Μου σώσατε τη ζωή», είπε ο άντρας....»

Και ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας εγκαταλείπεται σιγά σιγά απ’ όλους. Ή σχεδόν απ’ όλους. Πλάι του στέκει ως το τέλος ο σωματοφύλακάς του. Μέσα από τη δική του αφήγηση ζούμε τα πιο σημαντικά γεγονότα του τόπου αλλά και τις προσωπικές στιγμές του Καποδίστρια μέχρι τις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 που πέφτει νεκρός από τους Μαυρομιχάληδες  στην είσοδο μιας εκκλησίας του Ναυπλίου. 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήρθε στην Ελλάδα σαν σωτήρας και, όπως ορθά επισημαίνεται από τον συγγραφέα, θα μείνει στην Ιστορία σαν μια ευκαιρία που χάθηκε.

Όπως γράφει άλλωστε ο Άρης Σφακιανάκης λίγο πριν το μεγάλο φινάλε «.... ο Καποδίστριας χαμογέλασε κάπως πικρά. ‘Αν ακολουθούσα τα σημάδια, δεν θα είχα έρθει ποτέ στην Ελλάδα’, είπε. Ύστερα συνέχισε τον δρόμο του σκεφτικός».

Μία ιστορία που δύσκολα ο αναγνώστης θα διαβάσει χωρίς, ελάχιστη έστω, συναισθηματική φόρτιση. 

«Ανάστροφα» του Ζορίς-Καρλ Ουισμάνς (μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη, επίμετρο Νίκος Μπακουνάκης, εκδόσεις Στερέωμα)

εκδόσεις Στερέωμα
«Ανάστροφα»

«... Αποφάσισε, τελικά, να ντύσει τους τοίχους, όπως τα βιβλία, με μαλακό μαροκινό δέρμα, από δορές φερμένες από την πόλη του Ακρωτηρίου, καλογυαλισμένο από τις πελώριες χαλύβδινες πλάκες ενός δυνατού στιλβωτικού πιεστηρίου. 

Όταν η επένδυση των τοίχων διακοσμήθηκε, έβαψε τα κυμάτια και τα ψηλά σοβατεπιά με λακαρισμένο βαθύ μπλε λουλακί, όπως αυτό που χρησιμοποιούν οι αμαξοποιοί στις ξύλινες επιφάνειες των αμαξών. Η ελαφρώς κοίλη οροφή, επίσης επενδυμένη με μαροκινό δέρμα, φανέρωνε, σαν πελώριος φεγγίτης ένθετος μέσα στο πορτοκαλόχρωμο δέρμα, έναν ουράνιο θόλο από μεταξωτό μπλε ρουά, στη μέση του οποίου ασημένια χερουβείμ, κεντημένα άλλοτε από τη Συντεχνία Υφαντών της Κολωνίας για κάποιο παλαιό άμφιο, ανέβαιναν φτεροκοπώντας δυνατά...»

Πηγή έμπνευσης για τον Μισέλ Ουελμπέκ αλλά και για τον «ποιητή της πανκ» Ρίτσαρντ Χελλ, το «Ανάστροφα» του Ζορίς-Καρλ Ουισμάνς είναι ένα κορυφαίο δείγμα της «λογοτεχνίας της παρακμής», «ένα ταξίδι μέσα από τη μνήμη, μέσα από την ανάμνηση, μέσα από την φαντασία και την φαντασίωση, μέσα από την σκηνογραφία ενός αισθητικού χώρου», όπως σημειώνει ο Νίκος Μπακουνάκης στο επίμετρό του.

«Ξαναδιαβάζουμε τον Ουισμάνς, ίσως όχι για να φτιάξουμε έναν αισθητικό κόσμο, όπως το πάνκ της δεκαετίας του 1970, αλλά για να αναμετρηθούμε με την παρακμή, τους νέους φόβους μας, την άμβλυνση ή και το ξέφτυσμα των δημοκρατικών αξιών και της κληρονομιάς του διαφωτισμού, με την βασανιστική καταπίεση της πολιτικής ορθότητας, με όλα τα post- της εποχής, ιδιαίτερα το post-democracy ή το post-secularism». Αλλά και για να απολαύσουμε μια εκπληκτική πρόζα που οδηγεί τον αναγνώστη «σε μια κατάσταση εκστατικού μετεωρισμού».

«Η προσευχή του αηδονιού» του Τάχα Χουσεΐν (μετάφραση από τα αραβικά Πέρσα Κουμούτση, εκδόσεις Gutenberg)

εκδόσεις Gutenberg
«Η προσευχή του αηδονιού»

Επαρχία Αιγύπτου 1930: Η Άμνα, ένα κορίτσι μεγαλωμένο σε μια από τις πιο οπισθοδρομικές περιοχές της χώρας αναγκάζεται να φύγει από το χωριό της μαζί με τη μητέρα και την αδελφή της. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέρνει να βρει δουλειά σε μια αστική οικογένεια. Η «ατίμωση», όμως, της αδελφής της ξαναστέλνει τις τρεις γυναίκες στην αφιλόξενη έρημο και στα χέρια ενός βάρβαρου θείου. Η Άμνα βάζει σκοπό της ζωής της να εκδικηθεί τον επιπόλαιο, αλλά και γοητευτικό, νεαρό αστό που ευθύνεται για την καταστροφή της οικογένειάς της.

«Μια εξαιρετικά γοητευτική ιστορία για την αγάπη και τη συγχώρεση, με προεκτάσεις που αγγίζουν πολλά ηθικά ζητήματα: την αφοσίωση, το αίσθημα της επιβίωσης, το κεφαλαιώδες ζήτημα της δικαιοσύνης, καθώς και εκείνο της χειραφέτησης των γυναικών», όπως γράφει στον πρόλογό της η μεταφράστρια του Πέρσα Κουμούτση και παράλληλα «μια ιστορία για την κοινωνική διαστρωμάτωση της Αιγύπτου».

Ο «πρύτανης της αραβικής λογοτεχνίας» Τάχα Χουσεΐν γεννήθηκε το 1889 σε ένα φτωχό χωριό και έμεινε τυφλός στα δύο του χρόνια. Πραγματοποίησε λαμπρές σπουδές στο Κάιρο και το Παρίσι, όπου κέρδισε τον θαυμασμό και τη φιλία σπουδαίων Γάλλων συγγραφέων, όπως ο Ζενέ και ο Κοκτό. Ως υπουργός του Νάσερ στη συνέχεια πραγματοποίησε επαναστατικές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα επιβάλλοντας, μεταξύ άλλων, τη φοίτηση κοριτσιών στα σχολεία. Μετέφρασε Πλάτωνα και ίδρυσε την πρώτη σχολή Ελληνικών σπουδών στο πανεπιστήμιο του Καΐρου.

Όπως είχε πει και ο κορυφαίος Ναγκίμπ Μαχφούζ «πριν πάρω εγώ Νόμπελ Λογοτεχνίας θα έπρεπε να το είχε πάρει ο Τάχα Χουσεΐν». Το βιβλίο κυκλοφορεί πρώτη φορά στα ελληνικά

«Κέρμα στον αέρα» της Τασούλας Επτακοίλη (εκδόσεις Καστανιώτη)

εκδόσεις Καστανιώτη
«Κέρμα στον αέρα»

«Οι οδηγίες ήταν σαφείς: ‘Ουδέν είδος τροφής θα περιλαμβάνεται επί των μεγάλων ή μικρών (σάκοι χειρός) αποσκευών. Θα απαγορευθή η μεταφορά οιουδήποτε είδους τροφής επί του πλοίου. Το κατ’ άτομον δικαιούμενον βάρος αποσκευών ανέρχεται εις 150 κιλά δι’ έκαστον μετανάστην. Το σημαντικώς πλεονάζον βάρος θέλει επιβαρύνη χρηματικώς τον μετανάστην διά την μεταφοράν του’. Και τα λοιπά, και τα λοιπά, και τα λοιπά. Απέξω το είχε μάθει πια το φυλλάδιο. Ο συγκεκριμένος περιορισμός, βέβαια, του βάρους, εκείνον δεν τον αφορούσε. Εκατόν πενήντα κιλά; Ούτε τα μισά δεν ζύγιζαν οι δυο βαλίτσες του: η μια παμπάλαια, από καρό ύφασμα, ασπρόμαυρη, με ξεφλουδισμένα καφέ δερμάτινα λουριά και χερούλι, και η άλλη ολοκαίνουργια, γκρίζα, με μαύρο φινίρισμα, δώρο του αδελφού του για το ταξίδι. Δεν έπαιρνε πολλά πράγματα μαζί του. Μήπως είχε, άλλωστε, και πολλά για να τα πάρει; Μετρημένη η προίκα του. Καμιά δεκαριά αλλαξιές εσώρουχα και κάλτσες, πέντ’ έξι πουκάμισα, φόρμες εργασίας, πιτζάμες, δυο ζευγάρια παπούτσια, μερικά πλεκτά –χειμώνα θα έβρισκε εκεί κάτω–, τα κασκόλ και τα γάντια που του είχε πλέξει η Δημητρούλα, το χοντρό πανωφόρι του, τα εργαλεία του, λίγες φωτογραφίες και μερικά δισκάκια: Πάνος Γαβαλάς και Βούλα Γκίκα, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Βίκυ Μοσχολιού και Στέλιος Καζαντζίδης, ο αγαπημένος του, σε 45άρια της Parlophone, της Decca, της Athénée και της His Master’s Voice. Α, και το καλό του το κοστούμι, το ένα και μοναδικό που είχε της προκοπής, ήταν μέσα στα μπαγκάζια του. Αυτό που είχε φορέσει στο γάμο του Πάνου και της Καίτης και στη βάφτιση της ανιψιάς του. Αχ, η Νατάσα, το ζουζούνι, με τα κόκκινα μάγουλα, τα σγουρά μαλλιά και τα αφράτα χεράκια της, που τον αγκάλιαζαν. «Θείο, θείο, θείο μου». Σαν μελωδία ήταν η φωνούλα της. Όμως τώρα ο θείος έφευγε. Πότε θα την ξανάβλεπε; Έβαλε τις βαλίτσες κάτω από το κρεβάτι του, μπήκε στο μπάνιο και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. «Εκπατρισθείς με το “Πατρίς”.6 Αστείο δεν είναι, Πετράκη;» ρώτησε τον άντρα στον καθρέφτη· τον κοντοκουρεμένο, με το φθαρμένο μαύρο σακάκι, το άσπρο πουκάμισο και τη λεπτή γκρίζα γραβάτα...»

Από τα βουνά της Αλβανίας, στη Σάμο του Εμφυλίου και της Χούντας, στον Πειραιά και στην Αυστραλία. Από τις προσδοκίες της Μεταπολίτευσης στις διαψεύσεις της κρίσης και στη νέα μετανάστευση. Η ελπίδα όμως δεν χάνεται. Ούτε η αγάπη.

«Οκτώ δεκαετίες. Δέκα πρόσωπα.

Μια μέρα στη ζωή καθενός.

Στιγμές από την ιστορία μιας οικογένειας.

Θα μπορούσε να είναι η δική μου.

Θα μπορούσε να είναι η δική σου». 

Η δημοσιογράφος Τασούλα Επτακοίλη έχει γράψει άλλα πέ­ντε βιβλία: Το άλλο μου ολόκληρο (εκ­δόσεις Πατάκη, 2016), μια προσωπική μαρτυρία για την απώλεια, την ποιη­τική συλλογή Η γυναίκα στο ασανσέρ (εκδόσεις Καστανιώτη, 2018), καθώς και τον Γουργούρη (εκδόσεις Πατάκη, 2017), τον Γκάρη (εκδόσεις Πατάκη, 2019) και την Τσαγιέρα που ανθίζει (εκ­δόσεις Καστανιώτη, 2019) – ιστορίες για παιδιά αλλά όχι μόνο. 

«Ο θάνατος του 007» του Άντονι Χόροβιτς (μετάφραση Χριστιάννα Σακελλαροπούλου, εκδόσεις Διόπτρα)

εκδόσεις Διόπτρα
«Ο θάνατος του 007»

Ένας Βρετανός πράκτορας επιπλέει δολοφονημένος στα νερά της Γαλλικής Ριβιέρας.  Αποφασισμένος να ξεσκεπάσει την αλήθεια, ο Τζέιμς Μποντ μπαίνει σε έναν κόσμο γρήγορων αυτοκινήτων, διά­σημων καζίνο και πολυτελών γιοτ. Όμως, κάτω από τη χλιδή κρύβονται σκιές και σύντομα θα έρθει αντιμέτωπος με ένα επικίνδυνο δίκτυο οργανωμένου εγκλήματος.

Σε αυτό το βιβλίο-προπομπό του πρώτου βιβλίου με ήρωα τον Τζέιμς Μποντ, ο δημοφιλής Βρετανός συγγραφέας -και φιλέλληνας- Άντονι Χόροβιτς αποδίδει φόρο τιμής στον μεγαλύτερο συγγραφέα κατασκοπικών μυθιστορημάτων, δημιουργώντας μια απολαυστική περιπέτεια που θα μπορούσε να έχει γράψει ο ίδιος ο Ίαν Φλέμινγκ.

H κομψή Ριβιέρα της δεκαετίας του ’50, ειδυλλιακό τοπίο για τους ανθρώπους που προσπαθούν να ξεπεράσουν τη φρίκη του πρόσφατου πολέμου, αλλά κι η σκοτεινή πλευρά της ανελέητης «μεγάλης εγκληματικότητας» σε απόσταση αναπνοής. Με υλικό από ένα προσχέδιο του Φλέμινγκ για μια αμερικανική τηλεοπτική σειρά που δεν γυρίστηκε ποτέ, o Χόροβιτς υπογράφει ένα κινηματογραφικό, γεμάτο ανατροπές έργο, απόλυτα πιστό στο ύφος του μεγάλου συγγραφέα.

Simone Padovani/Awakening via Getty Images

Ο Χόροβιτς έχει γράψει περισσότερα από σαράντα βιβλία και είναι συγγραφέας και δημιουργός της βραβευμένης αστυνομικής σειράς Foyle’s War, Midsomer Murders και της πιο πρόσφατης Collision, ανάμεσα στις άλλες τηλεοπτικές δουλειές του. Το 2011, το ίδρυμα Arthur Conan Doyle ανέθεσε στον συγγραφέα να γράψει τα μυθιστορήματα The House of Silk (2011) και Moriarty (2014), με ήρωα τον Σέρλοκ Χολμς, τα οποία έγιναν best sellers.

«Η ανθρώπινη μοίρα» του Αντρέ Μαλρό (μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη, εκδόσεις Μεταίχμιο)

εκδόσεις Μεταίχμιο
«Η ανθρώπινη μοίρα»

Το µυθιστόρηµα του Αντρέ Μαλρό διαδραµατίζεται στη Σανγκάη, το 1927, την περίοδο της συντριβής των Κοµµουνιστών από τον, µέχρι πρότινος σύµµαχό τους, Τσανγκ Κάι-σεκ και τους εθνικιστές.

Οι κεντρικοί ήρωες είναι Κινέζοι κοµµουνιστές και Ευρωπαίοι πλάνητες που πέφτουν θύµατα προδοσίας από τους εθνικιστές και τους Σοβιετικούς. Καθένας τους είναι µια πολυσχιδής και στοχαστική προσωπικότητα που επηρεάζεται διαφορετικά από το τραγικό πεπρωµένο του, αλλά η συντροφικότητα και ο κοινός αγώνας µοιάζουν να είναι το µόνο αντίδοτο στη θλιβερή µοναξιά που σφραγίζει την ανθρώπινη µοίρα.

Εκρηκτικό και επίκαιρο όπως και την εποχή που εκδόθηκε, το 1933, το βιβλίο θεωρείται το αριστούργηµα του Αντρέ Μαλρό, που χάρισε στον δηµιουργό του διεθνή αναγνώριση και το βραβείο Goncourt.

Όπως σημειώνει στον πρόλογο της έκδοσης ο Δημήτρης Στεφανάκης «Το µυθιστόρηµα του Μαλρό µε την αδιάλειπτη ένταση, τον σχεδόν βίαιο ρυθµό, που διακόπτεται από παύσεις στοχαστικές, άκρως φιλοσοφικές, εξελίσσεται σε ένα µάθηµα συνειδησιακής ροής. Το ιδιότυπο χιούµορ του συγγραφέα ξεπηδά από τη διάθεση των ηρώων του να κόψουν κατά σηµεία το νήµα της αφήγησης, παίρνοντας µια ανάσα από τα συγκλονιστικά γεγονότα στα οποία συµµετέχουν και αφηγούνται. Η Ανθρώπινη µοίρα θα µπορούσε άνετα να τοποθετηθεί σε οποιοδήποτε λιµάνι της Ευρώπης, αλλά τοποθετείται στη Σανγκάη του µεσοπολέµου, η οποία αναδεικνύεται σε πρωτεύουσα της οδύνης. […]
Η αναγνωστική εµπειρία της Ανθρώπινης µοίρας µάς θυµίζει ότι κάθε ιστορικό γεγονός γίνεται γρήγορα µύθος και ως τέτοιος προσφέρεται προκειµένου να αναδειχθεί ξανά µέσα από αυτόν ένας Σίσυφος, ένας Άµλετ ή ένας Προµηθέας. Στο µυθιστόρηµα του Μαλρό βαραίνει η σκιά του Προµηθέα, ενός υπεράνθρωπου επαναστάτη που φέρεται να δηλώνει: «Εν αρχή ην η πράξη και όχι ο λόγος!».

Loomis Dean via Getty Images

Ο Αντρέ Μαλρό γεννήθηκε το 1901 στο Παρίσι. Σπούδασε στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών και, μετά τη δημοσίευση του αλληγορικού διηγήματός του Χάρτινα φεγγάρια (1921), συμμετείχε σε μια αρχαιολογική αποστολή στην Καμπότζη, συντάχθηκε με τους Κινέζους επαναστάτες και πήρε μέρος στον κινεζικό εμφύλιο πόλεμο (1926-1928), στη Σαγκάη και την Καντόνα. Αποτέλεσμα αυτής της άμεσης επαφής του με την Ανατολή ήταν Ο πειρασμός της Δύσης (1926). Επόμενα έργα του: Το αλλόκοτο βασίλειο (1928), Οι κατακτητές (1928), Βασιλική οδός (1930), Η ανθρώπινη μοίρα (1930, βραβείο Γκονκούρ), Ο καιρός της περιφρόνησης (1935), Η ελπίδα (1937). Συμμετείχε ενεργά στη γαλλική Αντίσταση και τον αγώνα για την απελευθέρωση, εμπειρίες που θα περιγράψει στο μυθιστόρημα Η πάλη με τον άγγελο, του οποίου το χειρόγραφο καταστράφηκε από την Γκεστάπο και μονάχα ένα μικρό τμήμα του κυκλοφόρησε το 1943 με τίτλο Οι καρυδιές του Άλτενμπουργκ. Μετά το τέλος του πολέμου χρημάτισε υπουργός Πολιτισμού και εγκατέλειψε τη λογοτεχνική φόρμα για να αφιερωθεί στη συγγραφή μελετών αισθητικού περιεχομένου. Πέθανε το 1976.

 «Το φτυάρι» της Λιζ Σπιτ (μετάφραση Κλαιρ Νεβέ, Εύη Σιούγγαρη, εκδόσεις Μεταίχμιο) 

εκδόσεις Μεταίχμιο
«Το φτυάρι»

Ένα λογοτεχνικό ντεμπούτο που συζητήθηκε και μεταφράστηκε σε όλη την Ευρώπη. Η φλαμανδή ηλικίας 31 ετών, Λιζ Σπιτ από την πρώτη μόλις εβδομάδα κυκλοφορίας του βιβλίου της πούλησε 10.000 αντίτυπα (σήμερα έχει ξεπεράσει τα 170.000 αντίτυπα σε πωλήσεις),έχει αποσπάσει λογοτεχνικά βραβεία στις Κάτω Χώρες και στο Βέλγιο και έχει λάβει επαινετικές κριτικές. 

Σ’ ένα μικρό φλαμανδικό χωριό, το 1988, γεννιούνται μόνο τρία μωρά: ο Λόρενς, ο Πιμ και η Εύα. Τα τρία παιδιά, οι «τρεις σωματοφύλακες», είναι αχώριστα. Οι ενήλικες μοιάζουν απόντες, χαμένοι στις δικές τους εμμονές, αδυναμίες και πάθη, έτσι η παιδική αθωότητα και η ανεμελιά ορίζουν τις ζωές των τριών φίλων. Η φλαμανδική ύπαιθρος όμως αποπνέει μια νοσηρότητα, παντού ελλοχεύει ένας ακαθόριστος φόβος.

Στην εφηβεία οι σχέσεις των παιδιών ραγίζουν, με τρόπο ύπουλο, απροσδιόριστο. Ένα καλοκαίρι με καύσωνα, τα δυο αγόρια καταστρώνουν ένα σχέδιο προκειμένου να πείσουν τα πιο όμορφα κορίτσια του χωριού να γδυθούν μπροστά τους. Για να πετύχουν τον σκοπό τους, επινοούν ένα τέχνασμα: κάθε κορίτσι θα πρέπει να λύσει ένα αίνιγμα κάνοντας σχετικές ερωτήσεις· ως αντάλλαγμα για κάθε ερώτηση θα βγάζει ένα ρούχο. Η Εύα θα πρέπει να γίνει συνένοχη των αγοριών αν θέλει να παραμείνει στην παρέα. Συμφωνεί, χωρίς να ξέρει ακόμη ότι αυτό το «φονικό καλοκαίρι» θα τη σημαδέψει για πάντα. Χρόνια αργότερα, η Εύα αποδέχεται την πρόσκληση του Πιμ να επιστρέψει στη γενέτειρά της. Στο πορτ μπαγκάζ του μικρού αυτοκινήτου της κουβαλάει ένα μεγάλο κομμάτι πάγου και στην ψυχή της όλα τα τραύματα του παρελθόντος ακόμη ανοιχτά.

Μια σκοτεινή ιστορία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υβρίδιο μυθιστορήματος ενηλικίωσης, θρίλερ μυστηρίου και μαύρης κωμωδίας, την οποία η De Standaard χαρακτήρισε «μεγαλειώδη είσοδο στο ευρωπαϊκό λογοτεχνικό προσκήνιο».

«Χαμένο προφίλ» του Υγκ Παγκάν (μετάφραση Γιάννης Καυκιάς, εκδόσεις Πόλις)

εκδόσεις Πόλις
«Χαμένο προφίλ»

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, σε μια πόλη της γαλλικής επαρχίας. Ένας αστυνομικός, ο οποίος βρίσκεται στα ίχνη μιας νεαρής γυναίκας που καταζητείται, δέχεται ένοπλη επίθεση. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο Σνεντέρ, επικεφαλής του τμήματος δίωξης του εγκλήματος. Τα πράγματα, όμως, παίρνουν άσχημη τροπή. Η νεαρή γυναίκα είναι κόρη του κυρίου Τομ, του ανθρώπου που κινεί τα νήματα στη ζωή της πόλης. Ο κύριος Τομ και ο Σνεντέρ, ωστόσο, συνδέονται με περίπλοκους δεσμούς. 

Ο Σνεντέρ, όπως συμβαίνει σε κάθε νουάρ, είναι ένας ήρωας μοναχικός, που καπνίζει πολύ, κοιμάται ελάχιστα και περιπλανιέται κάθε νύχτα στην πόλη πολεμώντας τα φαντάσματά του, ανίκανος να αντιμετωπίσει τη διαφθορά που κυριαρχεί στην πόλη. Θα προσπαθήσει να βρει τι κρύβεται πίσω από την ένοπλη επίθεση κατά του συναδέλφου του και να μάθει ποια είναι η Τσερόκι, αυτή η μοιραία, όπως σε κάθε νουάρ, γυναίκα που εμφανίζεται και την οποία θα ερωτευτεί κεραυνοβόλα. Θα αποδειχτεί η λύτρωσή του ή θα είναι το πρόσωπο του θανάτου του;

Ο Υγκ Παγκάν (πρόκειται για φιλολογικό ψευδώνυμο) γεννήθηκε το 1947 στην Αλγερία, στην πόλη που τότε ονομαζόταν Orleansville και σήμερα φέρει το όνομα Chlef. Το 1962 αναγκάστηκε, μαζί με τους γονείς του, να εγκατασταθεί στη Γαλλία. Σπούδασε φιλοσοφία και εργάστηκε για λίγα χρόνια ως καθηγητής φιλοσοφίας στη μέση εκπαίδευση. Στη συνέχεια, ασκεί διάφορα επαγγέλματα: δημοσιογράφος, φωτορεπόρτερ, τραπεζικός υπάλληλος. Το 1973, έπειτα από διαγωνισμό, γίνεται δεκτός στη γαλλική αστυνομία με τον βαθμό του επιθεωρητή. Θα παραιτηθεί είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, για να εργαστεί ως σεναριογράφος.

Εξέδωσε το πρώτο του νουάρ μυθιστόρημα το 1982 (La Mort dans une voiture solitaire), ακολούθησαν οκτώ βιβλία, με τελευταίο το «Dernière station avant l’autoroute» (Βραβείο Mystère της κριτικής) και μετά σιωπή. Μέχρι το 2017, οπότε και ο Παγκάν επανεμφανίστηκε με το Χαμένο προφίλ, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Η κριτική έχει αναφερθεί στη στυλιστική του δεινότητα, την ικανότητά του στην περιγραφή πολύπλοκων ψυχολογικών καταστάσεων και την πρωτοτυπία του (έστω και αν αναγνωρίζονται επιδράσεις από συγγραφείς του νουάρ όπως ο Ντάσιελ Χάμετ και ο Χάουαρντ Φαστ, αλλά και από τους Σελίν, Ντος Πάσος, Σενέκα, Πασκάλ και Σιοράν, ενώ επισημαίνονται αναλογίες και με το έργο του Ζαν-Πιερ Μελβίλ).

Με αυτό το νουάρ μυθιστόρημα, που είναι επίσης η ιστορία ενός μεγάλου έρωτα, ο Υγκ Παγκάν, μείζων μορφή του γαλλικού νουάρ των δεκαετιών του ’80 και του ’90, πραγματοποιεί μια εντυπωσιακή επιστροφή. Lire.

«Ελεύθερη πτώση» της Τζέσικα Μπάρι (μετάφραση Μαρία Παπανδρέου, εκδόσεις Bell)

εκδόσεις Bell
«Ελεύθερη πτώση»

Όταν το ιδιωτικό αεροπλάνο του αρραβωνιαστικού της συντρίβεται στα Βραχώδη Όρη του Κολοράντο, η Άλισον Κάρπεντερ ως εκ θαύματος βγαίνει ζωντανή. Όμως η μάχη για τη ζωή της μόλις ξεκίνησε. 

Η Άλισον κρύβει ένα τρομερό μυστικό, μια επικίνδυνη αλήθεια που κάποιοι θα σκότωναν για να κρατήσουν κρυφή. Αν μάθουν ότι είναι ζωντανή, θα ψάξουν να τη βρουν. Η Άλισον είναι μόνη, τραυματισμένη, φοβισμένη και πρέπει να καταφέρει να φτάσει σπίτι.

Στην άλλη πλευρά της χώρας, η Μάγκι Κάρπεντερ μαθαίνει ότι η κόρη της θεωρείται νεκρή. Όμως το πτώμα της ’Αλισον δεν έχει βρεθεί και η Μάγκι τολμά να ελπίζει. Έχει κι εκείνη το δικό της ένοχο μυστικό: έχει δύο χρόνια να μιλήσει με την κόρη της, που έφυγε από το σπίτι μετά από μια οικογενειακή τραγωδία, και δεν ξέρει τίποτα για τη νέα ζωή της Άλισον –ούτε καν ότι ήταν αρραβωνιασμένη με έναν πάμπλουτο άντρα.

Ενώ η Άλισον προσπαθεί να επιβιώσει στο αφιλόξενο βουνό, η Μάγκι μαθαίνει ότι η κόρη της ζούσε σ’ έναν κόσμο όπου βασίλευε το χρήμα και η πολυτέλεια, τελείως ξένο για την ίδια. Από τι προσπαθούσε να ξεφύγει η Άλισον; Θα προλάβει η Μάγκι να ανακαλύψει την αλήθεια πριν να είναι πολύ αργά;

Η «Ελεύθερη Πτώση» είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ που εξερευνά τον άρρηκτο δεσμό και την περίπλοκη σχέση μεταξύ μητέρας και κόρης, εξού και η παράλληλη αφήγηση των δύο γυναικών. 

Το βιβλίο της Αμερικανίδας, εγκατεστημένης τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια στο Λονδίνο, Τζέσικα Μπάρι -το πρώτο της συγγραφέως- κυκλοφορεί σε δεκαεπτά χώρες και θα μεταφερθεί στον κινηματογράφο. 

Sponsored Post