ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
13/03/2020 07:20 EET

Η παγκόσμια κατάρρευση αλλάζει την Ιστορία των αγορών

Η εβδομάδα που κλείνει είναι μια από τις χειρότερες στην ιστορία των παγκόσμιων αγορών. Το ερώτημα είναι έως πότε.

ASSOCIATED PRESS

Η εικόνα κατάρρευσης των αγορών παγκοσμίως ίσως αλλάζει για ακόμα μια φορά την ιστορία. Η νέα «Μαύρη Δευτέρα» ή «Panic Mondey» όπως την χαρακτήρισαν αρκετοί αναλυτές έβαλε τέλος στις προσδοκίες ότι οι αγορές μπορεί να αντιμετωπίσουν με ψυχραιμία την εξάπλωση του κορονοϊου. Αποτέλεσμα, η Πέμπτη να καταγράφεται ως η χειρότερη ημέρα στην ιστορία των Ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων. Η εβδομάδα που κλείνει είναι μια από τις πιο δύσκολες στην ιστορία. Το ερώτημα είναι μέχρι πότε;

Με τον κορονοϊό να εξαπλώνεται ραγδαία, η απόφαση της Σαουδικής Αραβίας να ανοίξει πόλεμο τιμών με την Ρωσία με αφορμή την παραγωγή πετρελαίου, ήταν απλά σαν κάποιος να τράβηξε την τάπα και να ξεκίνησε η περιδίνηση. Η απόφαση του Ντόναλντ Τράμπ να αναστείλει τα δρομολόγια από Ευρώπη για τις ΗΠΑ, ήταν το σήμα για να επιταχυνθεί η κατάρρευση των αγορών. Τα τελευταία 24ώρα οι επενδυτές δείχνουν να μην περιμένουν ότι μπορεί κάποια είδηση να αντιστρέψει την πορεία. Μοιάζει σαν πολλοί από αυτούς ξαφνικά να βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια σκληρή αλήθεια: «Ο κορονοϊός δεν είναι μόνο Κινέζικη υπόθεση».

Αποτέλεσμα μετοχές, ομόλογα και εμπορεύματα να δέχονται διαρκές σφυροκόπημα εξαιτίας του φόβου ότι η εξάπλωση του κορονοϊού μπορεί να μετατραπεί σε πανδημία. Και την Τετάρτη ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας απλά επιβεβαίωσε τους φόβους. Η κήρυξη πανδημίας ήταν σαν να δόθηκε το σήμα ώστε να ξεκινήσει ο πανικός στις αγορές. Τα ασφαλή καταφύγια των Αμερικανικών ομολόγων, του χρυσού ή ακόμα και των νομισμάτων δεν μοιάζουν αρκετά προκειμένου να περιοριστούν οι απώλειες. Τα χρηματιστήρια παγκοσμίως βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση.

 

Φόβοι για την επόμενη ημέρα

Οι επενδυτές αναρωτιούνται εάν υπάρχει τρόπος να περιοριστούν οι ζημιές και να ανακοπεί ο ρυθμός επιδείνωσης των οικονομικών συνθηκών. Ενδεικτικό του κλίματος είναι το γεγονός ότι μέρα με τη μέρα αυξάνονται οι αρνητικές προβλέψεις για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.

Κοινή αντίληψη είναι πλέον ότι η οικονομία θα υποστεί ζημιά. Πολύ πιθανό να είναι και ιδιαίτερα σοβαρή. Μένει να οριστικοποιηθεί το μέγεθος αυτής της ζημιάς. Το τελικό αποτέλεσμα θα κριθεί από την ταχύτητα με την οποία θα αντιδράσουν οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί. Κυρίως όμως θα κριθεί από την αποτελεσματικότητα των μέτρων που θα λάβουν.

«Το πλήρες μέγεθος της ζημιάς από τον κορονοϊό στην οικονομία δεν θα είναι σαφές για αρκετό καιρό. Ο φόβος διάχυσης θα υπονομεύσει την καταναλωτική και επιχειρηματική ζήτηση. Όσο περισσότερο χρειασθεί για νοικοκυριά και επιχειρήσεις να επανέλθουν σε φυσιολογική δραστηριότητα, τόσο μεγαλύτερος και ο οικονομικός αντίκτυπος», επισημαίνει η Moody’s, προειδοποιώντας ότι έχει ενισχυθεί ο κίνδυνος για μια παγκόσμια ύφεση.

Το ΔΝΤ ζητά από τις κυβερνήσεις να ανοίξουν το δημόσιο ταμείο και να αυξήσουν τη ρευστότητα. Είναι ενδεικτικό ότι οικονομολόγοι του Ταμείου αναφέρουν ότι εάν η ενεργοποίηση των εργαλείων για την ενίσχυση της ρευστότητας είναι χρονοβόρα, ίσως οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να σκεφτούν να μοιράσουν απευθείας χρήματα.

Το ίδιο κάνει και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ. Αυξάνει τη ρευστότητα και μειώνει τα επιτόκια. Σχεδόν 50 δισ ευρώ θα κατευθυνθούν προς την οικονομία. Οι ΗΠΑ έχουν την πρόθεση να μην σταματήσουν εκεί. Ο Λευκός Οίκος σχεδιάζει τη λήψη γενναίων δημοσιονομικών μέτρων προκειμένου να στηρίξει την οικονομία των ΗΠΑ. Μειώσεις φόρων και εισφορών ή ακόμα και άμεση βοήθεια σε μισθωτούς που έχουν πληγεί από την κρίση, είναι μερικά από τα μέτρα προκειμένου να θωρακιστεί η οικονομία των ΗΠΑ.

 

Παροχή ρευστότητας

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού οι αποφάσεις για ακόμα μια φορά μοιάζει να «σκοντάφτουν» στις πολιτικές ισορροπίες. Οι ηγέτες της Ε.Ε προς το παρόν αρκούνται στη δέσμευση πως εάν χρειαστεί θα ληφθούν μέτρα στήριξης. Όλα δείχνουν ότι στο Eurogroup της 16ης Μαρτίου οι υπουργοί οικονομικών θα αρκεστούν σε διαπιστώσεις σχετικά με την κατάσταση της οικονομίας, μεταθέτοντας τις όποιες αποφάσεις για το μέλλον, αφού πρώτα, όπως συνηθίζουν,  θα έχουν εκφράσει την πρόθεση τους να κάνουν ο,τι χρειαστεί.

Προς το παρόν εναποθέτουν τις ελπίδες τους για ενίσχυση της οικονομίας στην ρευστότητα που θα παρέχει η ΕΚΤ. Τα 120 δισ ευρώ όμως έως το τέλος του χρόνου μέσω του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης  που αποφάσισε η ΕΚΤ, αυτή τη στιγμή μοιάζουν με ασπιρίνη. Η επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Γκίτα Γκοπινάθ ήταν ξεκάθαρη προειδοποιώντας τις κυβερνήσεις ανά τον κόσμο ότι οι ευρείες μειώσεις επιτοκίων μπορεί να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη, αλλά θα ήταν αποτελεσματικές στην τόνωση της ανάπτυξης μόλις ομαλοποιηθούν οι επιχειρηματικές συνθήκες,

Αυτή την στιγμή, όπως σημειώνει σε ανάρτησή της στο blog του ΔΝΤ «Επιχειρήσεις και νοικοκυριά που έχουν πληγεί από τα προβλήματα στην προσφορά και μείωση της ζήτησης θα μπορούσαν να λάβουν μεταβιβάσεις μετρητών, επιδοτήσεις μισθών και φοροελαφρύνσεις, βοηθώντας τους ανθρώπους να καλύψουν τις ανάγκες τους και τις επιχειρήσεις να επιβιώσουν».

Αρκετές κυβερνήσεις απαντούν με γενναία σχέδια παροχής ρευστότητας. Η Βρετανία ανακοίνωσε πρόγραμμα 39δισ δολαρίων, η Αυστραλία 11,4δισ δολάρια, η Ιταλία 25δισ ευρώ. Όλες οι χώρες η μία μετά την άλλη ανακοινώνουν προγράμματα παροχής ρευστότητα, ως μόνη λύση για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Στο ίδιο μήκος κύματος και η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ, καθώς κατά τη διάρκεια της χθεσινής συνέντευξης τύπου υπογράμμισε ότι η εξάπλωση του Covid-19 και οι επιπτώσεις της συνιστούν «μεγάλο σοκ» για την οικονομία και καλεσε τις κυβερνήσεις να λάβουν άμεση και αποφασιστική δράση.

«Απαιτείται φιλόδοξη, συντονισμένη απάντηση με μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής» ξεκαθάρισε η κ. Λαγκάρντ, τονίζοντας ότι  η νομισματική πολιτική δεν αρκεί, καθώς είναι η ώρα των κυβερνήσεων να δράσουν.

Sponsored Post