Η τέχνη στην πανδημία: Από τις εκθέσεις - blockbuster και τον συνωστισμό στις online περιηγήσεις

Τα ρεκόρ διαδικτυακής κίνησης, η επόμενη μέρα και τι σημαίνει η φράση «τις τελευταίες δύο δεκαετίες ήταν σαν να ήμαστε σε πάρτι».
Λούβρο, Οκτώβριος 2019, στην αίθουσα της Μόνα Λίζα.
Λούβρο, Οκτώβριος 2019, στην αίθουσα της Μόνα Λίζα.
ASSOCIATED PRESS

Τα μουσεία, οι πινακοθήκες και οι αίθουσες τέχνης (μέχρι τις πιο μικρές, ανεξάρτητες γκαλερί) σε όλον τον κόσμο, αναγκάστηκαν να προχωρήσουν τον περασμένο Μάρτιο σε αναστολή λειτουργίας λόγω κορονοϊού. Μέχρι τα μέσα του μήνα άπαντες είχαν βάλει λουκέτο (υπενθυμίζεται ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κήρυξε πανδημία στις 11 Μαρτίου 2020).

Η συμμόρφωση στα μέτρα πρόληψης για την εξάπλωση του Covid-19 σήμανε αυτομάτως οικονομική ζημία (πιο σωστά, αιμορραγία) και βέβαια, άδειες άνευ αποδοχών και σε πολλές περιπτώσεις, απολύσεις προσωπικού. Οι συνέπειες του lockdown, ορατές σε κάθε τομέα της παγκόσμιας οικονομίας, ανέτρεψαν τα δεδομένα και στον χώρο της τέχνης. Μία αγορά ταυτισμένη με τη διασύνδεση και την κινητικότητα, έπεσε ξαφνικά σε αδράνεια. Ο τίτλος άρθρου του επιφανούς κριτικού τέχνης Τζέρι Σαλτζ στο περιοδικό «New York» στις αρχές Απριλίου είναι ενδεικτικός: «Οι τελευταίες ημέρες του κόσμου της τέχνης και οι πρώτες ενός νέου».

Όπως λέει η Φράνσις Μόρις, διευθύντρια της Tate Modern «είναι μία κρίσιμη στιγμή. Από δω και στο εξής θα μιλάμε με όρους ‘πριν’ και ‘μετά’. Ο κορονοϊός θα επιφέρει πολλές αλλαγές στην τέχνη».

Τα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι προφανώς πολλά: Τι είδους αλλαγές θα είναι αυτές και προς ποια κατεύθυνση; Ο ορίζοντας είναι σκοτεινός ή διαφαίνονται ενδεχομένως κάποιες ευκαιρίες; Κι όταν αναδυθούμε από όλο αυτό και επανέλθουμε στην κανονικότητα, πώς θα είναι η τέχνη και ο κόσμος της τέχνης;

Το μόνο βέβαιο μέχρι τώρα -και ευτυχώς, φωτεινό σημείο- είναι πως από τη στιγμή που η επαφή μας με την τέχνη έγινε αδύνατη μέσω φυσικής παρουσίας, το κοινό επέδειξε μια τεράστια διάθεση να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτήν με κάθε τρόπο.

Τα μουσεία και οι γκαλερί κατέγραψαν ρεκόρ διαδικτυακής κίνησης. Οι επισκέπτες στην ιστοσελίδα του Βρετανικού Μουσείου -όπου μπορούν να περιηγηθούν σε πάνω από εξήντα αίθουσες- αυξήθηκαν από τις πρώτες κιόλας ημέρες της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης (από 2.000 έφτασαν στις 75.000 ημερησίως). Οι περισσότεροι δε, είναι από Ιταλία και Ισπανία. Όσο για το κανάλι του στο YouTube έφτασε τους 300.000 συνδρομητές, καθιστώντας το αυτή τη στιγμή, το τρίτο μουσείο σε διαδικτυακή επισκεψιμότητα στον κόσμο.

Η εικονική περιήγηση στην περίφημη Πινακοθήκη Κουρτό στο Λονδίνο κατέγραψε στα μέσα Μαρτίου αύξηση της τάξης του 723% (!). Δεν υπήρξε σοβαρό μουσείο και πινακοθήκη που να μην ξεκίνησε τις online περιηγήσεις. Μέχρι και η Art Basel, η μεγαλύτερη διεθνής φουάρ σύγχρονης τέχνης (που συγκεντρώνει συλλέκτες και εκπροσώπους μουσείων από όλο τον κόσμο), μετά την ακύρωση της φετινής διοργάνωσης στο Χονγκ Κονγκ έγινε διαδικτυακά. «Είναι πρωτοφανές. Μετά από χρόνια συζητήσεων, επιτέλους τόσοι άνθρωποι εκμεταλλεύονται τη δυνατότητα του διαδικτύου» σχολιάζει η Άλισον Κόουλ, εκδότρια της «βίβλου» για τον κόσμο της τέχνης, The Art Newspaper.

Ως είναι ευνόητο, αναβαθμίστηκε και ο ρόλος των social media των μουσείων και άλλων πολιτιστικών ιδρυμάτων. Ενώ προ κορονοϊού περιοριζόταν κατά κύριο λόγο στην αναγγελία και προώθηση εκθέσεων, εγκαινίων και δράσεων, τώρα κατέστη σαφές ότι είναι ο μοναδικός δρόμος που έχουν στη διάθεση τους για να κρατήσουν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με το κοινό.

Η Φράνσις Μόρις εντοπίζει στο συγκεκριμένο θέμα μια βαθιά αλλαγή: «Η πραγματική συνομιλία με πραγματικούς ανθρώπους είναι συναρπαστική. Είναι κάτι που δεν κάναμε όσο πρέπει. Και μόλις ξανανοίξουμε, θα έχουμε την ευκαιρία να την αναβαθμίσουμε». Ενώ επισημαίνει ακόμη μία παράμετρο του ίδιου επί της ουσίας, θέματος, λέγοντας ότι τώρα «που δεν υπάρχει αυτό το συνεχές πήγαινε - έλα όλοι είναι απίθανα διαθέσιμοι. Έχω συνομιλήσει με συναδέλφους μου απ’ όλον τον κόσμο».

Πέρα από όλα αυτά, η οικονομική πραγματικότητα διαφαίνεται ζοφερή.

Με την παγκόσμια οικονομία σε pause, το χρήμα που τροφοδότησε τον κόσμο της τέχνης τα τελευταία 20 χρόνια -μια περίοδο ανάπτυξης, επέκτασης των μουσείων, εκτόξευσης των αγορών (και των ποσών) στις δημοπρασίες, όπως και πάρα πολλών εκθέσεων- ξαφνικά μοιάζει να εξαφανίζεται.

Όπως λέει η Μόρις «τις τελευταίες δύο δεκαετίες ήταν σαν να ήμαστε σε πάρτι».

Όπως όλα δείχνουν, οι μικρές αίθουσες και βεβαίως, οι καλλιτέχνες, θα υποφέρουν. «Στο διά ταύτα, ο κόσμος της τέχνης είναι μία βιομηχανία πολυτελείας, αλλά οι θέσεις των περισσοτέρων εργαζομένων στην εν λόγω βιομηχανία -καλλιτέχνες, εξειδικευμένο και λοιπό προσωπικό σε μουσεία και γκαλερί- είναι εξαιρετικά επισφαλείς» επισημαίνει η Άλισον Κόουλ, προσθέτοντας: «Πρόσφατο δημοσίευμα μας ανέφερε ότι το ένα τρίτο των γαλλικών γκαλερί πιθανώς θα κλείσει μέχρι το τέλος του 2020. Ακόμα κι αν η αγορά της τέχνης ανακάμψει, θα είναι ένας πολύ μικρότερος κόσμος». Εξαιρετικά ευάλωτα είναι επίσης και τα μικρά μουσεία στη Βρετανία.

Αμφότερες πάντως, συμφωνούν ότι εισερχόμαστε σε μία εποχή κατά την οποία το μέχρι πρότινος κανονικό είναι πλέον μη βιώσιμο. «Η γιγάντωση, οι mega- συλλέκτες, η αγορά μεγάλων έργων που θεωρούνται τρόπαια. Νομίζω ότι μπαίνουμε σε μια περίοδο του όσο λιγότερο τόσο καλύτερα. Μία περίοδο η οποία ελπίζω να είναι λιγότερο macho».

Όσο για το ερώτημα εάν είναι πρώιμο να μιλήσει κανείς για την τέχνη του κορονοϊού (corona art), καθώς οι καλλιτέχνες παραμένουν όπως όλοι απομονωμένοι στα στούντιο τους, προσπαθώντας να ισορροπήσουν την καθημερινότητα που διαμόρφωσαν τα νέα δεδομένα, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι πολλοί θα διοχετεύσουν τις εμπειρίες τους από αυτές τις παράξενες μέρες στη δουλειά τους.

Η Μόρις δηλώνει ότι δεν είναι σε θέση να πει με σιγουριά τι θα προκύψει, αλλά εκτιμά ότι αξίζει να περιμένουμε: «Αν κοιτάξουμε τα μεγάλα τραυματικά γεγονότα του παρελθόντος -παγκόσμιοι πόλεμοι, καταστάσεις έκτακτης ανάγκης σε παγκόσμιο επίπεδο -οι καλλιτέχνες ανταποκρίνονταν πάντα. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν το κίνημα του Ντανταϊσμού και ο Σουρεαλισμός, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Υπαρξισμός και το ρεύμα της Αφαίρεσης. Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, θα έχει ενδιαφέρον», καταλήγει.

Με πληροφορίες από Guardian, Euronews, New Statesman