Έκτορας Ταρτανής: «Στα καλύτερά τους έργα οι κλασικοί συνθέτες διδάσκουν την ουσία»

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών φέρνει την κλασική Βιέννη στο Μέγαρο Μουσικής
.
.
.

Αυτή την Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών φέρνει την κλασική Βιέννη στο Μέγαρο Μουσικής. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει εμβληματικά έργα των τριών «κλασικών» Χάυντν, Μότσαρτ και Μπετόβεν. Λίγο πριν την πολυαναμενόμενη βραδιά, ο αρχιμουσικός Έκτορας Ταρτανής που αναλαμβάνει τη μουσική διεύθυνση μιλάει για την αξία των συγκεκριμένων έργων και αναλύει τους παράγοντες που καθιστούν μια επιτυχημένη συναυλία.

.
.
Paul_Leclaire_1_Koeln

Πρόσφατα, βραβευτήκατε στο Διεθνή Διαγωνισμό Μουσικής Διεύθυνσης Χατσατουριάν για τη διεύθυνσή σας στο Adagio από το μπαλέτο «Σπάρτακος» του Αράμ Χατσατουριάν. Τι σημαίνουν για εσάς τέτοιου είδους διακρίσεις;

O Μπέλα Μπάρτοκ είπε πως οι διαγωνισμοί είναι για άλογα και όχι για μουσικούς - κάτι με το οποίο συμφωνώ απόλυτα. Iδιαίτερα οι διαγωνισμοί στο χώρο της μουσικής δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα παιχνίδι με πολύ περιορισμένους κανόνες, οι οποίοι αδυνατούν να αναπαραστήσουν την καθημερινότητα της δουλειάς ενός μαέστρου. Επομένως θεωρώ πως κάθε διάκριση σε ένα τέτοιο event δεν αποκαλύπτει παραπάνω απ′ ότι το γεγονός πως ένας μουσικός είναι ικανός να προσαρμοστεί σε ένα συγκεκριμένο πλαστό πλαίσιο. Επί της ουσίας αυτό δε λέει και πολλά. Ενδεχομένως βοηθάει κάποια άτομα, τα οποία δεν μπορούν να διακρίνουν τον ικανό από τον ανίκανο μουσικό, και νομίζουν πως με μια διεθνή βράβευση έχουν τουλάχιστον μία αντικειμενική σιγουριά στο χέρι τους. Εγώ προσωπικά συμμετείχα στο συγκεκριμένο διαγωνισμό το καλοκαίρι του 2021 επειδή δεν ήξερα πόσο θα κρατήσει το lockdown και προτίμησα να παίξω ένα παιχνίδι από το να μείνω αδρανής.

Πρόκειται να διευθύνετε έργα των τριών λεγόμενων «κλασικών» συνθετών. Του Χάυντν, του Μότσαρτ και του Μπετόβεν. Ποιοι λόγοι κατά τη γνώμη σας μας κάνουν να επιστρέφουμε ξανά και ξανά στα έργα τους;

Είναι οι ίδιοι λόγοι για τους οποίους ανεβαίνουμε ξανά και ξανά στην Ακρόπολη και μας ελκύουν οι Δελφοί. Στα καλύτερά τους έργα αυτοί οι συνθέτες της κλασικής περιόδου μας διδάσκουν την αρμονία, την ομορφιά, την ιερή γεωμετρία και το «λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν» - δηλαδή την έκφραση της ουσίας των πραγμάτων άνευ φλυαρίας. Σας ρωτώ, ο Λεωνίδας δεν μεταδίδει το ίδιο μήνυμα όπως ο Μπετόβεν στην Πέμπτη του συμφωνία με το περιβόητο « Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς.»; Ο ηρωισμός του Λεωνίδα συνέχεται άμεσα με αυτόν του Μπετόβεν. Αυτά είναι έργα αθάνατα, που έχουν μια διαχρονική εμβέλεια και κάθε γενιά οφείλει να τα απορροφήσει και να τα αφομοιώσει όχι μόνο θεωρητικά ή ακαδημαϊκά, αλλά κυρίως βιωματικά.

.
.
.

Πόσο εύκολο είναι ένας αρχιμουσικός να διευθύνει με ευφάνταστο τρόπο έργα που είναι τόσο αγαπητά και χιλιοπαιγμένα;

Είναι το πιο δύσκολο. Εάν ένα έργο είναι τόσο γνωστό όπως η Πέμπτη συμφωνία του Μπετόβεν - ή τουλάχιστον όπως το πρώτο μέρος του έργου - υπάρχει ήδη μια ισχυρή αντίληψη ως προς την ερμηνεία αυτής της μουσικής και από τον μαέστρο αλλά και από το κοινό. Αυτό μπορεί να είναι κατάρα εάν νιώθεις ως μαέστρος πως σε περιορίζει κατά κάποιον τρόπο και αισθάνεσαι μια έμμεση πίεση αναπλήρωσης κάποιων αισθητικών προδιαγραφών. Προσπαθώ όμως να το δω πιο πολύ σαν ευλογία επειδή οι προκαταλήψεις αυτές μου δίνουν τη δυνατότητα να πάω ενάντια στο status quo, απελευθερώνοντας τον εαυτό μου από το κοινό γούστο και βασιζόμενος πάντα στη παρτιτούρα του ανάλογου έργου και τη θέληση του συνθέτη.

Ο στόχος βέβαια είναι και σε αυτή την περίπτωση ο ίδιος να αναδείξεις την θέληση του συνθέτη και το μεγαλείο της μουσικής με όλες τις λεπτομέρειές της. Από την άλλη θα τρομάζατε ειλικρινά αν γνωρίζατε πόσο πολύ απέχει ο μέσος όρος του κοινού γούστου από την παρτιτούρα του συνθέτη – ιδίως στο λεγόμενο έργο.

Το πολυφωνικό φινάλε της 95ης Συμφωνίας του Χάυντν έχει οδηγήσει αρκετούς σε σύγκριση με το πολυφωνικό φινάλε της Συμφωνίας «του Διός» του Μότσαρτ. Βρίσκετε ότι υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στα δύο έργα;

Ο Μότσαρτ ήταν μαθητής του Χάυντν και γνώριζε τις συμφωνίες του Λονδίνου πολύ καλά. Επομένως πιστεύω και εγώ πως η ιδέα να χρησιμοποιήσει την φόρμα της φούγκας στο τέλος ενός συμφωνικού έργου, κάτι σχετικά ασυνήθιστο, έχει πολύ πιθανόν τις ρίζες της στο έργο αυτό του δασκάλου του.

Γενικά ο Μότσαρτ δεν ήταν τόσο καινοτόμος με τις φόρμες του. Η δομή των έργων του και ιδίως των συμφωνιών του βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο μοντέλο του Χάυντν. Η ιδιοφυΐα του Μότσαρτ εκφράζεται πιο πολύ στην ιδιαίτερη διαχείριση της μελωδίας και στην ιδιοσυγκρασία του που είναι βασικά μια καλλιτεχνική συγχώνευση του ιταλικού και του γερμανοαυστριακού πνεύματος.

Από τις σπουδές σας στην Αγγλία και την Αυστρία, τι εντυπώσεις αποκομίσατε; Ο χώρος της λόγιας μουσικής είναι συντηρητικός ή δεκτικός σε πιο «ανορθόδοξες» προσεγγίσεις;

Εξαρτάται για ποιον χώρο μιλάμε. Αν πάρουμε μια πόλη όπως την Βιέννη για παράδειγμα βλέπουμε πως ένας χώρος όπως το Konzerthaus είναι εξαιρετικά δεκτικός απέναντι σε πολλές «ανορθοδοξίες», ενώ σχεδόν απέναντι η Όπερα της Βιέννης - τουλάχιστον μέχρι τώρα - είχε μια σχετικά συντηρητική στάση προς στη τέχνη. Γενικά με βοήθησε πολύ η επιρροή διαφορετικών μουσικών νοοτροπιών να βρω τον δικό μου προσωπικό δρόμο σαν μαέστρος και συνθέτης.

Και επειδή αναφέρατε τον χώρο της λόγιας μουσικής, πρέπει να ομολογήσω πως αυτός ο χώρος πέραν του εκπαιδευτικού τομέα, δεν έχει μεγάλη αξία. Από τη μια είναι όνειδος και ντροπή η Ελλάδα, με την ιστορία της και τον ρόλο που έχει παίξει στην πνευματική εξέλιξη του ανθρώπινου γένους, να μην έχει ανώτερο μουσικό πανεπιστήμιο διεθνούς βεληνεκούς. Από την άλλη, το γεγονός πως το ευρύτατο κοινό της έχει κρατήσει μια απόσταση από ακριβώς αυτή την ακαδημαϊκή κουλτούρα, καθιστά τους Έλληνες ακροατές ιδιαίτερα αγνούς και αυθεντικούς. Κι όμως, αυτές είναι δύο όψεις ενός και του ίδιου νομίσματος και εξίσου αναγκαίες για έναν λαό. Λυπάμαι ειλικρινά πολύ που βλέπω το κράτος αυτό να πάσχει σοβαρά λόγω έλλειψης ακριβώς αυτής της πληρότητας.

Πώς νιώθετε όταν εμφανίζεστε στην Ελλάδα;

Νιώθω πως ένα κομμάτι μου, το πιο οικείο και αρχαίο, διασυνδέεται με τις ρίζες του κατά έναν μυστηριακό τρόπο. Η ελληνική μου πλευρά επιστρέφει από την ξενιτιά και είναι σαν να βρίσκει με διεισδυτικό τρόπο το ελλιπές κομμάτι της. Και επειδή είμαι γενικά άνθρωπος της πράξης και λιγότερο του λόγου, είναι μεγάλη χαρά και τιμή για μένα πως μου δίνεται κάθε τόσο η ευκαιρία να συνεργαστώ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και να συμβάλλω έτσι και εγώ με τον τρόπο μου στην πολιτιστική διαμόρφωση αυτού του τόπου, που τόσο τον αγαπώ.

Ποιοι είναι κατά τη γνώμη σας οι παράγοντες που καθορίζουν το αρτιότερο δυνατό αποτέλεσμα την κρίσιμη ώρα της συναυλίας;

Είναι αυτή η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην καλύτερη δυνατόν προετοιμασία εκ των προτέρων και απόλυτη αφοσίωση και πάθος στη στιγμή της εκτέλεσης. Αν σμίξουν αυτοί οι πόλοι στο πόντιουμ - ο νους και η καρδιά - και γίνουν ένα, δηλαδή ψυχική ενέργεια, δημιουργείται μια τελετουργική μαγεία που ανυψώνει τον ακροατή και τους μουσικούς.

INFO:

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου, 20:30

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Περισσότερα εδώ

Online αγορά εδώ

Πήγαινε στην αρχική σελίδα